Μια πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο

Περιεχόμενα Link


Περιεχόμενα Link

Ποίηση

Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ᾿ απύθμενα
με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας νύχτες και νύχτες
το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση του μαύρου
Την ελπίδα ως τα δάκρυα
Τη χαρά ως την άκρα απόγνωση.

Από το Άξιον Εστί του Οδυσσέα Ελύτη.

Αποστάγματα ποιητικής σοφίας


Οι Επτά Εντολές

Κάθε λέξη κι από χελιδόνι ᾿να για να σου φέρνει την Άνοιξη μέσα στο θέρος, είπε.

Και πολλά τα λιόδενδρα που να κρησάρουν στα χέρια σου το φως κι ελαφρό να απλώνεται στον ύπνο σου.

Και πολλά τα τζιτζίκια που να μην τα νιώθεις, όπως δεν νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου.

Αλλά λίγο το νερό για να το ᾿χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του.

Και το δένδρο μονάχο του χωρίς κοπάδι για να το κάνεις φίλο σου και να γνωρίζεις το ακριβό του όνομα.

Φτενό στα πόδια σου το χώμα για να μην έχεις που να απλώσεις ρίζες και να τραβάς του βάθους ολοένα.

Και πλατύς επάνου ο ουρανός για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη.

Από τα τρία κρυφά ποιήματα

Επί Σκηνής- Πότε θα ξαναμιλήσεις.


 Μαλέας Κωνσταντίνος-Πεύκα στη Ραφήνα, 1918-20
Μαλέας Κωνσταντίνος-Πεύκα στη Ραφήνα, 1918-20
  • Πότε θα ξαναμιλήσεις;
  • Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας.
  • Σπέρνουνται γεννιούνται σαν τα βρέφη
  • ριζώνουν θρέφονται με το αίμα.
  • Όπως τα πεύκα
  • κρατούνε τη μορφή του αγέρα
  • ενώ ο αγέρας έφυγε, δεν είναι εκεί.
  • το ίδιο τα λόγια φυλάγουν τη μορφή τού ανθρώπου
  • κι ό άνθρωπος έφυγε δεν είναι εκεί.

    Από τη συλλογή "τρία κρυφά ποιήματα"
    "Επί Σκηνής ΣΤ' "



Μνήμη Ερώτων.

ΗΔΟΝΗ

Χαρά και μνήμη της ζωής μου, η μνήμη των ωρών
που ηύρα και που κράτησα την ηδονή ως την ήθελα.
Χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα,
που αποστράφηκα την κάθε απόλαυσιν ερώτων της ρουτίνας. 

Η σονάτα του Σεληνόφωτος.

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιούσπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μάυρα, μιλάει σ᾿ ένα νέο. Δεν έχουν ανάψει το φως. Απ᾿ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πώ ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει ενδώσει δυο -τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
πού ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

 Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη τού πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.

Άφησέ με νάρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί πού στρίβει ὁ δρόμος και φαίνεται
ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
πού μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πώς υπάρχεις και δεν υπάρχεις πώς ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ' ἡ φθορά του.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Θα καθήσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ὁ ανοιξιάτικος αέρας 
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πώς θα πετάξουμε, 
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο τού φουστανιού μου 
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών πού ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ' αυτόν τον ήχο τού πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κ' έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία πού ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
(δον είναι τούτο ἡ λύπη μου - ἡ λύπη μου
είναι πού δεν ασπρίζει κ᾿ ἡ καρδιά μου).
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Το ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, 
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. 
Άφησέ με νάρθω μαζί σου

...................................................................

 Ο Φιλοπαίγμων Μύθος
ο τίτλος της ομιλίας της Δημουλά στην τελετή υποδοχής της στην ακαδημία Αθηνών στις 11 Νοεμβρίου 2003

(ή Φιλοπαίγμων τίτλος θ᾿ έλεγα εγώ,  διαλεγμένος για να ελαφρύνει η Δημουλά το πόσο σοβαρή υπόθεση είναι η ποίηση).


Σαν ένα ματσάκι από λέξεις η ποίηση. Τις συλλέγει από το μικρό θερμοκήπιό του ένας μονόλογος που χρόνια ονειρεύεται να τις προσφέρει σε μιάν επικοινωνία με την οποία είναι ερωτευμένος, χωρίς να έχει λάβει σαφή δείγματα ανταποκρίσεως εκ μέρους της.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ 1948

Κρατώ λουλούδι μάλλον.

Παράξενο.
Φαίνεται απ᾿ τη ζωή μου
πέρασε κήπος κάποτε.

Στο άλλο χέρι κρατώ πέτρα.
Με χάρη και έπαρση.
Υπόνοια καμιά ότι προειδοποιούμαι γι᾿  αλλοιώσεις, προγεύομαι ἀμυνες.
Φαίνεται απ᾿ τη ζωή μου πέρασε άγνοια κάποτε.

Χαμογελώ.
Η καμπύλη του χαμόγελου,
το κοίλο αυτής της διαθέσεως,
μοιάζει με τόξο καλά τεντωμένο, έτοιμο.
Φαίνεται απ᾿ τη ζωή μου πέρασε στόχος κάποτε.

Το βλέμμα βυθισμένο στο προπατορικό αμάρτημα:
τον απαγορευμένο καρπό της προσδοκίας γεύεται.
Φαίνεται απ᾿ τη ζωή μου πέρασε πίστη κάποτε.

Η σκιά μου παιχνίδι τού ήλιου μόνο.
Φοράει στολή δισταγμού.
Δεν έχει ακόμα προφθάσει να είναι
σύντροφος μου ή καταδότης.
Φαίνεται απ᾿ τη ζωή μου 
πέρασε επάρκεια κάποτε.

Συ δεν φαίνεσαι.
Όμως για να υπάρχει γκρεμός στο τοπίο
και να ᾿χω σταθεί στη άκρη του
κρατώντας λουλούδι και χαμογελώντας,
θα πεί πως όπου να ᾿ναι έρχεσαι.
Φαίνεται απ᾿ τη ζωή μου ζωή πέρασε κάποτε.


Κώστας Καριωτάκης

Ο Καριωτάκης είναι  ποιητής της γενιάς του 20, (Συμβολιστές: Ουράνης, Λαπαθιώτης, Παπανικολάου, Άγρας) και μαζί του τελειώνει και η ποίηση όπως την ξέραμε από την εποχή του Παλαμά. Ο πυροβολισμός της Πρέβεζας το 1928, σηματοδοτεί και μια στροφή στην Ελληνική ποίηση με κύριους εκπροσώπους τους ποιητές του υπερεαλισμού Εμπειρίκο και Εγγονόπουλο και της νέας ποίησης με τον Σεφέρη και τον Ελύτη. Το κλίμα του "Καριωτακισμού"  της γραφής κατά τον τρόπο του Καριωτάκη, δεν άφησε  κανένα κανένα σημαντικό έργο. Όμως υπὀγειες επιδράσεις υπάρχουν στα έργα των νεώτερων του άλλοτε σαφείς, όπως στον Ρίτσο, τον Αναγνωστάκη και τον Σεφέρη (στον τελευταίο κυρίως ως προς το κλίμα και όχι την τεχνική), αλλά και σε ένα δεύτερο Ελύτη σε αντίθεση με τον πρώτο των "Προσανατολισμών" και του "Ήλιου του Πρώτου",  σ᾿ εκείνον των  "Έξι και μία τύψεις για τον ουρανό", αλλά και σε πολλούς άλλους ποιητές, όπως τις ανιχνεύει ο Γιώργος Σαββίδης στη μελέτη του στην εισαγωγή του βιβλίου "Ποιήματα και Πεζά" του Καρυωτάκη, εκδόσεις Ερμής.


Υστεροφημία

Το θάνατό μας χρειάζεται η άμετρη γύρω φύση
και τον ζητούν τα πορφυρά στόματα των ανθών.
Αν έρθει πάλιν η άνοιξη, πάλι θα μας αφήσει,
κι ύστερα πια μήτε σκιές δεν είμεθα σκιών.

Το θάνατό μας καρτερεί το λαμπρό φως του ηλίου. Τέτοια θα δούμε ακόμη μια δύση θριαμβική,
κι ύστερα φεύγουμεν από τα βράδια του Απριλίου, στα σκοτεινά πηγαίνοντας βασίλεια πέρα κει.

Μόνο μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι,  
δέκα μονάχα στίχοι μας να μείνουνε, καθώς
τα περιστέρια που σκορπούν οι ναυαγοί στην τύχη,
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός.


Μανώλης Αναγνωστάκης
Επίλογος

Κι όχι αυταπάτες προπαντός
Το πολύ πολύ να τους εκλάβεις σα δυο θαμπούς προβολείς μεσ την ομίχλη
Σα ένα δελτάριο σε φίλους που λείπουν με τη μοναδική λέξη: ζω
«Γιατί» όπως πολύ σωστά είπε κάποτε ο φίλος μου ο Τίτος, «κανένας στίχος σήμερα δεν κινηματοποιεί τις μάζες
Κανένας στίχος σήμερα δεν ανατρέπει καθεστώτα».
Έστω.
Ανάπηρος, δείξε τα χέρια σου. Κρίνε για να κριθείς.


Άνθρωποι

Ένα χώρο να σταθούμε ζητήσαμε, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία
Ένα αναγκαίον υστέρημα εις όλους περιττόν (κι η ευαισθησία σε τέτοιες στιγμές τί χρησιμεύει;)
Όπως λ.χ. ο Γιώργος Τάδε φίλος λυρικός ποιητής ποζάρει επιμελώς και πείσμων στα πάνω ράφια των επαρχιακών βιβλιοπωλείων
Όπως στο θερινό κινηματογράφο που δεν πειράζεται από τη νόηση των φιλησύχων ημερομισθίων της συνοικίας.
Είμαστε συνεπώς πολύ ικανοποιημένοι πιστεύοντας -οψίμως- ασυζητητί σε σοφότατα προγονικά αποφθέγματα
Να πούμε το «οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ» ή «μηδὲν ἄγαν» και τα παρόμοια.
Ενδεδυμένοι ευπρεπώς με καινουργή υποδήματα και γραβάτες ημίμαυρες παρελθούσης νεότητος
Διηγούμαστε, εν κύκλῳ στενῴ, πως τη ζωή μας τυράννησε ένας άγονος έρωτας -πριν τόσα ή τόσα χρόνια- μια απασχόληση κι αυτό, να μην τον έχεις ακόμα ξεχάσει
Σε μια δεδομένη ηλικία δεν αρνιούμαστε πως γράψαμε και στίχους - ω νεότης! μ᾿ ένα χαμόγελο συγκαταβατικό.
Ή διαβάσαμε την «Άννα Καρένινα» σε μετάφραση αγνώστου κι άλλες μηδαμινότατες κοινοτοπίες.
Επιτέλους έναν χώρον απλούστατον, έστω 1 x 2, δίχως υποτιθέμενα προνόμια ή ξέχωρη αξία
Άνθρωποι χωρίς καμιά ιδιαίτερη ιδεολογία, όχι αισθαντικότητα, όχι απογοητευμένοι, άνθρωποι απλώς.


Κώστας Ουράνης (1890-1953).

Ποιήματά  στοχαστικά, αντισυμβατικά, διαποτισμένα με έντονη καί διάχυτη μελαγχολία, νοσταλγία,  διάθεση φυγής,  καί πίκρας καθώς και μια αίσθηση ανεκπλήρωτου.
Η αντισυμβατικότητά του και ως προς τη θρησκεία φαίνεται καθαρά στο ποίημα του "Προσευχή στο Θεό για όλους τους δυστυχημένους" όπου η επίκληση είναι πέραν από το τυπικό της θρησκείας.

Ένα μικρό απόσπασμα:
Σκέψου, Θεέ μου, όλους αυτούς που δυστυχούν αναίτια
και μην τους στείλεις γι αμοιβή την ευτυχία τώρα
- αχ έτσι που πονέσανε δε φτάνει αυτή! - μα κάνε,
απόψε που όλοι κλείσανε τα μάτια τους στὸν ύπνο,
να μπει αγάλια στο φτωχό το σπίτι τους ὁ Χάρος
-ω, έτσι αγάλια κι απαλά, που να μην τους ξυπνήσει-
καί, σκύβοντας απάνου τους σαν αδερφή, -όχι ως μάνα,
γιατί αγκαλιάζει δυνατά, σφίγγει άπελπα μια μάνα-,
να τους φιλήσει τα κλειστά και πικραμένα χείλια
και μες σ᾿  εκείνο το φιλί, να πάρει την πνοή τους...

Θεέ μου, ετούτη τη νυχτιά τοῦ πένθιμου χειμώνα,

..................................................................................................
μην πάρεις τους νεκροὺς αυτούς, μα βάλε να τους θάψουν
μες στὰ κατάβαθα της γης, έτσι που  να μη φτάνει
του κόσμου ο αχὸς στον ύπνο τους - κι ἐκεῖ λησμόνησέ τους!


Πάψετε πια...

Πάψετε πια να εκπέμπετε το σήμα του κινδύνου,

τους γόους της υστερικής σειρήνας σταματήστε,
κι αφήστε το πηδάλιο στις τρικυμίας τα χέρια!
Το πιο φριχτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε!

Τι; Πάλι να γυρίσουμε στην βαρετήν Ιθάκη,
στις μίζερες τις έγνοιες μας και τις φτηνές χαρές μας,
και στην πιστή τη σύντροφο, που σαν ιστόν αράχνης
ύφαινε την αγάπη της γύρω από τη ζωή μας;

Πάλι να ξέρουμε από πριν το αύριο τι θάναι
και να μη νοιώθουμε καμμιά λαχτάρα ν' ανατέλλει;
Πάλι σαν τους ανήλιαστους καρπούς, που μαραζώνουν
και πέφτουν σάπιοι καταγής, να μοιάζουν τα όνειρά μας;

Η τόλμη αφού μας έλλειψε (και θα μας λείπει πάντα!)
να βγούμε μόνοι απ' τη στενή και τη στρωτή μας κοίτη,
κ' ελεύθεροι, σαν άνθρωποι στη χαραυγή του κόσμου,
τους άγνωστους να πάρουμε και τους μεγάλους δρόμους
μ' ανάλαφρη περπατησιά σαν του πουλιού στο χώμα
και την ψυχή μας ριγηλή σα φυλλωσιά στην αύρα,
τουλάχιστο ας μη χάσουμε την ευκαιρία τώρα
το παίγνιο να γίνουμε των άγριων των κυμάτων
κι όπου το φέρει! Ως πλόκαμοι μπορούν να μας τραβήξουν
τα κύματα της θάλασσας τα σκοτεινά τα βύθη,
μα και μπορούν στη φόρα τους να μας σηκώσουν τόσο
ψηλα, που με το μέτωπο ν' αγγίξουμε τ' αστέρια!


 Μαλακάσης  Μιλτιάδης
(Μεσολόγγι 1869 - Αθήνα 1943):

[...] στην ποίηση του Μαλακάση ιδιαίτερη θέση κατέχει η διάσταση του χρόνου. Τα περισσότερα ποιήματά του αισθητοποιούν μια τάση να συλλαμβάνεται το φευγαλέο, η στιγμή, αντί της χρονικής διάρκειας, δίνοντας έτσι έμφαση στον ρευστό χαρακτήρα της πραγματικότητας και, άρα, σε ένα αίσθημα ανεπίστρεπτου και ματαιότητας. [...]

Ένας ιδιαίτερα μεγάλος, αναλογικά, αριθμός ποιημάτων, σε όλες τις συλλογές του ποιητή, τελειώνει με αποσιωπητικά, κάτι που αισθητοποιεί και μορφολογικά την εντύπωση του ανολοκλήρωτου, του ποιήματος που δεν αποδίδει μια συνολική πραγματικότητα, αλλά ένα ατελές τμήμα της.  Έτσι, η έλλειψη κατακλείδας γίνεται από αναγνωστική και ερμηνευτική άποψη ιδιαίτερα σημασιοδοτική, καθώς αφήνει τον αναγνώστη με μια εντύπωση απροσδιοριστίας και με τη συνείδηση του ρευστού χαρακτήρα των εντυπώσεων και εν τέλει της ποιητικής γραφής· μιας γραφής που φιλοδοξεί να σταθεί μέσα στη χρονικότητα, δίχως να επιθυμεί να τη διαγράψει ή να τη μετατρέψει σε στατικότητα. [...]

Γιάννης Παπακώστας, «Εισαγωγή». Μιλτιάδης Μαλακάσης, Ποιήματα, εισαγ.-φιλολ. επιμ. Γιάννης Παπακώστας, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005,

Το Μεσολογγίτικο

Η κόρη ενός θαλασσινού κ' ενός λιμνιώτη η αδερφή,
Κ' η μοσκοθυγατέρα
Τραγουδισμένης με καημούς μάνας, που στάθηκε κορφή
Στη νύχτα και στη μέρα,
Τι με τ' αστρί παράβγαινε και θάμπωνε τον ήλιο -
Της Κυρ' Αννιώς η Μπίλιω,
Πρώτη μου αγάπη, αυγερινός, μου μήνυσ' ως ξανάρθα εδώ,
Πρι' φύγω πάλε πίσω,
Για την ερμιά, την ξενιτιά, να πάω μια μέρα να τη δω
Να δει α θα τη γνωρίσω.
Χρόνια, και δεν ξανάσανε στον κύκλο κόσμο τον επά
Δεξά και κλειδοκράτα,
Που μήτε και στο σπίτι της πήρε χαράς ποτέ παπά,
Κι ίδια της άλλη στράτα,
Παρά το δρόμο το στρωτό που πάει στο κοιμητήρι,
Για μάνα και για κύρη,
Τον άστρωτον ανήφορο της έγνοιας και της συλλογής,
Της θύμησης που τρώει
Πιότερο κι απ' τα σερπετά σκουλήκια της χλιμμένης γης
Κι από το μοιρολόι.
Χηράμενη της ερωτιάς, κι απ' την παλιά καταλαλιά
Στο πατρικό ρημάδι,
Στα μαύρα και στα σκοτεινά, σαν την κεραυνωμένη ελιά,
Την ηύρα το άλλο βράδυ,
Που και στ' αχνό της πρόσωπο, μαντεύονταν μονάχα,
Θαμπά και νυχτομάχα,
Σημάδια του καλού καιρού, τα μυγδαλάτα της τα δυό,
-Που να μπορούσα να 'σκυβα δροσιά την πίκρα τους να πιώ! -Στα δάκρυα βουτηγμένα,
Για κείνη και για μένα...

Ιωάννης Πολέμης   (1862-1924) 

Χαμένα χρόνια: δυό διαφορετικές μουσικές αποδόσεις η μιά από την Χάρις Αλεξίου, τραγούδι από την ίδια και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, η άλλη από την Τερψιχώρη Παπαστεφάνου με την Δανάη Μπαραμπούτη και την χορωδία Τρικάλων.

Χαμένα χρόνια 


Αχ, και να γύριζαν, να 'ρχονταν πίσω
τα χρόνια που έζησα πριν σ' αγαπήσω!
Χρόνια αμνημόνευτα σα να 'ταν ξένα
τα χρόνια που έζησα χωρίς εσένα.

Ποτάμι που 'τρεξε μες σε λιθάρια
και δεν επότισε μηδέ χορτάρια,
κι η γη το ρούφηξε στ' άφωτα βάθη
κι ως και τ' χνάρι του για πάντα εχάθη.

Αχ, και να γύριζαν να διπλοζήσω,
αγάπη αδιάκοπη να σου χαρίσω,
και να 'σαι η πρώτη μου, εσύ η στερνή μου,
από τη γέννα μου κι ως τη θανή μου.

Μισή σου χάρισα ζωή μονάχα.
Ζωές αμέτρητες ήθελα να 'χα,
έτσι όπως πρέπει σου να σ' αγαπήσω.
Αχ, και να γύριζαν τα χρόνια πίσω!


Όση ομορφιά εμοιράστηκε και ζει...  


Όση ομορφιά εμοιράστηκε και ζει
στις όμορφες του κόσμου λίγη - λίγη,
σαν από κάποιο θαύμα όλη μαζί
στην όψη σου και στο κορμί σου σμίγει.

Γι᾿ αυτό κι όταν τα χείλη μου κολλώ
στα χείλη σου τα ζηλεμένα, φως μου.
με το φιλί σου αχόρταγα φιλώ
όλες μαζί τις όμορφες του κόσμου.

Η αγάπη που μοιράστηκε και ζει
μες τις καρδιές του κόσμου λίγη - λίγη
σαν από κάποιο θαύμα όλη μαζί
μες την πολύπαθη καρδιά μου σμίγει.

Γι᾿ αυτό (και μην πιστέψεις αν σου πουν
πως δεν σου λέγω την αλήθεια φως μου)
με τη δική μου αγάπη σ᾿ αγαπούν
όλες μαζί οι καρδιές όλου του κόσμου.