Κίρκη- Κιχλη

Σεφέρης Κίχλη

ΜΙΑ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΧΛΗ
Γράφει ο Σεφέρης
«Τελειώνοντας το 1949 ο Γιώργος Κατσίμπαλης μου ζήτησε να του γράψω
ένα γράμμα που θα βοηθούσε το καλοπροαίρετο αναγνώστη να διαβάσει ευκολότερα την "Κίχλη". Η αλήθεια είναι ότι το ποίημα φαινόταν απροσπέλαστο τότε. Με το κέφι που δίνει η γραφή σ᾿ ένα φίλο, κάθησα και του έφτιαξα μια σκηνοθεσία· ήταν το πρωτοχρονιάτικο δώρο μου. "Έτσι" του έλεγα "δεν είναι απίθανο να παιχτεί κάποτε η "Κίχλη" στον κινηματογράφο". Με άλλα λόγια: υποδύθηκα το πρόσωπο του κοινού αναγνώστη, λιγότερο ή περισσότερο επαρκή· το κύρος της ερμηνείας μου δεν μπορούσε να είναι βαρύτερο».
Αγαπητέ μου Γιώργο,
Η Δυσκολία .......................................................

Ελπήνορας
Ελπήνορας άνθρωπος αντηρωικός, τρυφηλός, ηδυπαθής, επιπόλαιος, απερίσκεπτος, γενικά αρνητικά χαρακτηρισμένος.
Λίγα λόγια για τον Ελπήνωρα ο οποίος κατέχει κεντρική θέση, στην Κίχλη αλλά και σε άλλα ποιήματα του Σεφέρη είτε ονομαζόμενος είτε σαν περσόνα.
Ενδεικτικά:
Στη "Στροφή" στο ποίημα: "Οι Σύντροφοι στον άδη"
« πέσαμε εδώ στα χαμηλά
ανίδεοι και χορτάτοι».

Στο "Μυθιστόρημα" στο Δ΄ "Αργοναύτες" οι υποταγμένοι και σιωπηλοί σύντροφοι
« Οι σύντροφοι τέλειωσαν με τη σειρά
με χαμηλωμένα μάτια. Τα κουπιά τους
δείχνουν το μέρος που κοιμούνται στ᾿ ακρογιάλι.
Κανείς δεν τους θυμάται. Δικαιοσύνη.
Χαρακτηρισμένοι Ελπήνορες  από τον ίδιο το Σεφέρη στο ποίημα αυτό, με ενστάσεις από μελετητές του  ποιήματος  (περιπτώσεις Λέοντος Καραπαναγιώτη στο Αφιέρωμα για τον Σεφέρη 1961 "Μυθιστόρημα", Σπύρου Πλασκοβίτη "Ο δίκαιος λόγος του Σεφέρη" επιλογή κριτικών κειμένων, Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης).

Ακόμη  στο "μια Σκηνοθεσία για την Κίχλη" την οποία ο Σεφέρης  γράφει σα γράμμα προς τον Κατσίμπαλη (Βλέπε αρχή σελίδας),  ο Σεφέρης και τους "υπομενετικούς" της " Άρνησης"   τους χαραχτηρίζει πολύ αυστηρά Ελπήνορες.
«Με τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή ζωή μας· λάθος»

«Το κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε»
από τη "Μποτίλια στο πέλαγος» ΙΒ΄από το "Μυθιστόρημα", ένας κάποιος Ελπήνωρ ο πιο νέος.

Και ο ίδιος υπενθυμίζει τη ρητή επίκληση, στο Ημερολόγιο Β΄ «Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγαπάνθους»,
«Κι οι σύντροφοι μένουν στα παλάτια της Κίρκης·
ακριβέ μου Ελπήνωρ! Ηλίθιε, φτωχέ μου Ελπήνωρ!
Ή, δεν τους βλέπεις;»

που έρχεται σε αντίθεση με τις σκιές των ηρώων που δηλώνει η ράχη των Ψαρών.
«Βοηθήστε μας!»-
Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη
.

Συνεχίζει ο Σεφέρης προς τον Κατσίμπαλη:

«Ίσως ρωτήσεις γιατί γράφω με συμπάθεια γι᾿ αυτούς. Μα γιατί οι άνθρωποι που ανήκουν σ᾿ αυτή την κατηγορία, ανάμεσα στους ήρωες (ομηρική έννοια, όχι καρλαϊλική) και τους Θερσίτες είναι οι πιό συμπαθητικοί. Ακόμα και ο Ομηρικός Οδυσσέας, όταν βλέπει τον Ελπήνορα πρώτο ανάμεσα στους νεκρούς, τον λυπάται και δακρύζει. Δε λέω: αγαπητοί αξιοθαύμαστοι· λέω: συμπαθητικοί, μέσοι και σπαταλημένοι»
Παρακάτω σημειώνει ο Σεφέρης: «Ίσως ρωτήσεις γιατί γράφω με συμπάθεια γι᾿ αυτούς. Μα γιατί οι άνθρωποι που ανήκουν σ᾿ αυτή την κατηγορία, ανάμεσα στους ήρωες (ομηρική έννοια, όχι καρλαϊλική) και τους Θερσίτες είναι οι πιό συμπαθητικοί. Ακόμα και ο Ομηρικός Οδυσσέας, όταν βλέπει τον Ελπήνορα πρώτο ανάμεσα στους νεκρούς, τον λυπάται και δακρύζει. Δε λέω: αγαπητοί αξιοθαύμαστοι· λέω: συμπαθητικοί, μέσοι και σπαταλημένοι»
Ο Ομηρικός Ελπήνορας
Στη χώρα των Λαιστρυγόνων ο Οδυσσέας χάνει τα ένδεκα από τα δώδεκα καράβια του. Με το ένα που του απομένει φτάνει στην Αία, το παράξενο και μυστηριώδες νησί της Κίρκης. Εκεί ανιχνεύει αρχικά μόνος του το παλάτι της Κίρκης, αλλά δεν το πλησιάζει. Επιστρέφει στους συντρόφους και τους χωρίζει σε δύο ομάδες, ορίζοντας αρχηγό της δεύτερης τον Ευρύλοχο. Στην ομάδα αυτή πέφτει ο κλήρος να πάει στο παλάτι και να μπει μέσα. Εκεί τους υποδέχεται η Κίρκη και με το μαγικό ραβδί της τους μεταμορφώνει σε γουρούνια. Σώζεται μονάχα ο (καχύποπτος) Ευρύλοχος, που έμεινε έξω από το παλάτι. Τρομοκρατημένος από την εξαφάνιση των άλλων, γυρίζει πίσω και ενημερώνει τους υπόλοιπους και τον Οδυσσέα, που αναλαμβάνει και πάλι μόνος να ξεδιαλύνει το μυστήριο. Στο δρόμο προς το παλάτι εμφανίζεται μπροστά του ο Ερμής, που του αποκαλύπτει τι έχει συμβεί και τον συμβουλεύει πώς να αντιμετωπίσει την Κίρκη. Η μάγισσα επιχειρεί να μεταμορφώσει και τον Οδυσσέα αλλά αποτυγχάνει. Εκείνος την ορκίζει πως δεν θα του κάνει κακό, πλαγιάζει μαζί της και την πείθει να επαναφέρει στην ανθρώπινη μορφή τους συντρόφους του. Η Κίρκη δέχεται και ζητά να έρθουν στο παλάτι και οι υπόλοιποι. Όλοι μαζί περνούν κάπου ένα χρόνο στο παλάτι ευωχούμενοι. Όταν ο Οδυσσέας, παρακινούμενος και από τους συντρόφους, της ζητάει να τους επιτρέψει να φύγουν, εκείνη συγκατατίθεται, αλλά, προς απογοήτευση όλων, του φανερώνει ότι πρέπει να κατεβεί στον κάτω κόσμο για να ζητήσει χρησμό από τον μάντη Τειρεσία, που θα του δείξει το δρόμο της επιστροφής. Την ώρα που ξεκινούν, ο πιο νέος απ᾽ όλους, ο Ελπήνωρ με τον σαλεμένο νου, πέφτει μεθυσμένος από το δώμα της Κίρκης και σκοτώνεται.

Κάποιος Ελπήνωρ, ο πιο νέος απ᾽ όλους, μήτε στη μάχη και πολύ
γενναίος, μήτε και στο μυαλό του τόσο γνωστικός -
αυτός λοιπόν, γυρεύοντας δροσιά, πήγε και πλάγιασε παράμερα
από τους άλλους μου συντρόφους,
στο δώμα επάνω του ιερού σπιτιού της Κίρκης,
με το κεφάλι του βαρύ απ᾽ το πολύ κρασί.
Τότε, ακούγοντας θόρυβο και φωνές των άλλων που κινούσαν,
πετάχτηκε απ᾽ τον ύπνο ξαφνιασμένος και, παραζαλισμένος, χάνει
τον δρόμο του, που θα κατέβαινε πάλι τη σκάλα την ψηλή·
από τη στέγη πέφτοντας, γκρεμίστηκε με το κεφάλι, σύντριψε
του λαιμού τούς αστραγάλους, κι ευθύς κατέβηκε
στον Άδη η ψυχή του.
Ο Οδυσσέας τον συνάντησε όταν επισκέφθηκε τον Άδη, και μάλιστα ήταν ο πρώτος που συνάντησε στον κάτω κόσμο. Εκεί ο Ελπήνορας του υπενθύμισε ότι του όφειλε μια κανονική κηδεία, οπότε επιστρέφοντας ο Οδυσσέας στον επάνω κόσμο εκπλήρωσε την υποχρέωσή του: επέστρεψε στην Αιαία, έκαψε τη σορό του Ελπήνορα και μετά την έθαψε μαζί με την πανοπλία του, σημαδεύοντας τον τάφο με ένα κουπί του πλοίου του.
Ο αντιηρωικός χαρακτήρας του Ελπήνορα αγγίζει τη σύγχρονη ευαισθησία περισσότερο απ' ό, τι οι πρωτεύοντες ομηρικοί ήρωες, όπως ο Οδυσσέας. Ο Ελπήνωρ (ελπίς+ανήρ) είναι ο συνηθισμένος άνθρωπος που ζει στον μικρόκοσμό του και παγιδεύεται σε μικρές επιλογές που όμως τη δεδομένη στιγμή φαντάζουν σπουδαίες στα μάτια του.

Σχόλια

Γιώργος Σεφέρης - Κίχλη(1946)

Δαίμονος ἐπιπόνου καί τύχης χαλεπής έφήμερον σπέρμα,
τί με βιάζεσθε λέγει, ἅ ὑμῖν ἄρειον μή γνῶναι.

(Ο ΣΕΙΛΗΝΟΣ ΣΤΟΝ ΜΙΔΑ)
Το παραπάνω κείμενο είναι από τον Παραμυθητικόν πρός Απολλώνιον τού Πλούταρχου.
Φυλή άθλια κι εφήμερη, παιδί της τύχης και της οδύνης, γιατί με αναγκάζεις να σου αποκαλύψω πράγμα που θα ήταν καλύτερα για σένα να μη γνωρίσεις ποτέ;

Είναι άξιον προσοχής,  γιατί ο Σεφέρης επέλεξε μόνο ένα τμήμα από το απόσπασμα το οποίο  έτσι μένει μετέωρο γιατί δεν περιλαμβάνει το "πράγμα" που είναι καλύτερα να μη γνωρίζει ο Μίδας και κάθε Μίδας και το οποίο αποκαλύπτεται στη συνέχεια του αποσπάσματος.  Ο  Σεφέρης προφανώς γνωρίζει το απόσπασμα, αλλά δεν συμφωνεί με τον απόλυτο  Μηδενισμό στον οποίο παραπέμπει. Το απόσπασμα αυτό που εκφράζει το βαθύ πεσσιμισμό των Ελλήνων, βλέπε και Σοφοκλή στον "Οἰδίποδα ἐπί Κολωνῷ": (Το καλύτερο απ' όλα θε να 'τανε να μην είχε κανείς γεννηθεί, ή μια που ήρθε στο φως, να γυρνά κείθ' όπου ήρθε μια ώρα πιο μπρος), περιλαμβάνει ο Νίτσε στο βιβλίο του "Η Γέννηση της Τραγωδίας".
Το απόσπασμα  που μας ενδιαφέρει:
Ο Βασιλιάς Μίδας συνάντησε τον Σειληνό (σύντροφο του Διονύσου) και κάτοχο της Σοφίας κατα το μύθο, στο δάσος και τον πίεσε να μάθει πιο ήταν για το άνθρωπο το πιο ποθητό και πολύτιμο πράγμα. Η απάντηση του Σειληνού ήταν:
 «[...] δαίμονος ἐπιπόνου καὶ τύχης χαλεπῆς ἐφήμερον σπέρμα, τί με βιάζεσθε λέγειν ἃ ὑμῖν ἄρειον μὴ γνῶναι; μετ' ἀγνοίας γὰρ τῶν οἰκείων κακῶν ἀλυπότατος ὁ βίος. ἀνθρώποις δὲ πάμπαν οὐκ ἔστι γενέσθαι τὸ πάντων ἄριστον οὐδὲ μετασχεῖν τῆς τοῦ βελτίστου φύσεως (ἄριστον γὰρ πᾶσι καὶ πάσαις τὸ μὴ γενέσθαι)· τὸ μέντοι μετὰ τοῦτο καὶ πρῶτον τῶν ἀνθρώπῳ ἀνυστῶν, δεύτερον δέ, τὸ γενομένους ἀποθανεῖν ὡς τάχιστα».Δῆλον οὖν ὡς οὔσης κρείττονος τῆς ἐν τῷ τεθνάναι διαγωγῆς ἢ τῆς ἐν τῷ ζῆν, οὕτως ἀπεφήνατο.
Μετάφραση
«[...] φυλή άθλια κι εφήμερη, παιδί της τύχης και της οδύνης, γιατί με αναγκάζεις να σου αποκαλύψω πράγμα που θα ήταν καλύτερα για σένα να μη γνωρίσεις ποτέ; Γιατί είναι πιο ανώδυνος ο βίος, όταν κανείς αγνοεί τι είναι δεινό για τον ίδιο. Ό,τι περισσότερο απ' όλα πρέπει να επιθυμείς, σου είναι αδύνατον να τα αποκτήσεις ούτε μπορείς να μετέχεις στη φύση του καλύτερου: το καλύτερο για όλους και όλες είναι να μην έχει κανείς ποτέ γεννηθεί, να μην υπάρχει, να πέσει στην ανυπαρξία. Αλλά αφού έχει γεννηθεί ό,τι περισσότερο πρέπει να επιθυμεί, είναι να πεθάνει το γρηγορότερο». Είναι φανερό, λοιπόν, ότι είναι καλύτερη η ζωή στον θάνατο, παρά η ζωή στη ζωή, έτσι αποφάνθηκε.

Α΄

Το σπίτι κοντά στη θάλασσα

Η Κίρκη προσφέρει το ποτήρι στον Οδυσσέα είναι ελαιογραφία του Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ
Η Κίρκη προσφέρει το ποτήρι στον Οδυσσέα είναι ελαιογραφία του Τζον Γουίλιαμ Γουότερχαουζ
Βίλα Γαλήνη Πόρος
Βίλα Γαλήνη Πόρος
Μαρίκα Ζάννου(Μαρώ Σεφέρη)  το 1938
Μαρίκα Ζάννου(Μαρώ Σεφέρη) το 1938

Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν. Έτυχε
να ᾿ναι τα χρόνια δίσεχτα· πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί·

κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει· το κυνήγι
ήταν καλό στα χρόνια μου, πήραν πολλούς τα σκάγια·
οι άλλοι γυρίζουν ή τρελαίνουνται στα καταφύγια.
Μη μου μιλάς για τ' αηδόνι μήτε για τον κορυδαλλό
μήτε για τη μικρούλα σουσουράδα
που γράφει νούμερα στο φως με την ουρά της· δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια
ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούρια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες γυαλιστερές πάνω στη μέρα·
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ' εκείνους που έμειναν μ' εκείνους που έφυγαν
μ' άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χαθήκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους
καμιά φορά, σα σταματήσω·
                                                      ακόμη
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ' ένα κρεβάτι σιδερένιο χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδινήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να 'ρθει, πως τον στολίζουν
μ' άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα 
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να 'ρθει να μ' αποχαιρετήσει·
ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη Ρόδο Συρακούσες Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα,
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ' τη σκάλα.

 Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις.


















Β΄

                                                 ο ηδονικός ελπήνωρ

Τον είδα χτες να σταματά στην πόρτα
κάτω από το παράθυρό μου· θα 'ταν
εφτά περίπου· μια γυναίκα ηταν μαζί του.
Είχε το φέρσιμο του Ελπήνορα, λίγο πριν πέσει
να τσακιστεί, κι όμως δέν ήταν μεθυσμένος.
Μιλούσε πολύ γρήγορα, κι εκείνη
κοίταζε αφηρημένη προς τους φωνογράφους·
τον έκοβε καμιά φορά να πει μια φράση
κι έπειτα κοίταζε μ' ανυπομονησία
εκεί που τηγανίζουν ψάρια· σαν τη γάτα.
Αυτός ψιθύριζε μ' ένα αποτσίγαρο σβηστό στα χείλια:

- «Άκουσε ακόμη τούτο. Στο φεγγάρι
τ' αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι
ανάμεσα σε ζωντανούς καρπούς  -   τ' αγάλματα·
κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη,η φλόγα που καίει τον άνθρωπο, θέλω να πω».

- «Είναι το φως... ίσκιοι της νύχτας...»

- «Ίσως η νύχτα που άνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινός κόρφος, και σε γέμισε άστρα
κόβοντας τον καιρό.
            Κι όμως τ' αγάλματα
λυγίζουν κάποτε, μοιράζοντας τον πόθο
στα δυο, σαν το ροδάκινο· κι η φλόγα
γίνεται φίλημα στα μέλη κι αναφιλητό
κι έπειτα φύλλο δροσερό που παίρνει ο άνεμος· λυγίζουν· γίνουνται αλαφριά μ' ένα ανθρώπινο βάρος.
Δεν το ξεχνάς».
                     - Τ' αγάλματά ειναι στο μουσείο.

- «Όχι, σε κυνηγούν, πώς δεν το βλέπεις;
θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,
με την αλλοτινή μορφή τους που δε γνώρισες
κι όμως την ξέρεις.
                                       Όπως όταν
στα τελευταία της νιότης σου αγαπήσεις
γυναίκα που έμεινε όμορφη, κι όλο φοβάσαι,  καθώς την κράτησες γυμνή το μεσημέρι,
τη μνήμη που ξυπνά στην αγκαλιά σου·
φοβάσαι το φιλί μη σε προδώσει
σ' άλλα κρεβάτια περασμένα τώρα
που ωστόσο θα μπορούσαν να στοιχειώσουν
τόσο εύκολα τόσο εύκολα και ν' αναστήσουν
είδωλα στον καθρέφτη, σώματα που ήταν μια φορά· την ηδονή τους.
                                  Όπως όταν
γυρίζεις απ' τα ξένα και τύχει ν' ανοίξεις
παλιά κασέλα κλειδωμένη από καιρό
και βρεις κουρέλια από τα ρούχα που φορούσες
σε όμορφες ώρες, σε γιορτές με φώτα
πολύχρωμα, καθρεφτισμένα, που όλο χαμηλώνουνκαι μένει μόνο το άρωμα της απουσίας μιας νέας μορφής.
                                  Αλήθεια, τα συντρίμμια
δεν είναι εκείνα· εσύ 'σαι το ρημάδι·
σε κυνηγούν με μια παράξενη παρθενιά
στο σπίτι στο γραφείο στις δεξιώσεις
των μεγιστάνων, στον ανομολόγητο φόβο του ύπνου·
μιλούν για περιστατικά που θά ηθελες να μην υπάρχουν
ή να γινόντουσαν χρόνια μετά το θάνατό σου,
κι αυτό είναι δύσκολο γιατί...»
                        - Τ' αγάλματά ειναι στο μουσείο.
Καληνύχτα».
- «...γιατί τ' αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,
είμαστε εμείς. Τ' αγάλματα λυγίζουν αλαφριά... καληνύχτα.

Εδώ χωρίστηκαν. Αυτός επήρε
την ανηφόρα που τραβάει κατά την Άρκτο
κι αυτή προχώρεσε προς το πολύφωτο ακρογιάλι
 όπου το κύμα πνίγεται στη βοή του ραδιοφώνου:





Το ραδιόφωνο

- «Πανιά στο φύσημα του αγέρα

ο νους δεν κράτησε άλλο από τη μέρα.
Άρωμα πεύκου και σιγή
εύκολα θ' απαλύνουν την πληγή
που έκαμαν φεύγοντας ο ναύτης
η σουσουράδα ο κοκωβιός κι ο μυγοχάφτης. Γυναίκα που έμεινες χωρίς αφή,
άκουσε των ανέμων την ταφή.

»Άδειασε το χρυσό βαρέλι
ο γήλιος έγινε κουρέλι
σε μιας μεσόκοπης λαιμό
που βήχει και δεν έχει τελειωμό·
το καλοκαίρι που ταξίδεψε τη θλίβει
με τα μαλάματα στους ώμους και στην ήβη.
Γυναίκα που έχασες το φως,άκουσε, τραγουδά ο τυφλός.

»Σκοτείνιασε· κλείσε τα τζάμια·
κάνε σουραύλια με τα χτεσινά καλάμια,
και μην ανοίγεις όσο κι α χτυπούν·
φωνάζουν μα δεν έχουν τί να πουν.
Πάρε κυκλάμινα, πευκοβελόνες,
κρίνα απ' την άμμο, κι απ' τη θάλασσα ανεμώνες·
γυναίκα που έχασες το νου,
άκου, περνά το ξόδι του νερού...»

- «Αθήναι. Ανελίσσονται ραγδαίως
τα γεγονότα που ήκουσε με δέος
η κοινή γνώμη. Ο κύριος υπουργός
εδήλωσεν, Δεν μένει πλέον καιρός...
- ...πάρε κυκλάμινα... πευκοβελόνες...
κρίνα απ' την άμμο... πευκοβελόνες...
γυναίκα... - ...υπερτερεί συντριπτικώς.
Ο πόλεμος...»
                ΨΥΧΑΜΟΙΒΟΣ




Γ΄

                                       Το ναυάγιο της «Κίχλης»

«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ' το, σου το χαρίζω·
δες, είναι ξύλο λεμονιάς...»
                                                    Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια·
το ᾿λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.

Κι άλλες φωνές σιγά σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ' άλλο μέρος, το σκοτεινό·
θα 'λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·
είτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ·
το δίκιο σας θα 'ναι το δίκιο μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·
ποιός πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».

 Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον άνθρωπο.


                                                            


















Το Φως

Καθώς περνούν τα χρόνια
πληθαίνουν οι κριτές που σε καταδικάζουν·
καθώς περνούν τα χρόνια και κουβεντιάζεις με λιγότερες φωνές,
βλέπεις τον ήλιο μ' άλλα μάτια·
ξέρεις πως εκείνοι που έμειναν, σε γελούσαν,
το παραμίλημα της σάρκας, ο όμορφος χορός
που τελειώνει στη γύμνια.
Όπως, τη νύχτα στρίβοντας στην έρμη δημοσιά, άξαφνα βλέπεις να γυαλίζουν τα μάτια ενός ζώου
που έφυγαν κιόλας, έτσι νιώθεις τα μάτια σου·
τον ήλιο τον κοιτάς, έπειτα χάνεσαι μες στο σκοτάδι·
ο δωρικός χιτώνας
που αγγίξανε τα δάχτυλά σου και λύγισε σαν τα βουνά,
είναι ένα μάρμαρο στο φως, μα το κεφάλι του είναι στο σκοτάδι.
Κι αυτούς που αφήσαν την παλαίστρα για να πάρουν τα δοξάρια
και χτύπησαν το θεληματικό μαραθωνοδρόμο
κι εκείνος είδε τη σφενδόνη ν' αρμενίζει στο αίμα
ν' αδειάζει ο κόσμος όπως το φεγγάρι
και να μαραίνουνται τα νικηφόρα περιβόλια·
τους βλέπεις μες στον ήλιο, πίσω από τον ήλιο.
Και τα παιδιά που κάναν μακροβούτια απ' τα μπαστούνια
πηγαίνουν σαν αδράχτια γνέθοντας ακόμη,
σώματα γυμνά βουλιάζοντας μέσα στο μαύρο φως
 μ' ένα νόμισμα στα δόντια, κολυμπώντας ακόμη,
καθώς ο ήλιος ράβει με βελονιές μαλαματένιες
πανιά και ξύλα υγρά και χρώματα πελαγίσια·
ακόμη τώρα κατεβαίνουνε λοξά
προς τα χαλίκια του βυθού οι άσπρες λήκυθοι.

Αγγελικό και μαύρο, φως,
γέλιο των κυμάτων στις δημοσιές του πόντου,δακρυσμένο γέλιο,
σε βλέπει ο γέροντας ικέτης
πηγαίνοντας να δρασκελίσει τις αόρατες πλάκες
καθρεφτισμένο στο αίμα του
που γέννησε τον Ετεοκλή και τον Πολυνείκη.
Αγγελική και μαύρη, μέρα·
η γλυφή γέψη της γυναίκας που φαρμακώνει το φυλακισμένο
βγαίνει απ' το κύμα δροσερό κλωνάρι  στολισμένο στάλες.
Τραγούδησε μικρή Αντιγόνη, τραγούδησε, τραγούδησε...
δε σου μιλώ για περασμένα, μιλώ για την αγάπη·
στόλισε τα μαλλιά σου με τ' αγκάθια του ήλιου,σκοτεινή κοπέλα·
η καρδιά του Σκορπιού βασίλεψε,
ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει,
κι όλες οι κόρες του πόντου, Νηρηίδες, Γραίες
τρέχουν στα λαμπυρίσματα της αναδυομένης·
όποιος ποτέ του δεν αγάπησε θ' αγαπήσει,
στο φως·
                  και είσαι
σ' ένα μεγάλο σπίτι με πολλά παράθυρα ανοιχτά
τρέχοντας από κάμαρα σε κάμαρα, δεν ξέροντας από πού
να κοιτάξεις πρώτα,
γιατί θα φύγουν τα πεύκα και τα καθρεφτισμένα βουνά και
το τιτίβισμα των πουλιών
θ' αδειάσει η θάλασσα, θρυμματισμένο γυαλί, από βοριά και νότο
θ' αδειάσουν τα μάτια σου απ' το φως της μέρας
πως σταματούν ξαφνικά κι όλα μαζί τα τζιτζίκια.


Πόρος, «Γαλήνη», 31 του Οχτώβρη 1946

Σχόλια

«Ας φανταστούμε» γράφει ο Σεφέρης στο "Μιά σκηνοθεσία για την Κίχλη" στον Γ. Κατσίμπαλη, πως εκείνος που λέει "εγώ" στην "Κίχλη", είναι ένας κάποιος Οδυσσέας. Ίσως αυτό να μας κάνει να στοχαστούμε πως οι άνθρωποι της αστάθειας, των περιπλανήσεων και των πολέμων, μολονότι μπορεί να παραλλάζουν κατά το μεγαλείο και την αξία, κινούνται πάντα ανάμεσα στα ίδια τέρατα και τις ίδιες λαχτάρες».
Συμπερασματικά με βεβαιότητα μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Οδυσσέας και ο ποιητής ταυτίζονται ή αλληλοεγκαθιστούνται.
«Ο Οδυσσέας» γράφει ο Σεφέρης στο ίδιο γράμμα: «Το σπίτι της Κίρκης είναι το πρώτο σπίτι που βλέπει ο Οδυσσέας ύστερα από πολλά βάσανα πολλά φονικά και ανοησίες (το φλασκί των ανέμων), ύστερα από τους Κύκλωπες, που του στοίχησαν ακριβἀ· είναι η πρώτη χλιδή που βρίσκει: το πλούσιο τραπέζι, το αψηλό κρεβάτι και το κορμί της ωραίας γυναίκας. Είναι μαλθακό αυτό το σπίτι· τους ανθρώπους που δε χάθηκαν η Κίρκη τους κάνει γουρούνια. Ο Οδυσσέας χαίρεται αυτή την ηδονή, αλλά έχει στο νου του και το δικό του σπίτι. Θα ήθελες να ονομάσουμε αυτό το δικό του σπίτι, το φως;»
Τώρα το σπίτι του Σεφέρη:
Συνεχίζει το γράμμα:
«Το περιβάλλον του Πόρου, οι πρώτες μου εκείνες διακοπές ύστερα από οκτώ χρόνια, μου έδωσαν διάφορα συναισθήματα. Ένα απ᾿ αυτά ήταν αυτό που έλεγα ὁ  "Αννίβας στην Καπούη". Αλλά και στα περασμάενα, ο Πόρος  ήταν για μένα ο πιο "ηδοπόναθος" τόπος: λεμονόδασα κανάλια. Συχνά  με δυσανασχέτησε· έφτασα από αντίδραση, να τον ονομάσω κρεβατοκάμαρα μεγάλης εταίρας· βλέπεις πόσο "αντιελπινορικός" γίνομαι. Εξ άλλου η "Γαλήνη" το Βικτοριανό εκείνο σπίτι μου έδωσε ύστερα από πολλά χρόνια, το αίσθημα του στερεού σπιτιού, όχι της κατασκήνωσης.
Έτσι ο Οδυσσέας, ύστερα από τόσες καταστροφές, και ἀλλες που νιώθει επικείμενες, συλλογίζεται αυτό που ο κόσμος ονομάζει σπίτι».
(η αλληλοεισχώρηση ποιητή και Οδυσσέα)

«Τo σπίτι γεμάτο γρίλιες καὶ δυσπιστία
σαν τo καλοκοιτάξεις στiς σκοτεινές γωνιές
"γιά χρόνια πλάγιαζα νωρίς" ψιθυρίζει....
»
(Piazza San Nikolo)

« Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ᾿ ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένοα
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας».

(Μυθιστόρημα Α΄)

«Το σπίτι μας μέσα στα πεύκα και τις χαρουπιές
μεγάλα παράθυρα. Μεγάλα τραπέζια.....»

(Μυθιστόρημα Ζ΄)

«Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου».

(Μυθιστόρημα ΙΗ΄)

Γράφει ο Σεφέρης «Εδώ αρχίζει η "Κίχλη" »
                                                                 

 






Ο ποιητής σαν να απαντά σε μια παρηγορητική φωνή: μη μου μιλάς για πράγματα όπως θα μίλαγαν σ᾿ άλλους καιρούς. Το μόνο που ξέρω είναι ότι τα σπίτια έχουν τη φυλή τους, "το ύφος τους". Εδώ τα σπίτια προσωποιούνται: αισθάνονται, γελούνε, θυμώνουν, με αυτούς που  έφυγαν από πολέμους, από ανάγκες τώρα που ο κόσμος έγινε απέραντος.  Στο ημερολόγιο τού 46 ο σεφέρης γράφει: «Νόμιζες πως ο πόλεμος, οι δύσκολες περιστάσεις θά τελείωναν με κάποι ειρήνη. Ξαφνικά ανακαλύπτεις πως όλη τη ζωή σου θα την περάσεις ανώμαλα»

Το σπίτι σαν το καλοκοιτάξεις μέσα απὸ τις παλιές κορνίζες
ξυπνά με τα πατήματα της μητέρας στα σκαλοπάτια
το χέρι που φτιάνει σκεπάσματα ή διορθώνει την κουνουπιέρα.......

(αποσπάσματα πό το "Piazza San Nicolo")

Συνεχίζει ο Σεφέρης την σκηνοθεσία
« - παιδικές αναμνήσεις. Τέτοιες αναμνήσεις του έρχονται εδώ στο μέγαρο της Κίρκης. Ονειροπολεί. Κι  εδώ ψιθυρίζουν παλιές αρχόντισσες, ενώ παρουσιάζεται το φάντασμα του νέου. Το στολίζουν σα γαμπρό και σα νεκρό:
πως  κάποιος ετοιμάζεται να 'ρθει να μ' αποχαιρετήσει·
Είναι αν θέλεις το είδωλο του νεκρού Ελπήνορα, ένας αντίλαλος του β΄μέρους και των πρώτων στίχων του γ΄. Το πέρασμα της γυναίκας Κίρκης τον παραμερίζει:
ή, μια γυναίκα ελικοβλέφαρη βαθύζωνη
Για την ιδέα μου η Κίρκη δεν είναι θεά, μήτε καν μάγισσα, είναι ένα σύμβολο της ηδονής, ο καημός του αισθησιασμού. Θαρρώ πως η ατμόσφαιρα που φέρνει η μεσημβρινή αυτή γυναίκα, με τα αρώματα από καρπούς, βότανα και μεσογειακές πολιτείες, έχει αρκετή σαφήνεια. Σμύρνη, γιατί εκεί έζησα παιδί· Συρακούσες, Μεγάλη Ελλάδα, ηδονική ζωή κτλ. είναι κοντά στα μέρη της Ομηρικής Κίρκης· όσο για τη Ρόδο, κοιταξε στο "Στρατή Θαλασσινό περιγράφει έναν άνθρωπο"
το κορίτσι στο πορνείο της Πόλης:
......... τόση ζωή τριγύρω στο δέρμα.

Έπειτα το κορίτσι μου είπε παίζοντας απρόσεχτα με το δεξί του στήθος: "Είμαι από τη Ρόδο, με αραβώνιασαν 13 χρονών για 100 παράδες.
Αλλά τώρα ο Οδυσσέας αντιδρά· η ηδονή που βλέπει να περνά μπροστά του, στοχάζεται πως είναι η άλλη όψη της φθοράς· η Κίρκη
.... ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω απ' τη σκάλα
-
σαν τους μεθυσμένους· χωρίς να βλέπει τους νεκρούς του. Η τρυφή αυτού του σπιτιού αρχίζει να τον βαραίνει. Τελειώνει με τη μνήμη των πεισματωμένων σπιτιών».













1.Στο φεγγάρι: Η Κίρκη ήταν, σύμφωνα με την παράδοση, σεληνιακή θεά. Το φαντασμαγορικό φως του φεγγαριού, που αλλάζει την ύλη, ευκολύνει την παρομοίωση. Καταμεσήμερα η εικόνα θα ήταν πολύ πιό δύσκολη.

2.
τ' αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι:
Κόιταξε, με το ίδιο νόημα στη "Στέρνα":
Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!
Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυ
λύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη...


3. ...η νύχτα που άνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινός κόρφος, και σε γέμισε άστρα
" Κοίταξε στον Ερωτικό λόγο"

O Πήτερ Μάγκριτζ στο δοκίμιό του " Ο ηδονικός Σεφέρης" στο βιβλίο "Εισαγωγή στην Ποίηση του Σεφέρη" Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης, γράφει: « Το ρόδι και ο κόρφος εμφανίζονται και σε άλλα ποιήματα του Σεφέρη με τη σημασία των γεννητικών οργάνων». Δεν ξέρω αν αυτό  προκύπτει από κάποια ρήση του σεφέρη, αλλά την θεωρώ, όχι κυριολεκτική ερμηνεία. Προσωπικά θα έλεγα ότι παραπέμπουν σε ερωτική συνεύρεση.

κόβοντας τον καιρό: Το "κόβοντας τον καιρό" συνδέεται με τον ερωτικό σπασμό και με την αίσθηση ότι πάνω στον ερωτικό σπασμό πεθαίνει και ξαναγενιέτα.
« Μου έκανε πάντα εντύπωση [......] πόσο έντονα έχει κανείς, αμέσως μετά το σπασμό, την εντύπωση ότι πέθανε και ξαναγεννήθηκε. Είναι μια απειροελάχιστη στιγμή διακοπής του ανθρώπου. Ο άνθρωπος για μια στιγμή είναι κομμένος στα δυο [......] ο μισός από τη μια μεριά στο βασίλειο του άδη και από την άλλη ο μισός μέσα στη ζωή, ξαφνικά ολοκαίνουργιος. Τέτοια εντύπωση μου δίνει και η πράξη του ανθρώπου να δίνει ένα έργο, την εντύπωση τησ διακοπής». ( Γ. Σεφέρης και Γ. Θεοτοκάς, Αλληλογραφία (1903 - 1066).

«Τώρα συνεχίζω το σενάριο που φτιάχνουμε» γράφει ο Σεφέρης. « Έτσι δεν είναι απίθανο να παιχτεί κάποτε η "Κίχλη" στον κινηματογράφο.
Ο Ελπήνορας, στην κατάσταση " αναστολής" που βρίσκεται, καθωέ θα λεγαν οι ψυχίατροι, πάει και ψαρεύει αυτή την τραγελαφική υπεκφυγή των αγαλμάτων. Αν έλεγε ας πούμε, σαν τον Καβάφη
"Στο  φεγγάρι τα  ηδονικά κορμιά ..." , θα είχε την ελπίδα να γίνει κάπως νοητός. Τούτο μου δίνει, βέβαια την ευκαιρία να ξαναπιάσω την εικόνα του αγάλματος στο γ΄ μέρος ( ο δωρικός χιτώνας κλπ.), αλλά δίνει και στην Κίρκη την ευκαιρία να τον στείλει στο διάβολο, όπως και εμένα οι αναγνώστες που με βρίσκουν ερμητικό. Πράσιν᾿ άλογα, του αποκρίνεται. Τ᾿ αγάλματα είναι στο μουσείο. Στην πρώτη απάντηση της Κίρκης, ο Ελπήνορας αισθάνεται την ταπείνωση, αντιδρά και τα θαλασσώνει περισσότερο. Τα λόγια του που ακολουθούν, δεν είναι πια μια πρόσκληση στον έρωτα, αλλά κοίταγμα του σκουλικιού που είναι μέσα στον καρπό της ηδονής. Εδώ, η Κίρκη αρχίζει ίσως να καταλαβαίνει, αλλά επιδή καταλαβαίνει και τα θλιβερα πράγματα που έχει μέσα της, εκνευρίζεται περισσότερο. Αυτός ο Ελπήνορας είναι ανυπόφορα πληκτικός. Τον διακόπτει στεγνά και βιαστικά, και του γυρίζει την πλάτη».

Μια παρατήρηση: Τον καϋμένο τον Ελπήνορα τον θάβει ο ίδιος ό Σεφέρης με τα λόγια πού του βάζει στο στόμα, και μετά του ζητά και τα ρέστα. Η Εξουσία του ποιητή.
« Ο συναισθηματικός ήρωας μάταια προσπαθεί να εκμαιεύσει λίγη συμπάθεια από τη γυναίκα που νοιάζεται για άλλα πράγματα. (Εκπροσωπεί άραγε η Κίρκη τον "μυωπικό και στυγνό θετικισμό" της σύγχρονης γυναίκας», όπως εικάζει ο Καραντώνης.

  Εδώ χωρίστηκαν Ο Ελπήνορας και η Κίρκη.

Συνεχίζει Ο Σεφέρης την σκηνοθεσία:
«Στο μεταξύ, ακούγεται το τραγούδι (Είναι ένα τραγούδι μισεμού) του ραδιοφώνου, που δεν είναι ξεκάρφωτο όσο θέλουν να πουν. Αντανακλά με τρόπο αλαφρύ και παιχνιδιάρικο τις ιδέες της διάβασης του χρόνου, της τυρρανίας της μνήμης και της φθοράς, που είπε ο Ελπήνορας· θα μπορούσε να ήταν το:
Πάει πάει πάει πάει
πάει η νεότης πάει
πάει το πουλί μου πάει....
Έρχεται το φθινόπωρο στη γη και τον άνθρωπο:
το καλοκαίρι που ταξίδεψε....
σε μιας μεσόκοπης λαιμό.




Όπως το α΄ μέρος τελειώνει μ᾿ εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω από τη σκάλα και με τα γυμνωμένα σπίτια, έτσι και τούτο: με τον απρόσωπο αντίλαλο του δέους και της ραγδαίας καταστροφής στο δελτίο ειδήσεων που έρχεται να συγκρουστεί και να μπερδευτεί με την τελευταία στροφή του τραγουδιού.ΨΥΧΑΜΟΙΒΟΣ: Η φράση του Αισχύλου (Αγαμέμνων) «χρυσαμοιβός δ᾿ Άρης σωμάτων» σημαίνει την εμπορία των κορμιών που έκανε ο θεός του πολέμου, παίρνοντας χρυσάφι και δίνοντας σαν αντάλαγμα την τέφρα τους. Αντίστοιχα στο Σεφέρη ο «ψυχαμοιβός πόλεμος» σημαίνει τον πόλεμο που ξεπουλά τις ίδιες τις ψυχές και τις εξαργυρώνει.





Συνεχίζει Ο Σεφέρης "τη Σκηνοθεσία για την Κίρκη"

«Ας πούμε πως το μαύρο καράβι είναι η "Κίχλη":
                                                          ... τα κατάρτια
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού σβησμένο στο νερό....
Βλέπω τα κατάρτια σαν τα βέλη, που ζωγραφίζουν σε πινακίδες για να δείξουν το δρόμο· το δρόμο για το "δήμο ονείρων". Εδώ γίνεται η νεκυομαντεία*. Πρώτη ακούγεται η φωνή του Ελπήνορα:
Το ξύλο** αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Πάρ' το, σου το χαρίζω·
δες, είναι ξύλο λεμονιάς...


Έπειτα κι άλλες φωνές, της μητέρας, των φίλων· γνώριμες φωνές. Ο Οδυσσέας τις διώχνει· πρέπει να ακούσει πρώτα το γέρο Τειρεσία:


Κι ήρθε η φωνή του γέρου...
Καί του μιλά ο Τειρεσίας για το φως· τον ήλιο· τα γελάδια του ήλιου: "αν τα σεβαστείτε, θα γυρίσετε· αν τα πειράξετε, όλα τα δεινά σας περιμένουν". Καθώς κι εγώ νομίζω, όλο το ζήτημα είναι πώς θα σεβαστεί κανείς τα γελάδια του ήλιου, πως θα σεβαστεί την κάθε μέρα που του δίνει ο θεός.  Οι σύντροφοι δεν τα σεβάστηκαν, τα ᾿φαγαν, οι νήπιοι και χάθηκαν. Τώρα μένουν "ανίδεοι και χορτάτοι", χωρίς γυρισμό:
Σκορπισμένοι σπαταλημένοι· δεν μπορούνε πια ν᾿ αντικρύσουνε μήτε τον ήλιο, μήτε τον άνθρωπο:
Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν' αντικρίσετε τον άνθρωπο.

Θα μπορούσα όπως βλέπεις, ακολουθώντας και από πιό κοντά τη γραμμή της Οδύσσειας , να καταλήξω σ᾿ αυτούς τους στίχους. Προτίμησα ένα άλλο τόνο που μου φάνηκε πιο πιστός στη δική μου φωνή. Στην Κίχλη, ο εμηνευτής του νόστου σεν είναι ο Τειρεσίας, είναι ένα πρόσωπο που αισθάνομαι πιο ανθρώπινο· ο δίκαιος. ...............
Έτσι ο Σωκράτης δεν έχει τίποτα ἀλλο να πει παρά τα λόγια που απολογήθηκε στους κριτές του

*  νεκυομαντεία:
Ο Μario Vitti γράφει στο βιβλίο του " ΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΣΕΦΕΡΗ" εκδόσεις Εστία: « Η Νεκυιομαντεία, ή αν την αποκαλέσουμε με τη λαϊκότερη ονομασία της, η νεκρομαντεία, όφείλεται στην ανάγκη του Σεφέρη να επικοινωνήσει με δασκάλους με γέροντες, με όσους ζούσαν κάποτε σε χώρους μακρινούς ή κοντινούς» 
" Θυμόντανε κανείς κάτι γέροντες δασκάλους που μας άφησαν ορφανούς" γράφει στην " Τελευταία μέρα"
** Το ξύλο:

Αυτό το κλωνάρι,  που σύμφωνα με τ' αρχαία έθιμα ταφής, προσφερόταν στους νεκρούς για να φυλάει το σώμα τους ή να συνοδεύει την ελευθερωμένη ψυχή τους, συμβολίζει την ενότητα της ζωής και τη δύναμη της αυτοανανέωσης μέσα από την πίστη, χάρη στην οποία, ο μυθικός ήρωας διασχίζει το σκοτάδι του θανάτου για να ξαναβρεί το δρόμο για τη ζωή. Αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να συμβολίζει τη συμφιλίωση των αντιθέσεων που χαρίζει τη στιγμή της αποκάλυψης».
Βαγενάς, Νάσος.  "Η γενεαλογία της Κίχλης" στο Ο ποιητής και ο χορευτής. Μια εξέταση της ποιητικής και της ποίησης του Σεφέρη. Αθήνα : Κέδρος, σσ. 283-284 .








Τα μάτια σου λάμπουν "μια στιγμή"  και έπειτα χάνονται, σαν τα μάτια του φοβισμένου ζώου.


 Σκοτεινό νόημα: "ο δωρικός........... στο σκοτάδι"








 μπαστούνια:
τα μπαστούνια των καραβιών
 [εννοεί το μικρό κατάρτι που προεξέχει σχεδόν οριζόντια στην πλώρη των ιστιοφόρων]
.






 Πρβλ. «δακρυόεν γελάσασα», Ιλιάδα Ζ΄.

...μήτ' Ἄρης μήτε πόντος ἀντέκυρσεν,
ἄσκοποι δὲ πλάκες ἔμαρψαν
ἐν ἀφανεῖ τινι μόρῳ φερόμενον.
Οιδίπους επί Κολωνώ 1679-82.

(αφού μήτε του Άρη ο πόλεμος τον σκότωσε
μήτε της θάλασσας το κύμα τον κατάπιε·
αλλά τον έκρυψαν πλάκες αόρατες,
κι άφαντος θάνατος τον πήρε)

πρβλ. δροσερό κλωνάρι:

Ήρχισε και μεγάλωνε το δροσερό κλωνάρι
και πλήθαινε στην ομορφιά, στη γνώση και στη χάρη. 
(Ερωτόκριτος Α 57-58).

Η καρδιά του Σκορπιού: ο Αντάρης [το πιο λαμπρό αστέρι του αστερισμού του Σκορπιού].

Γραίες: για τον Ησίοδο (Θεογονία 270) οι Γραίες είναι «καλλιπάρῃοι, ἐκ γενετῆς πολιαὶ [= ασπρομάλλες]», η μία «εὔπεπλος», η άλλη «κροκόπεπλος» - αυτές είχα κατά νου. Οι Φορκύδες του Προμηθέα Δεσμώτη (793), «κυκνόμορφοι», μ' ένα κοινό δόντι κι ένα κοινό μάτι, είναι άλλη ιστορία. Δε φανταζόμουν έτσι τις Γραίες - άλλο αν οι παραδόσεις μπερδεύτηκαν αργότερα.

δεν ξέροντας: όπως, λ.χ. στον Ερωτόκριτο
 
Ο Νάσος Βαγενάς στο δοκίμιο  "Η γενεαλογία της Κίχλης" γράφει «Ο Οδυσσέας και ο Ελπήνωρ πιστεύω πως συμβολίζουν τις δύο αντμαχόμενες όψεις του ανθρώπου.   Ο νόστος της μιάς είναι το χοιροστάσιο της Κίρκης· ο νόστος της άλλης είναι για το σπίτι, για το φως. Η ευδαιμονία, η ολοκλήρωση του ανθρώπου, εξαρτάται από τη δύναμη της θέλησής του, από το πόσο είναι ικανός να εξισορροπίσει τις αντίρροπες δυνάμεις μέσα του σε μια δημιουργική αρμονία. Αυτός είναι ο λόγος που για έναν από τους στίχους κλειδιά της Κίχλης (ο τύραννος μέσα απ' τον άνθρωπο έχει φύγει) ο Σεφέρης σημειώνει τα εξής (Ποιήματα σ. 335) "Η θέληση είναι γι' αυτόν (= τον Μεγκ Τσου) ένας κυβερνήτης, και ο ιδεώδης Κυβερνήτης, σύμφωνα με την κομφουκιανή αντίληψη, είναι πάντα εκείνος που κυβερνά με την καλή θέληση, φροντίζοντας για τα συμφέροντα των κυβερνωμένων, με τη συγκατάθεση. Το να κάνει πόλεμο στους υπηκόους του είναι σημάδι ενός κακού κυβερνήτη (= ενός τυράννου), που δεν τήρησε το χρέος του και του αξίζει να τον παραμερίσουν. Αυτή την αντίληψη, απαράλλαχτη, την εφαρμόζει ο Μεγκ Τσου στη θέληση... Δεν υπάρχει για την κινέζικη διάνοια, πόλεμος, αναγνωρισμένος επίσημα, ανάμεσα στην ψυχή και στο σώμα" Η παραπάνω σημείωση του Σεφέρη είναι από το βιβλίο του  I. A. Richards, Mencius on the Mind.»