Ταξίδι στην άκρη της νύχτας.

Ταξίδι στην άκρη της νύχτας. Φερντινάν Σελίν. Μυθιστορηματική ανθολόγηση. Μυθιστορηματική γιατί ακολουθείται η πλοκή, και ανθολόγηση γιατί περιλαμβάνει τά πιο δυνατά κομάτια. Ένα δείγμα: 

Μια νεαρά του σπιτιού η Μόλλυ, άρχισε να μου εμπνέει ένα σπάνιο αίσθημα εμπιστοσύνης που για τα φοβισμένα πλάσματα επέχει θέση αγάπης. Έμπαινε στη θέση μου και δεν με έκρινε μόνο από τη δική της, όπως όλοι οι άλλοι. Α, αν την είχα γνωρίσει νωρίτερα τη Μόλλυ, όταν ήταν ακόμη καιρός, προτού χάσω τον ενθουσιασμό μου, μ' εκείνη την καριόλα τη Μουζίν και εκείνη τη σκατούλα τη Λόλα. Γερνάς γρήγορα και επί πλέον ανεπανόρθωτα. Τ' αντιλαμβάνεσαι από το ότι έχεις μάθει ν' αγαπάς τη δυστυχία σου, άθελα σου. Φταίει η φύση σου που ᾿ναι πιο δυνατή από σένα, αυτό είναι όλο. Σε δοκιμάζει σε μια κατηγορία κι άντε μετά να ξεφύγεις.

 Ντρεπόμουνα μάλιστα, που πάλευε να με κρατήσει η Μόλλυ. Μ' άρεσε δε λέω, μα πιο πολύ μ' άρεσε το βίτσιο μου, αυτή η όρεξη να το βάζω στα πόδια από παντού, γυρεύοντας δε ξέρω τι, από ηλίθια περηφάνια σίγουρα, από πίστη σε κάποιο είδος ανωτερότητας. Κατέληξα τόσο καλή που ήταν, να της ομολογήσω τη μανία μου να το σκάω από παντού. Αλλά μου φαίνονταν ότι άρχιζα να ξεγελάω την περιβόητη μοίρα μου, το λόγο ύπαρξης μου καταπώς έλεγα, κι έκτοτε σταμάτησα να της διηγούμαι ότι σκεφτόμουνα. Επέστρεφα μονάχος εντός μου, πολύ ικανοποιημένος που ήμουν ακόμη πιο δυστυχής από άλλοτε, γιατί είχα φέρει στη μοναξιά μου ένα είδος απόγνωσης. Κι έπειτα εκείνη ήξερε. Παραήταν ειλικρινής, δεν είχε λοιπόν πολλά να πει για μια λύπη. Αυτό που συνέβαινε μες την καρδιά της, τής αρκούσε. Φιλιόμασταν, μα πάντα σκεφτόμουνα να μην ξοδεύω χρόνο και τρυφερότητα, θαρρείς και ήθελα να τα κρατήσω όλα για κάτι υπέροχο, μεγαλειώδες, ούτε ξέρω τι, γι' αργότερα, μα όχι για τη Μόλλυ και όχι γι αυτό. θαρρείς και η ζωή θα ᾿παιρνε μακριά, θα μου 'κρυβε όσα ήθελα να μάθω γι αυτή, για τη ζωή που 'ναι στα βάθη του σκότους, η ζωή θα με κορόιδευε όπως όλους τους άλλους, η ζωή η αληθινή ερωμένη των πραγματικών ανδρών. Τη φιλούσα πιο συχνά τώρα, μα ήταν βαθύς ο δικός της ερωτικός καημός και πρέπει να ομολογήσουμε ότι μας λείπει εντός μας όλο αυτό, κι ότι η χαρά του καημού μας έχει στερέψει. Ντρεπόμαστε που δεν είμαστε πλούσιοι στη καρδιά και σε τόσα άλλα, κι επίσης που θεωρήσαμε την ανθρωπότητα πιο ποταπή, απ' ότι είναι πραγματικά στο βάθος. Μα εγώ είχα κι αυτή το βρωμολόξα με τα φαντάσματα. Ίσως όχι αποκλειστικά από δικό μου λάθος. Η ζωή σ' αναγκάζει να μένεις συχνά πυκνά με τα φαντάσματα. «Είσαι πολύ τρυφερός Φερδινάνδε», με καθησύχαζε η Μόλλυ, «μην κλαις για μένα... Είναι σαν αρρώστια αυτή η μανία σου να μαθαίνεις όλο και πιο πολλά ... Αυτό είναι όλο... Κατά κει ολομόναχος... Ο μοναχικός ταξιδιώτης είναι κείνος που πάει πιο μακριά ...Θα φύγεις σύντομα λοιπόν;»
Τη φίλησα τη Μόλλυ μ᾿ όσο κουράγιο απόμενε στο σκέλεθρο μου. Ένιωθα θλίψη αληθινή, για πρώτη φορά στη ζωή μου, για όλον τον κόσμο, για μένα, για κείνη, για όλους τους ανθρώπους. Ίσως να ᾿ναι αυτό που ψάχνεις στη ζωή, αυτό μονάχα, την πιο μεγάλη δυνατή θλίψη, για να γίνεις ο εαυτός σου, προτού πεθάνεις. Ωστόσο υπερασπίστηκα την ψυχή μου ίσαμε σήμερα, κι αν ο θάνατος ερχόταν αύριο να με πάρει, δεν θα 'μουνα ποτέ, είμαι βέβαιος, το ίδιο ψυχρός, άσχημος, το ίδιο άξεστος, τόση καλοσύνη, τόσο όνειρο μου χάρισε η Μόλλυ τους λίγους εκείνους μήνες της Αμερικής.

Πραγματικά δε βιαζόμουν ούτε εγώ, όχι περισσότερο από εκείνους. Ήταν σαν να χα φτάσει στη στιγμή, στην ηλικία ίσως, που ξέρεις πια καλά τι χάνεις κάθε ώρα που περνάει. Μα δεν έχεις ακόμη αποκτήσει το σθένος της φρόνησης, που χρειάζεται για να σταματήσεις μονομιάς στο δρόμο του χρόνου, κι άλλωστε αν σταματούσες, δεν θα 'ξερες τι να κάνεις δίχως αυτή την τρέλα να προχωράς, που σε κυριεύει και που τη θαυμάζεις από την πρώτη σου νιότη. Είσαι ήδη λιγότερο περήφανος γι αυτή, για τη νιότη σου, δεν τολμάς ακόμη να ομολογήσεις δημοσίως, πως ίσως να μην είναι παρά αυτό η νιότη σου, η βιάση να γεράσεις. Ανακαλύπτεις τόση γελοιότητα σ' όλο το γελοίο παρελθόν σου, τόση απάτη κι ευπιστία , που θα 'θελες να περιμένεις τη νιότη ν᾿ αποσπαστεί, να την περιμένεις, να σε προσπεράσει, να την κοιτάς να φεύγει, να ξεμακραίνει, να δεις όλη της τη ματαιοδοξία, να βάλεις το δάχτυλο στο κενό της, να την κοιτάς να ξαναπερνάει πάλι, να προσπεράσεις σιγά σιγά απ᾿ την άλλη μεριά του χρόνου, για να δεις στ' αλήθεια, πως είναι οι άνθρωποι και τα πράγματα. Μια ωραία μέρα, αποφασίζεις να μιλάς όλο και λιγότερο για τα πιο προσφιλή σου πράγματα, μιλάς με κόπο κάθε που αναγκάζεσαι να το κάνεις. Έχεις βαρεθεί ν' ακούς τον εαυτό σου να μιλάει. Συντομεύεις ... Παραιτείσαι. Δεν σε κόφτει πια να ᾿χεις δίκιο. Σου φεύγει η διάθεση για τις απολαύσεις. Αρκεί τώρα πια να τρως λιγάκι, να εξασφαλίζεις λίγη ζέστα, να κοιμάσαι όσο πιο πολύ μπορείς στο δρόμο του τίποτα. Ψάχνεις ακόμη κόλπα για να μείνεις κει δα, με τους φιλάρες, μα είναι και ο θάνατος κει δα, δίπλα σου βρωμερός, λιγότερο μυστηριώδης κι από χαρτοπαίγνιο. Το μόνο που σου απομένει είναι οι μικρές λύπες, το ότι δε βρήκες για παράδειγμα το χρόνο να επισκεφτείς όσο ζούσε ακόμα, το γέρο θείο στο Μπουά-Κολόμπ, που το τραγουδάκι του έσβησε για πάντα ένα βράδυ του Φλεβάρη. Να τι διαφύλαξες όλο κι όλο από τη ζωή. Αυτή τη μικρούλα φρικτή τύψη, όλα τ' άλλα τα ξέρασες λίγο πολύ στο δρόμο, με πολύ κόπο και λύπη.

Ύστερα από χρόνια όταν τα ξανασκέφτεσαι, σου έρχεται να ξαναβρείς τις λέξεις που είπαν κάποιοι άνθρωποι, όπως και τους ίδιους τους ανθρώπους για να τους ρωτήσεις τι θέλαν να σου πουν. .. Μ' αυτοί έχουν φύγει... Δεν είχες αρκετή μόρφωση για να τους καταλάβεις... Θα 'θελες να ξέρεις ας πούμε, μπας και άλλαξαν γνώμη από τότε... Μα είναι πολύ αργά ... Πάει ... Πρέπει λοιπόν να συνεχίσεις ολομόναχος το δρόμο σου, μες τη νύχτα. Έχεις χάσει τους αληθινούς σου συντρόφους. Δεν τους έθεσες την σωστή ερώτηση, την αληθινή, όσο ήταν καιρός. Όταν ήταν κοντά σου δεν ήξερες. Χαμένο κορμί. Μα δεν μπαίνει με μεταμέλειες η κατσαρόλα στη φωτιά.  

Όλο το ανθολογημένο κείμενο στον παρακάτω σύνδεσμο.

ΜΙΑ ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ

Συμπτώσεις καί τό Τυχαῖο ὅλη μας, ἡ ζωή. Ἄνθρωποι πού συναντήσαμε καί ἄλλοι πού δέ γνωρίσαμε ποτέ, βιβλία που διαβάσαμε καί μᾶς προσδιόρισαν καί ἄλλα ἴσως ἄξια, που δέ γνωρίσαμε ποτέ. Γιά τούς περισσότερους ἀνθρώπους πολλοί συγγραφεῖς δέ ἔχουν ἀκόμη γεννηθεῖ. Γιά πόσους ὁ Προύστ ἤ ὁ Σελίν, δέν ἔχουν ὑπάρξει;.

Ἀγωνία λοιπόν ἀλλά καί τυχαῖο καί συμπτώσεις, ποιά παράθυρα θά ἀνοίξουμε καί θά φωτίσουν ὅσο μπορέσουμε τή ζωή μας καί ἄλλα πάλι πού θά μείνουν γιά πάντα σκοτεινά.

Πόσες προκαταλείψεις γιά τό «δοσίλογο» τόν ἀντισημήτη ΣΕΛΙΝ πρέπει νά ξεπεράσει κάποιος, για νά ἀποκαλυφθεῖ πίσω τους, τό ἀριστούργημα του, «ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ» πού μαζί μέ τό «ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΧΡΟΝΟ» τοῦ ΠΡΟΥΣΤ, εἶναι πιστεύω τά δύο ἀριστουργήματα τῆς παγκόσμιας μυθιστορηματικῆς λογοτεχνίας.

Τυχαία λοιπόν ἀλλά καί ἀπό τύχη, γιά μᾶς τούς ἄμοιρους τῆς Γαλλικῆς γλώσσας, χάρις καί στήν δέν θά τό πῶ ἐγώ, ὑπέροχη μετάφραση τῆς: Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου.

Πραγματικά σκέφτομαι πολλές φορές, ὑπάρχουν ἀκόμη πιό ὑπέροχοι χυμοί, πιό ξεσηκωτικοί, ἄλλες ἄγνωστες γεύσεις νά χαρεῖς, ρουφώντας αὐτό τό κείμενο στήν ἴδια του τή γλώσσα; Πρᾶγμα πού μοιραία ἰσχύει σέ ὅλες τίς μεταφράσεις· ὅμως ἡ Ἑλληνική μετάφραση, δέν σοῦ ἀφήνει περιθώρια γιά τέτοιες ὑποθέσεις. Τό ὕφος εἶναι δῶ, ἀναπάντεχο, γοητευτικό, αὐτάρκες. Μιά εὐτυχισμένη μεταφορά.

Στίς πρῶτες ἀναγνώσεις, κράτησα σέ δυό τετράδια, μόνο τά στοχαστικά κομμάτια, αὐτά τά ξεσκίδια τῆς ἀνθρώπινης ἀπόγνωσης ἤ τῆς ἀνθρώπινης γελοιότητας, τοῦ μεγάλου τίποτα τῆς ζωῆς, φωτισμένης μ᾿ ἕνα φῶς ἀνελέητο, καί μές στίς σκιές του, τά σπαράγματα τῆς τρυφεράδας κάποιων πλασμάτων, νά σπρώξουν λίγο πιό πέρα τή λαθραία μας μοίρα.

Σιγά σιγά τά κομμάτια αὐτά αὐτονομήθηκαν, ξέχασαν πλοκή καί πρόσωπα, ὅπως συναισθήματα πού πολλές φορές ξεχνοῦν πρόσωπα καί περιστάσεις. Ὅταν τά ξαναδιάβαζα ἀποχτοῦσαν ὅλο καί περισσότερη δύναμη καί αὐτάρκεια, ἀλλά ἀγνοοῦσαν μαζί τους καί ᾿γώ, τί τά ᾿κανε νά ὑπάρξουν.

Σκέφτηκα καί γιά μένα καί ἄν ἤθελα νά μοιραστῶ μέ κάποιον ἤ κάποια, τή σκοτεινή ὀμορφιά τους, νά τά ξανασυνδέσω μέ πρόσωπα καί πράγματα, μέ μιά συντομευμένη ἀλλά ἐπαρκέστατη πλοκή, ἀπόλυτα πιστή στό μεταφρασμένο κείμενο ἀπό τήν Σεσίλ Ιγγλέση Μαρσέλλου . Μιά ἀνθολόγηση μέ τήν κυριολεξία τῆς λέξης. Ξέρω πώς αὐτό εἶναι "ἱεροσυλία", καί γιά νά ἐξευμενίσω τίς "ἐνοχές" μου, θεώρησα τό ἐγχείρημα σάν ἕνα ταξίδι μέσα στό  ταξίδι στην άκρη της νύχτας.