Lila says

Σκηνοθεσία: Ζιάντ Ντουεϊρί (Ziad Doueiri)

Πρωταγωνιστούν: Βαϊνά Τζιοκαντέ  (Vahina Giocante)                                     Μοχαμέντ  Χουάς (Mohammed Khouas ).

Πως από ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα φτάχνεις μια μέτρια και " πειραγμένη ταινία" .

Ο Ζιάντ Ντουεϊρί από το αριστουργηματικό ποιητικό πορνογράφημα, με τις σεξουαλικές φαντιώσεις μιας δεκαπεντάχρονης, και την απόγνωση των στοιβαγμένων σε ένα προάστιο του Παρισιού μιας παρέας νέων,μεταναστών, φτιάχνει μια μέτρια ταινία. Είναι φυσικό αυτό όταν αναμετριέσαι με ένα κείμενο, όπου λάμπει το συγγραφικό ύφος, και η ποίηση του λόγου, που δεν είναι εύκολο να χωρέσουν στην εικόνα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα του άγνωστου μέχρι σήμερα συγγραφέα που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Σιμό.
Το μυθιστόρημα αγκαλιάζει δυο θέματα:

Πρώτον, την  απίστευτη ποικιλία  ερωτισμού, που γεννά το μυαλό ενός νυμφίδιου της Λιλά, που κάθε στιγμή σε εκπλήσσει, και δεν ξέρεις αν είναι επινοήσεις μιας δεκαεξάχρονης παρθένας ή μιας ξεσκολισμένης βιτσιόζας με προνομιούχο αλλά και θύμα συγχρόνως το Σιμό, ένα εικοσάχρονο που προσπαθεί να ξεφύγει από το  τίποτα της κάθε του μέρας.   Στο τέλος, με το αίμα κατά το βιασμό της Λιλά,από τους φίλους του Σιμό, διαφαίνεται, ότι είναι ερωτικές φαντασιώσεις μιας παρθένας, προς τον έρωτα της, το Σιμό. Ένας ερωτισμός σαν φυσικό φαινόμενο, ένας καταιγισμός από λιακάδες απρόσμενης γλυκύτητας, εναλλασσόμενες με φόβους για μελλοντικά τσουνάμια, που φέρνουν όλα μαζί ίλιγγο στο Σιμό.
Και δεύτερον την ζωή στο  εξαθλιωμένο προάστιο,  την ασφυξία της ζωής γενικά και την έλλειψη κάθε προοπτικής, την καθημερινή ομοιομορφία, όπου σαν ένας άγγελος ομορφιάς πέφτει η Λιλά, για να χαρίσει  ομορφιά και ελπίδα, αλλά μαζί και φόβο με τις ερωτικές φαντασιώσεις της, στον αποδέκτη τυχερό άτυχο το Σιμό.
Ο Σιμό που είναι υποτίθεται ο συγγραφέας, κάθεται και μαζεύει όπως η μέλισσα τη γύρη, τα λόγια της Λιλά που πέφτουν άλλοτε σαν γλυκειά βροχή και όμορφη λιακάδα, και άλλοτε σαν εφιαλτική σιρμαγιά για το μέλλον.
Ο Ντουεϊρί κατά πρώτον είναι άτολμος ως προς την εικόνα. Στη σκηνή της τσουλήθρας, που αυτός την μετατρέπει σε κούνια, προδίδει από σεμνοτυφία τον συγγραφέα. Ο Σιμό στο μυθιστόρημα γράφει:

[[«Το μουνάκι μου δεν γουστάρεις να το δεις;
Θες για πολύ ή όχι;» μου λέει.
Δεν το πιάνω καλά αυτό που λέει. Είμαι ψιλοαργόστροφος καμιά φορά.

«Για πολύ ή όχι;» μου ξαναλέει...
«Και ποια η διαφορά;»
«Στο όχι για πολύ, σου σηκώνω τη φούστα μου, ίσα να πάρεις μάτι, δε φοράω τίποτα από κάτω. Στο για πολύ είναι στην τσουλήθρα».
«Ε όχι και για πολύ η τσουλήθρα», της κάνω.
«Γαμώ το!» λέει, «τι σπαζαρχίδης που είσαι ρε! Τσάμπα είναι, τίποτα δε ζήτησες και γκρινιάζεις κι από πάνω. Τώρα που γουστάρω μαζί σου αλλιώς πάπαλα! Και δεν πα να σαλιαρίζεις μετά όσο θες! Μη μου κλαίγεσαι ότι άλλοι το ᾿δανε και συ όχι!»
Ακόμα κι όταν τα παίρνει στο κρανίο δεν μπορεί να σε πονέσει η φωνή της. Είναι μάλλον σαν χάδι του θυμού ή ακόμα σαν τη γλωσσίτσα του κουταβιού που μαθαίνει τα ζόρια της ζωής. Κι έπειτα όλοι είναι φωνακλάδες εδώ ακόμα και για να σου πούνε καλημέρα και ρε συ, τι χαμπάρια. Τι χαμπάρια λέει, που όλα πάνε κατά διαόλου εδώ, που η ζωή μας σκορποχώρι χαραμίζεται, δεν ξέρεις ούτε τι θα κάνεις το βράδυ, κανένα σχέδιο δε φτουράει, ξυπνάς και σκέφτεσαι μόνο πότε θα την ξαναπέσεις, άντε να πλακώσει η νύχτα αλλιώς όλο χαζομάρες βαρεμάρες, χωρίς μία στην τσέπη και τίποτα μα τίποτα.
Λοιπόν η ιδέα και μόνο να δω το μουνάκι της μου φάνηκε σαν τον πρώτο λαχνό ή σαν μια κρουαζιέρα. Κάτι τέλος πάντων. Το ᾿μαθε η καρδιά μου και λιάστηκε.
«Η τσουλήθρα», της λέω.

Είμαι δεκαεννιά. Εκείνη δεκαέξι και κάτι παραπάνω νομίζω. Πόσο στ᾿ αλήθεια δεν ξέρω.

Σκαρφαλώνει ψηλά στην τσουλήθρα απ᾿ την ξύλινη σκάλα κι εγώ στέκομαι μες στο σκάμμα, μάλλον κάνω λίγο πιο δω για να ᾿μαι φάτσα στο τσούλημα.
Κάθεται πάνω πάνω χωρίς να βγάλει άχνα. Μου σκάει χαμόγελο. Και όλα αυτά για την πάρτη μου και μόνο. Σηκώνει το φουστάνι της, προς το ανοιχτό μπλε (ξέχασα να πω ότι φοράει πάντα φουστάνι και σ᾿ αυτό πάλι διαφέρει), αλλά για την ώρα κρατάει τα πόδια της σφιγμένα ίσια και τις πατούσες καλοσηκωμένες. Και μετά τινάζεται τα μάτια κλειστά και εκείνη τη στιγμή ανοίγει, δικό της κόλπο, διάπλατα τα πόδια της κι εγώ στέκομαι με την ανάσα κομμένη, αλήθεια δε φοράει τίποτα, μόνο το μουνάκι της βλέπω που με κοιτάζει ξαφνικά και κατεβαίνει στη στροφή, ξανθό σγουρό αλήθεια στο Θεό μου, ίδιο η μύτη στις σαΐτες που φτιάχνουν τα πιτσιρίκια στο σχολειό, μόνο που είναι πιο φλου αρχίζει απ᾿ το πουθενά, τελειώνει στο πουθενά, μα είναι χρυσαφένιο, είναι τρίγωνο χρυσοκαταχνιάς που πέφτει κατά πάνω μου στην καμπύλη, αυτό βλέπω μόνο, τ᾿ αστέρι από κάτω, πόσο να βαστάει; Ώσπου να πεις ρε γαμώ την Παναγία σου και γαμώ και γαμώ και γαμώ την Παναγία σου στουκάρει στην άμμο]].
Θα μπορούσε ο σκηνοθέτης σεβόμενος το βιβλίο και τη σημασία της σκηνής, να αφήσει το θεατή με την εντύπωση ότι ο Σιμό βλέπει αυτά που είναι να δει, αλλά ο Ντουεϊρί, θέλει να αποδείξει στο θεατή την "σεμνότητά" του, όπως φαίνεται και στη φωτογραφία. Αυτό που τόλμησε ο Βερχόβεν στο "Βασικό ένστικτο" με τη Σάρον Στόουν, χωρίς να είναι υποχρεωμένος, δεν το τολμά ο σκηνοθέτης, προδίδοντας το συγγραφέα.
Τον προδίδει και στο τέλος όταν τελειώνει το έργο στέλνοντας τη Λιλά και τη θεία της, στην Πολωνία, ενώ στο μυθιστόρημα το τέλος είναι δραματικό, με την Λιλά να πέφτει νεκρή στο δρόμο από το παράθυρο, προσπαθώντας να αποφύγει το Σιμό που τον εκλαμβάνει κι αυτόν σαν βιαστή της. Μια καθόλου λεπτομέρεια, αφού ο συγγραφέας, θέλει να δείξει την απόλυτη ερημιά και απόγνωση του Σιμό, που μετά τις λιακάδες με τις οποίες η Λιλά, χάρισε λίγο φως στην ζωή του, έρχεται το σκοτάδι.
«Δεν υπήρχε τίποτ᾿ άλλο από τη Λιλά, τη Λιλά και τι έλεγε, δεν ξέρω αν μπορεί κανείς να με καταλάβει, τίποτ᾿ άλλο δεν υπήρχε».