Προυστ

Αναζητώντας το χαμένο χρόνο 
Μαρσέλ Προυστ - Marcel Proust 

Ο Μαρσέλ Προυστ (1871- 1922) είναι ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών. Το « Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» είναι το έργο της ζωής του. Ένα έργο που ο Προύστ είχε συλλάβει εξ αρχής την όλη δομή του, αρχή, τέλος, και αυτό που κάνει μετά είναι να περεμβάλλει ενδιάμεσα κομμάτια,  ένα έργο του μοιάζει με ένα διαστελλόμενο σύμπαν.

Συνειδητή και Ασύνειδη μνήμη στον Προυστ.

Ο Προύστ στηρίζει το αριστούργημά του «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» στη προτεραιότητα που δίνει ως πρός τή γνησιότητα των αναμνήσεων, στην ασύνειδη μνήμη σέ σχέση μέ τή συνειδητή. Η συνειδητή μνήμη στηρίζεται σε προσπάθειες του μηχανισμού της λογικής καί της νόησης, για να ανασύρει κομμάτια από το χαμένο χρόνο, είναι ατελής και σκοντάφτει στίς επικαλύψεις τών αναμνήσεων από περιοχές τῆς λήθης, και τελικά ανασταίνει τον ξανακερδισμένο από τό παρελθόν χρόνο, με ό,τι μπορεί να θυμηθεί, αλλοιώνοντας τήν αυθεντικότητα του. Η ασύνειδη μνήμη μέσω των αισθήσεων, τῆς γεύσης, της όρασης, της ακοής, της αφής, της όσφρησης, φέρνει ένα κομμάτι ατόφιο παρελθόν μέσα στό παρόν, καί το τοποθετεῖ έξω ἀπό τό χρόνο. Η γεύση της μικρής μαντλέν αναδύει τό χαμένο παρελθόν.

Απόσπασμα ή μάλλον σύνθεση αποσπασμάτων από το "Αναζητώντας το χαμένο χρόνο" του Μαρσέλ Προυστ. «Ἀπό πολλά κιόλας χρόνια, δέν ἐπιζοῦσε σχεδόν τίποτα γιά μένα ἀπό τό Κομπραί παρά μόνο ἡ σκηνή τῆς ὥρας πού ἔπρεπε νά πλαγιάσω. Ὅ,τι θά θυμόμουν θά μοῦ τό προσέφερε μόνο ἡ συνειδητή μνήμη, ἡ μνήμη πού τήν καθοδηγεῖ ἡ νόηση, καί οἱ πληροφορίες πού μᾶς δίνει ἡ μνήμη αὐτή γιά τό παρελθόν, δέν το περισώζουν ολόκληρο. Δέν ἦταν δυνατόν νά σκεφτῶ τό ὑπόλοιπο τμῆμα τοῦ Κομπραί. Ὅλο αὐτό, ἦταν στήν πραγματικότητα νεκρό για μένα. Νεκρό γιά πάντα; Ἴσως. 'Υπάρχει πολύ τυχαῖο σ᾿ ὅλα αὐτά, κι ἕνα δεύτερο τυχαῖο, ὁ θάνατός μας, συχνά δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά περιμένουμε τήν εὔνοια τοῦ πρώτου. Χαμένος κόπος νά γυρεύουμε νά ἀνακαλέσουμε τό παρελθόν μας, ὅλες οἱ προσπάθειεςτῆς νόησής μας εἶναι ἄσκοπες. Εἶναι κρυμμένο ἔξω ἀπό τήν περιοχή της, μέσα σέ κάποιο ὑλικό ἀντικείμενο πού ἐξαρτᾶται ἀπό τήν τύχη ἄν θά τό συναντήσουμε πρίν πεθάνουμε ἤ ἄν δέν θά τό συναντήσουμε ποτέ. Μιά χειμωνιάτικη μέρα μόλις γύρισα στό σπίτι, ἡ μητέρα μου, βλέποντας πώς κρύωνα, πρότεινε νά μοῦ δώσει μ᾿ ὅλο πούδέν τό συνήθιζα λίγο τσάι. Ἔστειλε νά φέρουν ἕνα ἀπό αὐτά τά γλυκά πού ὀνομάζονται Μικρές Μαντλέν καί φαίνονται σά νά ᾿χουν χυθεῖ στήν αὐλακωτή φόρμα μιᾶς ἀχιβάδας. Καί σέ λίγο μηχανικά, ἔφερνα στά χείλη μου μιά κουταλιά τσάι, ὅπου εἶχα ἀφήσει νά μαλακώσει ἕνα κομμάτι μαντλέν. Ἀλλά τή στιγμή πού ἡ γουλιά, ἄγγιξε τόν οὐρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό πού συνέβαινε μέσα μου. Μιά γλυκειά ἀπόλαυση μέ εἶχε κυριεύσει, χωρίς νά ξέρω τήν αἰτία της. Μοῦ εἶχε κάνει ξαφνικά τίς περιπέτειες τῆς ζωῆς ἀδιάφορες, ἀνύπαρχτη τή συντομία της, μέ τόν ἴδιοτρόπο πού ἐνεργεῖ ὁ ἔρωτας, πλημμυρίζοντάς με μέ μιά πολύτιμη οὐσία· ἤ μᾶλλον ἡ οὐσία αὐτή δέν ἦταν μέσα μου, ἤμουν ἐγώ. Εἶχα πάψει νά νιώθω τόν ἑαυτό μου μέτριο, τυχαῖο, φθαρτό. Ἀπό πού μποροῦσε νά μοῦ ἔρχεται αὐτή ἡ ἔντονη χαρά; Αἰσθανόμουν πώς ἦταν συνυφασμένη μέ τή γεύση τοῦ τσαγιοῦ, ἀλλά καί πώς τήν ξεπερνοῦσε ἀπεριόριστα. Ἦταν φανερό πώς ἡ ἀλήθεια πού γύρευα δέ βρισκόταν σ᾿ αὐτό, ἀλλά μέσα μου. Αὐτό τήν ξύπνησε, ἀλλά δέν τή γνωρίζει.
Ἀκουμπῶ τό φλυτζάνι καί ἀπευθύνομαι στή σκέψη μου. Ἡ σκέψη πρέπει νά βρεῖ τήν ἀλήθεια· ἀλλά πῶς; Σκληρή ἀβεβαιότητα, κάθε φορά πού ἡ σκέψη νιώθει πώς τήν ξεπερνᾶ ὁ ἑαυτός της, νά ἐρευνήσει ὅλη τή σκοτεινή χώρα. Σίγουρα αὐτό πού δονεῖται ἔτσι στό βάθος τοῦ εἶναι μου, πρέπει νά ᾿ναι ἡ εἰκόνα,ἡ ὀπτική ἀνάμνηση πού δεμένη μ᾿ αὐτή τή γεύση προσπαθεῖ νά τήν ἀκολουθήσει, γιά νά φτάσει ὡς ἐμένα. Θά φτάσει ἄραγε ὡς τήν ἐπιφάνεια τῆς καθαρῆς μου συνείδησης, αὐτή ἡ στιγμή ἀπό τά παλιά, πού ἡ ἕλξη μιᾶς στιγμῆς ἀπαράλλαχτης ἦρθε ἀπό τόσο μακριά νά προκαλέσει, νά συγκινήσει, νά ξεσηκώσει στά κατάβαθά μου; Δέν ξέρω. Καί ξαφνικά παρουσιάστηκε ἡ ἀνάμνηση. Αὐτή ἡ γεύση ἦταν ἡ γεύση τοῦ μικροῦ κομματιοῦ τῆς μαντλέν πού τήν Κυριακή τό πρωί στό Κομπραί μοῦ πρόσφερε ἡ θεία μου ἡ Λεονί, ὅταν πήγαινα νά τῆς πῶ καλημέρα στό δωμάτιο της, ἀφοῦ πρῶτα τό βουτοῦσε στό τσάι ἤ στό φλαμούρι της. Ὅταν ὅμως ἀπό τό μακρινό παρελθόν τίποταδέν ἐπιζεῖ, ἀφοῦ πεθάνουν οἱ ἄνθρωποι, ἀφοῦ καταστραφοῦν τά ἄψυχα, μόνες, πιό φθαρτές, ἀλλά πιό μακρόβιες, πιό ἄϋλες, πιό ἐπίμονες, πιό πιστές, ἡ ὄσφρηση καί ἡ γεύση ζοῦν γιά καιρό ἀκόμα, γιά νά θυμοῦνται, νά περιμένουν, νά ἐλπίζουν, πάνω ἀπ᾿ ὅλα αὐτά τά ἐρείπια, νά βαστοῦν πάνω στή μικρή ἄϋλη σταγόνα τους, τό τεράστιο οἰκοδόμημα τῆς ἀνάμνησης. Καί μόλις ἀναγνώρισα τή γεύση τοῦ κομματιοῦ τῆς μαντλέν βουτηγμένο στό φλαμούρι πού μοῦ ᾿δινε ἡ θεία μου, ἀμέσως, τό παλιό γκρίζο σπίτι πάνω στό δρόμο, ὅπου βρισκόταν τό δωμάτιό της, ἦρθε σά σκηνικό θεάτρου νά στηθεῖ μπροστά μου. Καί μαζί μέ τό σπίτι, ἡ πόλη, ἀπ᾿ τό πρωί ὡς τό βράδυ καί μ᾿ ὁποιοδήποτε καιρό, ἡ Πλατεία ὅπου μέ ἔστελναν πρίν τό γεῦμα, τά ἐξοχικά δρομάκια πού παίρναμε ὅταν ὁ καιρός ἦταν καλός. Ὅλα τά λουλούδια τοῦ κήπου μας καί τοῦ πάρκου τοῦ κυρίου Σουάν, καί τά νούφαρα τῆς Βιβόν, κι οἱ καλοί ἄνθρωποι τοῦ χωριοῦ καί τά μικρά τους σπίτια, κι ἡ ἐκκλησιά κι ὅλο τό Κομπραί καί τά περίχωρά του, βγῆκαν ἀπ᾿ τό φλυτζάνι μου μέ τό τσάι». 
Μαντλέν: είδος μπισκότου.

"Η μερια του Σουάν"
από το "Αναζητώντας το χαμένο χρόνο" του Μαρσέλ Προυστ.

Μυθιστορηματική Ανθολόγηση από τη μετάφραση Παύλου Ζάννα. (το ανθολογημένο κείμενο στον παραπάνω σύνδεσμο:πατήστε, μετάβαση σε)

Εισαγωγικό Σημείωμα

Ο Προυστ έγραψε 3.000 σελίδες αναζητώντας και "ξανακερδίζοντας" το χαμένο χρόνο. Από τη μεριά του Προυστ τα εισαγωγικά στο ξανακερδίζοντας σαφέστατα δεν υπάρχουν. Ο αφηγητής, ο Μαρσέλ, στον τελευταίο τόμο του έργου, σκέπτεται: «Τα ευτυχισμένα χρόνια είναι τα χαμένα χρόνια, περιμένουμε να μας βρει κάποια δυστυχία πρώτα, για να δουλέψουμε ». (Ο ΞΑΝΑΚΕΡΔΙΣΜΕΝΟΣ ΧΡΟΝΟΣ: (Ο Ξ. Χ.) εκδόσεις Διώνη (Ο Ξ. Χ.) σελ. 296) 
 Μια τετραπλή αναφορά, ότι "ξανακερδισμένος χρόνος" είναι ο στραμμένος κατ᾿ ευθεία στο παρελθόν, ο χαμένος χρόνος είναι τα ευτυχισμένα χρόνια, η σωτηρία πραγματοποιείται μέσα από τη δημιουργία, (στον αφηγητή ή τον Προυστ με το μυθιστόρημα), και η δημιουργία προϋποθέτει μια δυστυχία, ένα φόβο περασμένο ή μελλοντικό.
Η αίσθηση, η βεβαιότητα του ξανακερδισμένου χρόνου, πραγματοποιείται, με ένα καταιγισμό από περιστατικά, κάτι σαν "επιφοίτηση", κατά την τελευταία επίσκεψη του αφηγητή στη απογευματινή δεξίωση της πριγκίπισσας Γκερμάντ. Ο αφηγητής φθάνει στη δεξίωση με το αίσθημα της αποτυχίας, ότι δεν θα γίνει συγγραφέας.
Το παραπάτημα στο ανώμαλο πλακόστρωτο, μπροστά στο αμαξοστάσιο, τον κάνει να νιώσει την ίδια ευτυχία, που ένιωσε στο Παρίσι από τη γεύση της μαντλέν βουτηγμένης στο τσάι. «Ένα βαθυκύανο μου θάμπωνε τα μάτια, έντονη αίσθηση δροσιάς, εκτυφλωτικού φωτός, στροβιλίζονταν γύρω μου. Και σχεδόν αμέσως το αναγνώρισα, ήταν η Βενετία, για την οποία οι αβέβαιες προσπάθειες της μνήμης μου δεν μου είχαν πει ποτέ τίποτα και αυτό που είχα νιώσει κάποτε πάνω σε δύο ανισόπεδες πλάκες στο βαπτιστήριο του Αγίου Μάρκου, αυτή η αίσθηση, μαζί με όλες τις αισθήσεις εκείνης της μέρας, που είχαν μείνει στην αναμονή, βγήκαν στην επιφάνεια ». (Ο Ξ. Χ.): σελ. 245)
Με τον ίδιο τρόπο η γεύση της μικρής μαντλέν βουτηγμένης στο τσάι στο σπίτι στο Παρίσι, του είχε φέρει μια αναιτιολόγητη γλυκειά απόλαυση. «Μου είχε ξαφνικά κάνει τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες, ανύπαρκτη τη συντομία της, με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί ο έρωτας, πλημυρίζοντάς με, με μια πολύτιμη ουσία». Και ξαφνικά του παρουσιάζεται η ανάμνηση. Είναι η γεύση του μικρού κομματιού της μαντλέν που του πρόσφερε η θεία Λεονί στο Κομπραί βουτηγμένη στο φλαμούρι της, και μαζί της αναδύεται όλο το Κομπραί, μαζί με το σπίτι, την Πλατεία, τα εξοχικά δρομάκια, τις δυο μεριές, τη μεριά του Σουάν και τη μεριά των Γκερμάντ. Τα μηνύματα εκείνης της μέρας συνεχίζονται: «Θα έλεγε κανείς πως προορίζονταν να με βγάλουν από την αποκαρδίωση και να αποκαταστήσουν την πίστη μου για τη λογοτεχνία ». Το σκούπισμα με την πετσέτα που του προσφέρει ο αρχιυπηρέτης στη βιβλιοθήκη του πρίγκιπα ντε Γκερμάντ, κάνει να φανεί ένα όραμα, καθαρό, γαλάζιο με μπλε πτυχώσεις, σαν ο αρχιυπηρέτης να είχε μόλις ανοίξει ένα παράθυρο που έβλεπε στην παραλία, και η πετσέτα το ίδιο τραχιά με εκείνη που ο αφηγητής χρησιμοποιούσε για να στεγνώσει όρθιος μπροστά στο παράθυρο την πρώτη μέρα που έφθασε στο Μπαλμπέκ, έβγαλε στην επιφάνεια ένα ωκεανό πρασινογάλαζο, αλλά μαζί και μια στιγμή της ζωής του γεμάτη χρώματα που δεν είχε μπορέσει να απολαύσει στο Μπαλμπέκ και τώρα ελεύθερη από κάθε τι το ατελές που υπάρχει στην επιφανειακή αντίληψη για τα πράγματα, τον γέμισε ευτυχία. «Ο λόγος που κρίνουμε τη ζωή σαν μια κοινοτυπία κι ας μας φαίνεται καμιά φορά όμορφη», γράφει ο Προυστ «είναι γιατί συνήθως την κρίνουμε όχι με βάση την ίδια τη ζωή, αλλά εκείνες τις εικόνες που δεν έχουν κρατήσει τίποτε από τη ζωή, και που με τον τρόπο αυτόν την υποτιμούμε». Εδώ ο Προυστ θίγει για μια ακόμα φορά τη προτεραιότητα της ασύνειδης, σε σχέση με τη συνειδητή μνήμη ως προς τη γνησιότητα των αναμνήσεων. Η ασύνειδη μνήμη μέσω των αισθήσεων, της γεύσης, της ακοής, της αφής, φέρνει ένα κομμάτι ατόφιο παρελθόν μέσα στο παρόν, και το τοποθετεί έξω από το χρόνο, γι᾿ αυτό και η προσωρινή έλλειψη της αγωνίας του θανάτου, γράφει ο Προυστ. Η συνειδητή μνήμη αλλοιώνει με τις ατελείς προσπάθειες του μηχανισμού της μνήμης και της νόησης, με τις επικαλύψεις των αναμνήσεων, από τις περιοχές της λήθης, την αυθεντικότητα του ξανακερδισμένου από το παρελθόν χρόνου. Ο ξανακερδισμένος χρόνος είναι κομμάτια ευτυχισμένο παρελθόν, που ο αφηγητής ξαναζεί μέσα στο παρόν και αποστολή του να τα αναστήσει δημιουργώντας ένα έργο τέχνης.
Κι αν ο περασμένος χρόνος δεν έχει τα σημάδια της ευτυχίας ή ο "παράδεισος" τοποθετείται στο μέλλον;
Ο Σελίν στο δικό του αλλιώτικο αριστούργημα "Ταξίδι στην άκρη της νύχτας" γράφει: «Δεν είχαμε χάσει και πολλά γερνώντας. Πρέπει να ᾿σαι πολύ ξεφτίλας τελικά, για να νοσταλγήσεις μια χρονιά αντί μιας άλλης!... Εμείς μπορούμε να γεράσουμε πρόθυμα παπά μου, πολύ πρόθυμα μάλιστα! Είχε άραγε τόση πλάκα το χθες; Να νοσταλγήσουμε τι;... Σας ερωτώ! Τα νιάτα;... Δε ζήσαμε νιάτα εμείς!... ». Και ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι - σ᾿ ένα απρόσμενο πριν το διαβάσεις, αλλά όχι και μετά - στοχαστικό αυτοβιογραφικό "Θυμάμαι ναι Θυμάμαι" εκδόσεις Αιώρα, γράφει: «Σύμφωνα με τον Προυστ" οι καλύτεροι παράδεισοι είναι οι χαμένοι παράδεισοι". Εγώ παίρνω το θάρρος να προσθέσω ότι ίσως υπάρχουν παράδεισοι πιο θελκτικοί απ᾿ τους χαμένους παραδείσους. Είναι οι παράδεισοι που δε ζήσαμε ποτέ... όχι πίσω μας όπως οι χαμένοι παράδεισοι που μας γεμίζουν νοσταλγία, αλλά μπροστά μας... Ίσως τελικά παύεις να είσαι νέος, όταν το μόνο που κάνεις είναι να νοσταλγείς, κι αγαπάς μονάχα τους χαμένους παραδείσους».
Για τον αφηγητή ή τον Προυστ, με το πέρασμα του χρόνου χάνεται η πίστη που θα ᾿πρεπε να βάλλει στα πράγματα για να αποκτήσουν ομορφιά και ενότητα, γιατί αυτή η ομορφιά είναι μέσα μας, και τον καθηλώνει σε μια νοσταλγική προσήλωση στα παλιά. Χαρακτηριστικό και ένα από τα ωραιότερα, αποσπασματικό απάνθισμα, είναι από το τέλος του τρίτου τόμου "Ονόματα τόπων: το όνομα" όπου αυτή η νοσταλγία γίνεται σπαραχτική.
Ο αφηγητής, (η χρονική στιγμή τοποθετείται πριν το 1913), επισκέπτεται στο τέλος του Φθινοπώρου το Δάσος της Βουλώνης, παραδείσιο τόπο των παιδικών του χρόνων: «Ένιωθες πως το Δάσος δε ήταν μόνο ένα δάσος, πως ανταποκρινόταν σ᾿ ένα προορισμό ανεξάρτητο απ᾿ τη ζωή των δέντρων του· την έξαρση που αισθανόμουν δεν την προκαλούσε μονάχα ο θαυμασμός του φθινοπώρου, αλλά ένας πόθος... Τα δέντρα μου θύμιζαν τα ευτυχισμένα χρόνια της εύπιστης μου νιότης, όταν ερχόμουν άπληστα στους τόπους, όπου ήταν να πραγματοποιηθούν για λίγες μόνο στιγμές αριστουργήματα γυναικείας κομψότητας ανάμεσα στις ασύνειδες και συνένοχες φυλλωσιές... Και για όλα αυτά τα καινούργια κομμάτια του θεάματος δεν είχα πια την πίστη που θα ᾿πρεπε να βάλλω μέσα τους για να τους δώσω συνοχή, ενότητα ύπαρξη· περνούσαν σκόρπια μπροστά μου, στη τύχη, δίχως αλήθεια, δίχως να περιέχουν μέσα τους κάποια ομορφιά που τα μάτια μου θα μπορούσαν να προσπαθήσουν, όπως άλλοτε να συνθέσουν. Οι γυναίκες ήταν τυχαίες γυναίκες, που στην κομψότητά τους δεν έδινα καμιά πίστη και που οι τουαλέτες τους μου φαίνονταν ασήμαντες. Όταν όμως χάνεται μια πίστη, επιζεί όλο και πιο έντονη για να σκεπάσει την έλλειψη δύναμης που χάσαμε μη μπορώντας πια να δώσουμε αληθινή υπόσταση σε πράγματα καινούργια, μια φετιχιστική προσήλωση στα παλιά, λες και σ᾿ αυτά και όχι μέσα μας, κατοικούσε το θείο, λες και η τωρινή μας απιστία είχε μιαν αιτία συμπτωματική, το θάνατο των Θεών... Όλα έμοιαζαν να διακηρύσσουν την απάνθρωπη ερημιά του άχρηστου πια δάσους, και με βοηθούσαν να καταλάβω καλύτερα την αντίφαση που υπάρχει όταν αναζητάς στην πραγματικότητα τις εικόνες της μνήμης, απ᾿ την οποία θα λείπει πάντα η γοητεία που προέρχεται από την ίδια τη μνήμη κι απ᾿ το γεγονός ότι δεν τις συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας. Η πραγματικότητα που είχα γνωρίσει δεν υπήρχε πια. Ήταν αρκετό που δεν εμφανιζόταν η κυρία Σουάν εντελώς όμοια, και την ίδια στιγμή, για να γίνει η Λεωφόρος άλλο πράγμα. Οι τόποι που γνωρίσαμε δεν ανήκουν μόνο στον κόσμο του χώρου, όπου τους τοποθετούμε για ευκολία. Δεν ήταν παρά μια λεπτή τομή ανάμεσα στις συνεχόμενες εντυπώσεις που σχημάτιζαν την τότε ζωή μας· η ανάμνηση μιας ωρισμένης εικόνας δεν είναι παρά ο καημός για ωρισμένη στιγμή που πέρασε· και τα σπίτια και οι δρόμοι, οι λεωφόροι, όλα είναι φευγαλέα αλλοίμονο! Σαν τα χρόνια». (Ανθολογημένα αποσπάσματα από το τέλος τού τρίτου μέρους του: Από τη μεριά του Σουάν σελ. 57,58,59,61).
Το ον λοιπόν που τις σπάνιες στιγμές της καθαρής ανάμνησης,  έξω από τις προσπάθειες της νόησης που αναλώνεται στο να στοχάζεται ένα παρελθόν που ο νους το έχει αποξηράνει ή ένα μέλλον που πλάθει από συντρίμμια του παρόντος και του παρελθόντος   αναδύεται από το παρελθόν συναντά τον αφηγητή, και τον τοποθετεί έξω από το παρόν, ξανακερδίζοντας τις παλιές ημέρες, το χαμένο χρόνο ή πολύ περισσότερο κάτι κοινό στο χθες και το σήμερα που είναι πιο ουσιώδες και από τα δύο.

«Θραύσματα ύπαρξης που ξέφυγαν από το χρόνο... όμως η σκέψη τούτη, αν και ίσχυε ως την αιωνιότητα, υπήρξε φευγαλέα. Εν τούτοις αισθανόμουνα πως η ευχαρίστηση που η σκέψη αυτή μου είχε προκαλέσει,... υπήρξε η μοναδική αυθεντική ευχαρίστηση που είχα γνωρίσει... Στη σκέψη αυτή, πάνω στην ουσία των πραγμάτων, είχα πάρει την απόφαση να προσκολληθώ, έτσι ώστε κατά ένα τρόπο να την καθηλώσω... Ένα πράγμα γνώριζα: πως οι χώρες δεν ήταν όπως τα ονόματά τους τις ζωγράφιζαν στη φαντασία μου, και δεν ήταν παρά μονάχα στα όνειρά μου καθώς κοιμόμουν, που κάποιο μέρος μπορούσε να απλώνεται μπροστά μου πλασμένο από την ολοκάθαρη εκείνη ύλη, την τελείως ξεχωριστή από την ύλη των κοινών πραγμάτων που βλέπουμε, που αγγίζουμε... Η εμπειρία μου δίδαξε πολύ καλά, πόσο αδύνατο ήταν να κατακτήσω στην πραγματικότητα αυτό που κρυβόταν βαθειά μέσα μου, πως δεν ήταν πλέον στην πλατεία του Αγίου Μάρκου, δεν ήταν στο δεύτερο ταξίδι στο Μπαλμπέκ, ή κατά την επιστροφή μου στην Τανσονβίλ για να δω τη Ζιλμπέρτ, όπου κέρδισα ξανά το χαμένο Χρόνο, και πως το ταξίδι που άλλο τίποτε δεν έκανε παρά να μου παρατείνει την ψευδαίσθηση, πως οι εντυπώσεις αυτές υπήρχαν έξω από μένα τον ίδιο, δεν μπορεί να ήταν αυτό που αναζητούσα. Και δεν ήθελα να παρεκτραπώ ακόμη μια φορά, γιατί το έργο που με περίμενε ήταν να μάθω επιτέλους αν ήταν πράγματι δυνατόν να κατορθώσω εκείνο που είχα καταλήξει να πιστεύω πως ήταν απραγματοποίητο.... Εντυπώσεις όπως εκείνες στις οποίες προσδοκούσα να δώσω μια μονιμότητα δεν ήταν δυνατόν παρά να εξαφανιστούν στο άγγιγμα μιας άμεσης χαράς που είχε φανεί ανίσχυρη να τις γεννήσει. Ο μόνος τρόπος να τις δοκιμάσω πιο ουσιαστικά ήταν να προσπαθήσω να τις γνωρίσω πιο ολοκληρωμένα, εκεί ακριβώς που βρίσκονταν, δηλαδή: σε, μένα τον ίδιο, να τις φωτίσω άπλετα ως τα τρίσβαθά τους ». Αποσπασματικό κείμενο από τον (Ο Ξ. Χ.) σελ. 254,255,256.

Στο σημείο αυτό ο ξανακερδισμένος χρόνος, ταυτίζεται με την καλλιτεχνική δημιουργία, με το έργο, και ο αφηγητής στο τέλος του μυθιστορήματος που έχει ήδη αφηγηθεί, βρίσκει τον προορισμό του και "σώζεται", όπως και ο ίδιος ο Προυστ το 1908-1909, όταν αποφασίζει να αποσυρθεί από την κοσμική ζωή για να αφοσιωθεί στο γράψιμο του Αναζητώντας το χαμένο χρόνο. Ο Σουάν, ένα μεταχρονισμένο alter ego του αφηγητή, δεν ξανακερδίζει το χαμένο χρόνο, γιατί δεν φθάνει στη Δημιουργία μ᾿ ένα έργο τέχνης όπως ο αφηγητής.
Οι περισσότεροι μελετητές του έργου του Προυστ δίνουν βαρύτητα, στο τελευταίο μέρος του Αναζητώντας, στον Ξανακερδισμένο Χρόνο, γιατί πέρα από την προσωπική ερμηνεία του Προυστ για τη δημιουργία, ενέχει πιθανόν και μια "ασυνείδητη σωτηριολογική υπόσχεση".
Όμως η γοητεία του "Αναζητώντας το χαμένο χρόνο" δεν οφείλεται μόνον σ᾿ αυτές τις αναζητήσεις, αλλά στα σπάνιας ομορφιάς πυκνώματα (σαν αυτό που παρατέθηκε παραπάνω), που απλώνονται στις 3000 σελίδες αυτού του μυθιστορήματος ποταμού, το οποίο μοιάζει με το διαστελλόμενο σύμπαν, διογκούμενο συνεχώς, αλλά διατηρώντας την αρχική σύλληψη.
Ένας από τους μελετητές του Προυστ ο Ρότζερ Σάττακ "Μαρσέλ Προυστ" εκδόσεις Ηριδανός, διερωτάται: «Πόσες από τις σελίδες αυτές πρέπει να διαβάσουμε;» Και παρακάτω: «Άραγε όταν λήξει ο χρόνος του Copyright θα δούμε την "αναζήτηση" σε κάποια έκδοση τσέπης που θα έχει μόνο 300 σελίδες; ό,τι ισχύει για πολλούς κλασσικούς. Ε λοιπόν γιατί όχι; Ο βαθιά παγκόσμιος χαρακτήρας του έργου του και η αισθητική του συνείδηση θα μπορούσαν ν᾿ αγγίξουν κάποτε περισσότερους ανθρώπους από όσους θα διαβάσουν ολόκληρο το έργο».
Πάντως οι 300 σελίδες είναι πολύ λίγες για αυτό το αριστούργημα. Αυτή η ανθολόγηση, όχι αποσπασματική αλλά "μυθιστορηματική" την οποία έκανα με αγάπη σ᾿ αυτό το μυθιστόρημα που με συνόδευσε όλη μου τη ζωή, για μένα τον ίδιο και όποιον θα το επιθυμούσε να το διαβάσει, συμπλήρωσε 260 σελίδες μόνο για τους τρεις τόμους της πρώτης Ελληνικής μετάφρασης του Π. Ζάννα εκδόσεις Ηριδανός (πιστή ανθολόγηση) του "Από τη μεριά του Σουάν".

Νίκος Βαρδάκης.