Τι λέει η Λιλά

Ολόκληρο το  μυθιστόρημα στο παρακάτω σύνδεσμο.

Τι λέει η Λιλά του Σιμό (Chimo)

Ένα ποιητικό, πορνογραφικό αριστούργημα.

Ένα ποιητικό, πορνογραφικό αριστούργημα, γεμάτο θλίψη και απόγνωση για τις παραπεταμένες στοιβαγμένες ζωές εκεί κάπου στα υποβαθμισμένα προάστια του Παρισιού. Το κείμενο παρουσιάστηκε στα Γαλλικά γράμματα το 1996 με συγγραφέα 'Σιμό", δημιουργώντας μεγάλη αίσθηση. Ο συγγραφέας τόσα χρόνια μετά είναι ακόμη άγνωστος. Το εξώφυλλο της Ελληνικής έκδοσης του βιβλίου γράφει «Το χειρόγραφο, ανορθόγραφο και κακογραμμένο σε δυο φτηνά τετράδια, έφτασε στα χέρια του Γάλλου εκδότη μέσω ενός δικηγόρου».
Ποιος είναι ο συγγραφέας; Κάποιος γνωστός λογοτέχνης που κρύβεται πίσω από την ανωνυμία ή ένας σχεδόν αγράμματος Άραβας μετανάστης; Όπως έγραψε η κριτική, «είναι αδιάφορο». Στην πρώτη περίπτωση, η απάτη μάς χάρισε ένα ασυνήθιστο μυθιστόρημα, παράδοξο, τρυφερό ζωντανό. Στη δεύτερη «ας χαιρετήσουμε έναν καινούργιο συγγραφέα». Η δική μου άποψη, κρίνοντας από το αριστουργηματικό ύφος, είναι ότι πίσω του κρύβεται ένας σπουδαίος συγγραφέας. Βλέπεις τα θαύματα δεν γίνονται κάθε μέρα.
Πάνω από όλα το ύφος. Η απόλαυση της γραφής. Οι χυμοί της γλώσσας. Η μαστοριά του συγγραφέα να δίνει τόση δύναμη στην προφορικότητα.
Το μυθιστόρημα αγκαλιάζει δυό θέματα:
Πρώτον τίς επινοήσεις του ερωτισμού, μιας απίστευτης ποικιλίας, που γεννά το μυαλό ενός νυμφίδιου της Λιλά, που κάθε στιγμή σε εκπλήσσει, καί δεν ξέρεις αν είναι επινοήσεις μιας δεκαπεντάχρονης παρθένας ή μιας ξεσκολισμένης βιτσιόζας  με προνομιούχο αλλά και θύμα συγχρόνως το Σιμό, ένα εικοσάχρονο που προσπαθεί να ξεφύγει από το επαναλαμβανόμενο τίποτα της κάθε μέρας, την έλλειψη κάθε προοπτικής μέσα σ᾿ ένα πρόαστειο μεταναστών στα περίχωρα του Παρισιού. Στο τέλος, με το αίμα κατά το βιασμό από τους φίλους του Σιμό, διαφαίνεται ότι είναι ερωτικές φαντασιώσεις μιας παρθένας, πρός τον έρωτα της το Σιμό. Ένας ερωτισμός σαν φυσικό φαινόμενο, ένας καταιγισμός από λιακάδες απρόσμενης γλυκύτητας, εναλασσόμενες με φόβους για μελλοντικά τσουνάμια, που φέρνουν όλα μαζί ίλιγγο στο Σιμό.
Και δεύτερον την ζωή σε ένα εξαθλιωμένο προάστιο μεταναστών, την ασφυξία της ζωής γενικά και την έλλειψη κάθε προοπτικής, την καθημερινή ομοιομορφία, όπου σαν ένας άγγελος ομορφιάς πέφτει η Λιλά, για να χαρίσει ποίηση ομορφιά αλλά μαζί και φόβο  με τις ερωτικές φαντασιώσεις της με αποδέκτη τυχερό άτυχο το Σιμό.
Ο Σιμό που είναι υποτίθεται ο συγγραφέας, κάθεται και μαζεύει όπως η μέλισσα τη γύρη, τα λόγια της Λιλά που πέφτουν άλλοτε σαν γλυκειά βροχή και όμορφη λικάδα, και άλλοτε σαν εφιάλτική συρμαγιά για το μέλλον. Από τα γραφόμενα του:

«Τα δέντρα είναι φτυστά εμείς, φυτεμένα σαν πράματα και γιατί δεν ξέρουνε, σαν και μας σου λέω να το κουνήσουμε δεν μπορούμε, θα μου πεις ότι και τα δέντρα μια από τα ίδια, μα τούτα εδώ ακόμα χειρότερα, μες στη μαύρη ασχήμια κάτω απ᾿ τον γκρίζο ήλιο, τα κουβαλάνε απ᾿ αλλού, άσε που είναι όλα ίδια, ποικιλία για παρέα δεν έχουν, μήτε θάμνο μήτε λουλούδια , ένα δέντρο κάθε δεκαπέντε μέτρα ίσια στην ευθεία, η μάνα μου λέει ότι το πρωί όταν φεύγει νωρίς αν φυσάει τα ακούει να κλαίνε».
«Οι άλλοι στο γυμνάσιο ξέρανε μόνο να σκυλοβρίζουνε, να χασμουριούνται, να τρίζουνε τα δάχτυλά τους, να κλάνουνε λες και κάνανε διαγωνισμό, να γράφουνε βρωμομαλακίες παντού ακόμα και με δάχτυλα σκατωμένα. Και λέω στον εαυτό μου ότι ίσως ήταν μεγάλη μαλακία να μην επωφελείται κανείς απ᾿ το σχολείο, να μη σκέφτεται τίποτα παρά το χαβαλέ το τσιγαριλίκι το να τα κάνει γυαλιά καρφιά εδώ και εκεί, το να ξετρυπώνει και κάποιο ψιλό, όλα εφήμερα, επομένως όταν βγαίνεις μοιάζεις κιόλας γέρος και δεν ξέρεις τίποτα μα τίποτα τίποτα, και δε φτάνουν όλ᾿ αυτά οι μπάτσοι σ᾿ έχουν μάθει, σ᾿ αμολάνε λιγδιάρη στην τσιμεντένια φύση, νάνι δουλειά γιοκ νάνι, δε σκέφτεσαι πια ούτε να βρίσεις και γιατί να σου δώσουν δουλειά αφού δεν ξέρεις την τύφλα σου. Άντε στη στενή ουστ» !
Εδώ που τα λέμε κι εγώ σαν τους άλλους έκανα, με το ύφος τού τσαμπουκά μάγκα που ξέρει τα πάντα για τα μυστήρια της ζωής και που σκυλοβαριέται να ᾿ναι παλουκωμένος στο θρανίο για ν᾿ ακούει και μόνο μαλακισμένες ιστορίες, ότι τάχα η Γαλλική Επανάσταση άλλαξε τον κόσμο, κι εσύ να φτάνεις ν᾿ απορείς σε τι κακομοιριά της κακομοιριάς ζούσανε πριν, κι ότι τάχα το φως συντίθεται λοιπόν από κύματα και σωματίδια ταυτόχρονα, αυτό κι αν θυμάμαι ότι δεν μπόρεσαν ποτέ να μου το κάνουν λιανά, δεν πα να λένε ό,τι θέλουν, με τέτοια δεν ωριμάζουνε τα σύκα, τρίχες δηλαδή ίσα για να λες κάτι κι έτσι κι αλλιώς να τα καταλάβεις δεν μπορείς μιας και δεν έχεις τα φόντα για τέτοια και αυτό το ᾿χανε κρύψει ακόμα κι απ᾿ τον ίδιο τον πατέρα σου».
«Άσε που κοιμάσαι δεν κοιμάσαι ένα και το αυτό, η μέρα πάντα ίδια ξημερώνει, αισθάνομαι τόσο χρήσιμος όσο μια καρέκλα στο ταβάνι, κι από κάτω οι άλλοι βαστάνε τους τοίχους μπας και τους πέσουν. Τη μια μέρα λαπά την άλλη μακαρόνια, χωρίς βέβαια να αλλάζει και τίποτα απ᾿ τη Δευτέρα ως το Σάββατο, ίσως μόνο ο καιρός, κι αυτό όχι κάθε μέρα κι ίσως να είναι γι᾿ αυτό που οι άλλοι κι εγώ μιλάμε πάντα με τις ίδιες λέξεις, γιατί πάντα τα ίδια βλέπουμε, κι αυτό πάλι είναι ένας τρόπος να χαζεύει η γλώσσα μας και μαζί με τη γλώσσα όλα τ᾿ άλλα, πες πως είναι ρούχα που στενεύουνε και που στο τέλος δε χωράς πια, σου φαίνεται ότι παραβιάστηκες να μεγαλώσεις κι ότι ξανάπες δέκα χιλιάδες φορές τα ίδια, τι μιζέρια κι αυτή ν᾿ ακούς να μιλάνε οι άλλοι, ίδιες σκέψεις ίδιες λέξεις, καλύτερα να το βουλώνεις και να μη σκέφτεσαι πια καθόλου, μου φέρνει πόνο πια να σκέφτομαι ώρες ώρες όπως το πρωί όταν πρέπει να βάλεις τα τζην μακό αρβύλες σου κάθε μέρα τα ίδια κάθε μέρα τα ίδια, χαζεύεις τις επιδείξεις μόδας στην τιβί όπου οι μάγκες είναι ντυμένοι αδελφίστικα, μέχρι και φτερά στον κώλο, ακούς εκεί, αποτέλεσμα να σπάνε τουλάχιστο λίγη πλάκα, ότι υπάρχουνε γκόμενες ακόμα και γκόμενοι που αλλάζουνε βελάδα τρεις φορές τη μέρα αν όχι τέσσερις κι εγώ το πρωί ξαναβρίσκω τα κουρέλια μου τα χτεσινά και τα προχτεσινά, με τη μάνα μου να βάζει ένα πλυντήριο αραιά και πού το βράδυ στη γειτόνισσα. Εμείς εδώ το λέμε στα ίσα πως είναι τελείως ξεφτίλα να μένεις σε τούτη τη γειτονιά, απόδειξη ότι ο κόσμος τα ξεφορτώνεται όλα απ᾿ τα παράθυρα, κι όμως αρχίζεις και το πονάς το μπετόν, αυτό το συγκεκριμένο μπετόν κι όχι κάποιο άλλο, δεν ξέρω πώς να το πω, τούτος εδώ είναι ο τόπος σου σίγουρα, πολλοί από μας γεννηθήκαμε εδώ, ο κόσμος ήτανε κιόλας στημένος πριν σκάσουμε μύτη κι όχι ακριβώς όπως θα τον θέλαμε, σου χρειάζεται ένα κάπου, όμως και κάπου άλλο δεν έχεις, η γη σου είναι ένα τετράγωνο χαμηλής μίσθωσης, μπετόν και δω όπως παντού, οπότε τα δέντρα και το γκαζόν άνετα στ᾿ αρχίδια σου».
«Καις τώρα ένα λεωφορείο τέσσερα αμάξια και κατεβάζεις μια ντουζίνα βιτρίνες, και πάλι δεν είναι ο πόλεμος που νομίζεις. Καις ό,τι σε καψουρεύει και ξέρεις ότι ποτέ σου δε θα το᾿ χεις. Δικό σου δε θα γίνει οπότε και συ το καις, το φτάνει το χέρι σου αλλά δεν είναι μέσα στο χέρι σου, ιδού η διαφορά. Αλλά αν νομίζεις ότι κρατάς το δαυλί που θα βάλει φωτιά στη Γαλλία, ε λοιπόν είσαι το κουνούπι που έλεγε κηρύσσω τον πόλεμο στον ελέφαντα, μόνο που ο χοντρός με την προβοσκίδα του δεν έχει τιβί κι άρα χαμπάρι δεν παίρνει.Πάνω σ᾿ αυτό ο πατέρας μου - μέσα σ᾿ όλα - έλεγε ότι οι τοίχοι είναι τα τετράδια των ζουρλών».

«Και γι᾿ αυτό η Λιλά είναι σωστή ευλογία, είναι ο μεγάλος μπουναμάς του γενναιόδωρου Θεού, σάμπως δεν το ᾿δα με τη σκηνή της τσουλήθρας πόσο μου βγήκε εύκολα, στέκομαι ακούω και γράφω κι όσο ξετυλίγω τόσο πιο εύκολο, δεν ταρακουνιούνται τόσο πολύ οι λέξεις ούτε ανάγκη έχω να σπάω το κεφάλι μου για να σοφιστώ τι θα πω, λες και τώρα είμαι μαγνητόφωνο, μαγνητοφωνώ τη Λιλά να λέει».
«Στ᾿ αλήθεια ώρες ώρες σκέφτομαι την πούτσα μου, ότι είναι καταδικασμένη στη σκιά μακριά απ᾿ τον ήλιο, ισόβια φυλακισμένη ελπίδα καμιά, ένοχη, για τι, ούτε που ξέρει, και ότι ίσως εν αρχή του κόσμου η κατάσταση ήτανε διαφορετική, ότι οι πούτσες και τα μουνάκια και οι κώλοι κυκλοφορούσανε ελεύθερα στον ήλιο και στη βροχή και στον αγέρα μαζί».
Ορίστε η Λιλά που μου ᾿κανε τη ζωή μπάχαλο, τη δική μου τη ζωή. Πρώτα πρώτα πώς θα μπορούσα να φανταστώ τη συνοικία χωρίς αυτήνε; Το κέντρο, αυτή είναι και τίποτ᾿ άλλο. Και ακόμα κι όταν δεν είναι εδώ, εδώ είναι. Πώς θα έκανα τώρα για να τη βγάλω απ᾿ τη ζωή, να κάνω το και το, στην απουσία της; Θα ᾿πρεπε να μου ρουφήξεις τα μυαλά με καλαμάκι κι όλο το φαρμάκι συνάμα. Μας έτυχε και μας, στη Γέρικη Βελανιδιά, κι από ένα φως, ένα κομματάκι Θεού στάθηκε πάνω απ᾿ τα κεφάλια μας, για μια φορά μας έλαχε κάτι που ᾿ναι το κάτι άλλο. Απλώνεις χέρι και την πιάνεις, αληθινό πράμα, η νοστιμιά της γειτονιάς, η ομορφιά στα μέρη μας και πουθενά αλλού και αυτός ο τρόπος ο άλλος που έχει να μιλάει και όσα σου λέει μαζί. Στο ΙΚΑ μου πετάει παρτούζες με ακέφαλους άντρες, ότι και καλά την ερεθίζουν οι ψωλές κι όχι οι φάτσες, έρωτας ανώνυμη εταιρεία, και σ᾿ τα ξεφουρνίζει αυτά άνετη λες και μιλάει για τα πετεινά του ουρανού
, άγγελος είναι με γλώσσα πουτάνας, λες τώρα να δεις που οι λέξεις που της βγαίνουνε απ᾿ τα χείλια θα την πληγώσουν, θα της πέσουνε τα δόντια απ᾿ την ντροπή, μα δε βαριέσαι κάθε άλλο, τα λόγια ελαφρά σαν καλοκαιρινό αγέρι, ούτε ζημιά κάνουν μάλλον χάδια. Και τώρα που η Λιλά είναι εδώ, που κάθεται και μου λέει όλ᾿ αυτά και μάλιστα που είμαι ο μόνος που του μιλάει, τίποτα πια δε με τσακίζει, ιστορίες της Σάντα Μπάρμπαρα ειλικρινά χίλιες φορές στ᾿ αρχίδια μου. Δεν ξέρω αν μπορώ να ελπίζω κάτι άλλο, θα ᾿ταν τρελό αν γινόταν αυτό κάποια μέρα, ονειρεύονται και οι ποδάρες μου, ξύπνα μαλάκα, μαλάκα μαλάκα μαλάκα βαράει καμπανάκι η λέξη στο αυτί μου, ό,τι μου δίνει η Λιλά καλό μου κάνει, ο κόσμος είναι σκοτεινός εκτός από εκείνη. Τώρα γιατί μου λέει όσα μου λέει και τίποτ᾿ άλλο, ποτέ λέξη γι᾿ άλλο θέμα, και πάλι γιατί μου δείχνει το πράμα της εμένα και γιατί μ᾿ έκανε να χύσω στο χέρι της, γιατί εμένα κι ολόκληρος ο πλανήτης μάτσο οι άντρες, είναι της ζωής μου το σπάραγμα, κάθομαι και χτυπάω το κεφάλι μου και φώτιση καμιά».

Αναρωτιόμουνα αν θα βαστούσανε πραγματικά τα πόδια μου να τη φιλμάρω όπως ήθελε, την ώρα που θα της τον βάζανε κάνα δυο καυλωμένοι με μάσκα κι εγώ να λέω στον εαυτό μου τι παριστάνω τώρα εδώ μέσα, μού λες εσύ γιατί το κάνω, θα ᾿χω κι εγώ λίγη ζαχαρίτσα ή όχι, τις προάλλες μου ᾿χε μιλήσει για ένα γερό τσιμπούκι, να με κάνει σωστή έκρηξη ευτυχίας στο στόμα της, δεν ξεχνιούνται κάτι τέτοια μα εγώ πιο πολλά ζητούσα.

Απ᾿ την άλλη η καρδιά μου πατούσε φρένο, ανάγκη είχε τώρα από τέτοια, μάλλον άλλα πράματα είχε ανάγκη κι αυτά τα άλλα σκεφτόμουνα: θα τη χάσεις αν σε γλείψει, θα γίνεις ένας γαμιάς σαν όλους τους άλλους, ένας πάνω ένας κάτω δε θα ᾿χεις κάνει ούτε βήμα στο συναίσθημα, αυτό που μετράει είναι που ξεχώρισες στα μάτια της, είναι το μόνο πράμα που μετράει στον κόσμο, σου φωνάζει γεια σε σένα κι όχι στους άλλους, σου μιλάει σου σηκώνει και τις φούστες της, ενώ έτσι και κάνεις το μεγάλο μοιραίο βήμα και στηθείς στην ουρά όσων τη βρίσκουνε μαζί της, μπαίνεις στο ασκέρι των ανώνυμων, δεν είσαι παρά μόνο φυλλαράκι στο δέντρο κι αλίμονο σου όταν έρθει φθινόπωρο και αγέρας.

«Δεν υπήρχε τίποτ᾿ άλλο από τη Λιλά, τη Λιλά και τι έλεγε, δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να με καταλάβει, τίποτ᾿ άλλο δεν υπήρχε».

Όπως φαντάστηκα τη Λιλά, σαν ένα νυμφίδιο του David Hamilton.
Όπως φαντάστηκα τη Λιλά, σαν ένα νυμφίδιο του David Hamilton.
‎Από την μέτρια ταινία του Ζιάντ Ντουεϊρί "Lila Says" με τους Βαϊνά Τζιοκαντέ (Vahina Giocante),  Μοχαμέντ Χουάς (Mohammed Khouas ).
‎Από την μέτρια ταινία του Ζιάντ Ντουεϊρί "Lila Says" με τους Βαϊνά Τζιοκαντέ (Vahina Giocante), Μοχαμέντ Χουάς (Mohammed Khouas ).
Όπως φαντάστηκα τη Λιλά, σαν ένα νυμφίδιο του David Hamilton.
Όπως φαντάστηκα τη Λιλά, σαν ένα νυμφίδιο του David Hamilton.
‎Από την μέτρια ταινία του Ζιάντ Ντουεϊρί "Lila Says" με τους Βαϊνά Τζιοκαντέ (Vahina Giocante),  Μοχαμέντ Χουάς (Mohammed Khouas ).
‎Από την μέτρια ταινία του Ζιάντ Ντουεϊρί "Lila Says" με τους Βαϊνά Τζιοκαντέ (Vahina Giocante), Μοχαμέντ Χουάς (Mohammed Khouas ).

Τι λέει η Λιλά

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το πρώτο κεφάλαιο:

 Μια σκηνή από την πιτσιρίκα Λιλά και το λίγο μεγαλύτερο έφηβο Άραβα μετανάστη, ο οποίος γράφει το βιβλίο.
Στέκεται και να τι μου λέει:
«Το βλέπεις ότι έχω το πρόσωπο του αγγέλου, που μου το λέει όλος ο κόσμος. Τα βλέπεις τα μάτια, που είναι ανοιχτά και γαλανά που θα τους έδινες και τη φόδρα της τσέπης σου. Τα βλέπεις τα μαλλιά μου τόσο ξανθά, η θεια μου λέει, σάμπως μαλαμοχέσανε για μένα και μόνο».
Γιατί μου μιλάει έτσι, χαμπάρι δεν έχω. Και μου λέει:
«Το δερματάκι μου, η θεία μου λέει, που είναι του Άγιου Λαυρέντιου ο παράδεισος. Γιατί τον άγιο Λαυρέντιο, το λεγάμενο, τον εβάλανε να τα τινάξει πάνω σε μια σχάρα, και η θεία μου λέει ότι θα του άξιζε να περάσει την αιωνιότητα του όλη, σ᾿ ένα δερματάκι σαν το δικό μου».
Σωπαίνει για μια στιγμή και μετά μου λέει:
«Τη φωνή μου», σου μιλάω, «την ξέρεις; Σαν καμπάνα για βαφτίσια, η θεία μου όλο και λέει, σαν τον αγέρα σε λιβάδι Μάη μήνα, γιατί η θεία μου έτσι τα λέει, ασχημομούρα σαν παλιοτσόκαρο. Και το χειρότερο, χαμπάρι δεν το ᾿χει. Την ξέρεις;»
Όχι της λέω.
«Χαμπάρι δεν το ᾿χει και να σου που παστώνεται σαν είσοδος σε Λούνα-Παρκ».
Όσο για την θεία της λίγο την ξέρω, την είδα μια μέρα στο σπασμένο τζάμι στον έκτο που σκυλόβριζε την οικουμένη όλη.
Είμαστε κι οι δύο δυο βήματα απ᾿ το σκάμμα, κι όλες οι τιβί τα ίδια να παίζουνε τώρα που αρχινάνε τα βραδινά παιγνίδια, εδώ όλος ο κόσμος φαντάζεται ότι ο τροχός της τύχης θα σταματήσει φάτσα κάρτα μπροστά τους, και τα ραδιόφωνα να τσαμπουνάνε αραβικά και εγώ να μην τα πολυπιάνω. Τα βλέπεις τα δέντρα που σταλιά δε σαλεύουν, σάμπως να ήτανε σκουροβαμμένα μπετά, και τον τυπά που δουλεύει επιστάτης στο Κόντινεντ να σέρνει παπάκι σαραβαλέ που σου ᾿ρχεται να φωνάξεις την πυροσβεστική τόσο μαυροντουμανιάζει, κι ο μάγκας κάθε βράδυ, μη και του το σουφρώσουνε δως του και το ανεβάζει απ᾿ τις σκάλες ίσαμε τον τρίτο, λες και κάνει κρος μέσα σε πολυκατοικία εργατική.
Και ξάφνου να τι μου λέει:
«Μπας και θες να δεις το μουνάκι μου;»
Τζάμικο τι μου είπε, αλλά της κάνω λίγο την πάπια. Τη βλέπω να μου ᾿ρχεται στα μουλωχτά. Δεν είμαι δα κι απ᾿ αυτούς που πηδάνε από το πρώτο ανοιχτό παράθυρο ακόμα κι αν είναι εκεί γαμάτο το φως.
Και ξανά μανά με το μουνάκι της:
«Ξέρεις, η θεια μου πρωί βράδυ θέλει να το βλέπει. Στήνεται μπροστά και το χαζεύει τόση ώρα, που σκυλοβαριέμαι. Και δως του να χτυπάει τα χέρια της και να με πλακώνει στο μπλα μπλα. Που είναι λέει πόρτα της γης της Επαγγελίας, με μόνιμο κάτοικο την καλοκαιριά».
Και τόσα και πόσα άλλα. Όλη μέρα η θεια της, για το μουνάκι της έφτιαχνε ποιήματα. Ότι λέει ένα τέτοιο μπιζουδάκι από σγουρομέταξο, με την κοιμωμένη γλωσσίτσα και τα βουναλάκια καλοκολλημένα, δεν θα μπορούσε ποτέ να στραπατσαριστεί. Όχι σαν την παλιοβουνάρα της τη χιλιοπατημένη (λέει η Λιλά). Ότι λέει τόσο ξανθό είναι, φανάρι όταν χάνεσαι στη ζωή... Ότι λέει με κλειστά τα μάτια και τη μυρωδιά και μόνο μπορείς και το παίρνεις από πίσω κι ανεβαίνεις ίσαμε τη πηγή. Ότι λέει είναι παράκληση, μαλακτικό νησί του θησαυρού και λιχουδιά του Χριστού.
Δεύτερη φορά κιόλας που μου τα πρήζει με το μουνάκι της. Την πρώτη μια ερώτηση μόνο στα πεταχτά και μετά μόκο, σαν αμέσως ξεχασμένο. Και γι αυτό κάθομαι να δω ίσαμε που θα το τραβήξει. Έτσι για να ξέρω αν έχει και καλά κάτι για να πουλάει μούρη.
Μη σας φανεί και σας περίεργο, ότι εγώ που μένω σχεδόν φάτσα στο ισλαμικό κέντρο, όλο κάθομαι και μιλάω για τον Άγιο Λαυρέντιο και τους άλλους. Γιατί η θεία της είναι Χριστιανή και στα σίγουρα κι η Λιλά. Από πού κι ως πού Χριστιανή ιδέα δεν έχω. Πάντως τη βλέπεις τη θεία της να σταυροκοπιέται ακόμα κι όταν της έρχεται ο ταχυδρόμος. Και το στόμα της τόσο μπουκωμένο από αγιοσύνες που λες ότι θα σκάσει. Και τι παράδεισους, τι Παναγίες χώνει παντού.
Εγώ κάθομαι και τα γράφω όλα αυτά εδώ, αλλά δεν είμαι εγώ που λέει για θρησκείες, είναι της Λιλά η θεία. Γιατί εγώ πια δε δίνω δεκάρα για τον Θεό, μιας και με παράτησε στους πέντε δρόμους, και στο κάτω κάτω τον λεγάμενο δεν τον ξέρω ούτε και τους αγίους. Έλεγε ο πατέρας μου όταν ήτανε εδώ, ότι κάποιες φορές για να χορτάσει το μάτι σου, σκόνη βλέπεις μόνο.
Κι η πιτσιρίκα γιατί στην ευχή είναι ξανθιά; Γιατί στα σίγουρα, οι Νορβηγίδες πάνε αλλού διακοπές. Η Λιλά είναι η μόνη αληθινή ξανθιά της γειτονιάς, στοίχημα πάω γι αυτό. Έλεγε ο πατέρας μου ότι παλιά οι ψευτοξανθιές, τις έβλεπες έτσι μπογιατισμένες από το Διάβολο, αλλά τώρα το Ισλάμ έβαλε φρένο, τάχα πρέπει να σεβούμεθα το έργο του Θεού.
Ή πάλι βάφουνε ένα τσουλούφι τους στα μουλωχτά στη μαντίλα από κάτω ή ακόμα μερικές και τις μουνότριχες, έτσι για το γαμώτο, ότι κάπου αντιστέκονται.
Και να τι μου λέει πάλι:
«Το μουνάκι μου δεν γουστάρεις να το δεις;»
«Πόσο πάει;» της κάνω.
«Ό,τι θες».
«Δεν έχω μία»
«Σάμπως δεν το ξέρω», μου κάνει. «Σου μίλησα εγώ για φράγκα; Το ξέρω ότι είσαι ρέστος. Όλοι εδώ ρέστοι είναι. Αν ήθελα να ᾿κονομήσω, αλλού θα πήγαινα».
Και δώς᾿ του μου ξαναλέει:
«Στ᾿ αλήθεια δε θες να σου το δείξω;»
«Και γιατί θες εσύ ντε και καλά να μου το δείξεις;»
«Σ᾿ το ᾿πα το τραβάει η ψυχή μου απόψε».
«Απόψε και μόνο της κάνω;».
«Όχι και καλά».
«Το ᾿δειξες και σε άλλους;»
Αλλά δεν κάθεται να μ᾿ απαντήσει και αρχινάει να τραγουδάει Βανέσα Παραντί λες και τα λόγια της βγαίνανε χωρίς να κουνάει τα χείλια, αεράκι με νότες.
Και εγώ φυσικά, μιας και είναι ή τώρα ή ποτέ τής λέω ναι, γιατί όχι, ναι ας το δω.
«Θες για πολύ ή όχι;» μού λέει.
Δεν το πιάνω καλά αυτό που μου λέει. Είμαι ψιλοαργόστροφος καμιά φορά.
«Για πολύ ή όχι» μου ξαναλέει...
«Και ποια η διαφορά;»
«Στο όχι για πολύ, σου σηκώνω τη φούστα μου, ίσα να πάρεις μάτι, δεν φοράω τίποτα από κάτω. Στο για πολύ στην τσουλήθρα».
«Ε όχι και για πολύ η τσουλήθρα», της κάνω.
«Γαμώ το!» λέει, «τι σπαζαρχίδης που είσαι ρε! Τσάμπα είναι, τίποτε δε ζήτησες και γκρινιάζεις κι από πάνω. Τώρα που γουστάρω μαζί σου, αλλιώς πάπαλα!
Ακόμα κι όταν τα παίρνει στο κρανίο δεν μπορεί να πονέσει η φωνή της. Είναι σαν τη γλωσσίτσα κουταβιού που μαθαίνει τα ζόρια της ζωής. Κι ακόμα όλοι είναι φωνακλάδες εδώ, ακόμα και για να σου πούνε καλημέρα, και ρε συ τι χαμπάρια. Τι χαμπάρια λέει, που όλα πάνε κατά διαόλου εδώ, που η ζωή μας σκορποχώρι χαραμίζεται, δεν ξέρεις ούτε τι θα κάνεις το βράδυ, κανένα σχέδιο δε φτουράει, ξυπνάς και σκέφτεσαι μόνο πότε θα την ξαναπέσεις, χωρίς μια στην τσέπη και τίποτα μα τίποτα.
Λοιπόν η ιδέα και μόνο να δω το μουνάκι της, μού φάνηκε σαν τον πρώτο λαχνό. Το ᾿μαθε η καρδιά μου και λιάστηκε.
«Η τσουλήθρα» της λέω.
Σκαρφαλώνει ψηλά στην τσουλήθρα απ᾿ την ξύλινη σκάλα κι εγώ στέκομαι μες στο σκάμμα, μάλλον κάνω λίγο πιο δω για να ᾿μαι φάτσα στο τσούλημα.
Κάθεται πάνω πάνω χωρίς να βγάλει άχνα. Μου σκάει χαμόγελο. Και όλα αυτά για την πάρτη μου και μόνο. Σηκώνει το φουστάνι της, αλλά για τη ώρα κρατάει τα πόδια της σφιγμένα ίσια, και τις πατούσες καλοσηκωμένες. Και μετά τινάζεται με τα μάτια κλειστά και κείνη τη στιγμή ανοίγει διάπλατα τα πόδια της, κι εγώ στέκομαι με την ανάσα κομμένη, αλήθεια δε φοράει τίποτα, μόνο το μουνάκι της βλέπω που με κοιτἀζει ξαφνικά, σγουρό αλήθεια μα το Θεό μου, ίδιο η μύτη με τις σαΐτες που φτιάχνουν τα πιτσιρίκια στο σχολειό, είναι τρίγωνο χρυσοκαταχνιάς που πέφτει κατά πάνω μου, αυτό βλέπω μόνο, το αστέρι από κάτω, πόσο άραγε να βαστάει; Ώσπου να πεις ρε γαμώ την Παναγία μου, και γαμώ και γαμώ και γαμώ την Παναγία σου, στουκάρει στην άμμο. Μετά σίγουρα θα θέλει ξεσκόνισμα. Ρε συ τ᾿ ακούς εκεί πέρα; Εμένα, αρχιμάγε, κάνε να γίνω βούρτσα.
Δεν τέλειωσε ακόμα, μιας και σηκώνεται να τινάξει το ανοιχτό μπλε τσίτι της, χαμηλοβλεπούσα, έρχεται κοντά μου, στο πολύ κοντά μου στέκεται, με κοιτάει και σηκώνοντας το κεφάλι της μου λέει:
«Είδες καλά;»
«Όχι» της κάνω.
«Και γιατί;»
«Δεν πρόλαβα».
«Έτσι είναι στην τσουλήθρα» μου λέει με τα μάτια της διάφανα. «Δε φταίω εγώ, δε βιάστηκα επίτηδες. Και μετά ξέρεις κάτι» μου λέει και έρχεται ακόμα πιο κοντά, «είναι πιο σένιο στα γρήγορα».
Τη ρωτάω γιατί; μου λέει:
«Δεν είναι πράγματα να τα χαζεύεις για ώρες».
Στέκομαι σαν μπούφος δεν ξέρω τι να της πω. Μου δίνει ακόμα λίγο το αθώο μουτράκι της, που μα την Παναγία θα σου ᾿παιρνε τα πάντα, ουράνιο πρόσωπο, αγίας όπως εγώ το φαντάζομαι.
Μόλις που την ξέρω, ένα ᾿μέρα ᾿σπέρα έχουμε, άντε και κάτι ψιλά. Εδώ στην άμμο για πρώτη φορά μου μιλάει κι όλα αυτά με τη φωνή της μελωδίας που θα την έπαιρνες από πίσω μέσα στ᾿ αγκάθια, τη φωνούλα της ποτέ μα ποτέ ένοχη, που σε πονάει μα ποτέ επίτηδες, μια φωνή για να πιστέψεις τα θάματα.
Στέκομαι τρέμω.
Αφού μάλλον το ψυλλιάζεται κι αυτή.
«Πως σε λένε;» με ρωτάει.
«Σιμό».
«Εμένα Λιλά, είναι από το Πασχαλιά, σαν το λουλούδι»
Εγώ δεν είμαι πια εκεί, δεν ξέρω που βρίσκομαι αλλά δεν είμαι εκεί. Νιώθω μπιτ μαλάκας θα ᾿θελα η νύχτα να με καταπιεί. Δεν έχω λέξεις για τέτοια εγώ. Για κάποια σαν κι αυτή δεν μπορείς να πεις κορμάρα, ούτε Φατιμά, ούτε μουνάρα, ούτε και γκόμενα. Δεν της πάει, δεν είναι για τέτοια, ούτε να την πεις κορίτσι. Είναι μοναδική, θα χρειαζότανε μια λέξη γι᾿ αυτήν και μόνο.