Παπαντωνίου Ζαχαρίας

Παπαντωνίου Ζαχαρίας


Ένας τρυφερός, ευαίσθητος, μελαγχολικός ποιητής, που την αγάπη του για τα ζώα τη θυμάμαι με συγκίνηση από τα πρώτα μαθητικά μου χρόνια.


Λυπημένα δειλινά

Στῆς γειτονιᾶς τῆς φτωχικῆς
γυρίζει ὁ νοῦς μου τὰ στενά,
τὰ λυπημένα δειλινὰ
στοχάζομαι τῆς Κυριακῆς.

Μέσα στὴν κόκκινη ἀντηλιὰ
τὸ μαραμένο θηλυκὸ
δίχως ἐλπίδα καὶ μιλιὰ
ποτίζει τὸ βασιλικό.

Κανεὶς διαβάτης δὲν περνᾶ,
κανένα αὐτὴ δὲν καρτερεῖ
ποὺ στὸ μπαλκόνι ὀρθὴ φορεῖ
τὸ γιορτινό της τὸ γκρενά.

Σὰ μοίρα κάθεται μιά γριά.
Στὸ φώς μιᾶς πόρτας ρημαδιοῦ
μακραίνει ὁ ἴσκιος τοῦ παιδιοῦ...
Καμπάνα ἀκούγεται μακριά...

Στὸ σύννεφο τὸ βυσσινὶ
θὰ πέσει ὁ ἥλιος νὰ κρυφτεῖ.
Ψαλμὸς ἀκούγεται ἡ φωνὴ
τοῦ τελευταίου πραματευτῆ.

Ὅλα σταμάτησαν ἐκεῖ.
Ἀργεῖ πολὺ νὰ ῾ρθεῖ ἡ βραδιά...
Πῶς ἔχω τὴν ψυχὴ βαριά,
Τὸ δειλινὸ τὴν Κυριακή!







Η Γυναίκα στο πάρκο.

Από το πάρκο επέρασεν η ώριμη κυρία,
μέσα στους όρθιους των δεντρών, ολόρθη, τους κορμούς.
Φύλλα νεκρά τής έρριξε η χρυσή δεντροστοιχία
και μείς τους μαραμένους μας συλλογισμούς.

Θά 'ναι η γυναίκα που έκλαψε πολύ.
Στα βλέφαρά της η σκιά των τρισευγενικών κατέβη μαρασμών.
Τη λύπην εξεδίψασαν τα δάκρυά της,
και την υδρία της γέμισε στη βρύση των λυγμών.

Τα φιλημένα, άλλον καιρό, κρατεί κλεισμένα χείλη,
κι απάνου απ' τα ξερόφυλλα περνάει θαμπή, σβυστή,
στο μύρο της υπομονής, που απλώνουνε το δείλι
τα πληγωμένα απ' την βροχή κλαριά, να ξεχαστεί.

Κι εγώ, που από το μάταιο τον κόσμο αναχωρούσα,
την είδα κι είπα: «Είναι νωρίς· θα μείνω...» Μυστικά στον πόνο και στη γνώση της να εμπιστευτώ μπορούσα
τα δάκρυά μου τα τωρινά και τ' αναμνηστικά.

Τότε θα γύρομε κι οι δυό σε μιά βαθειά ησυχία,
οι κουρασμένοι, οι ώριμοι πολύ,
να ιστορηθεί απ' τον καθέναν η παλιά πικρή του αποτυχία
τρυγώντας του άλλου τα φιλιά οπού έχουν μαραθεί.

Γλυκό χινόπωρο της ζωής, σοφή κι ατάραχη ώρα,
ξέρεις, τα φίλτρα πίνοντας της λύπης, να ευτυχείς
και να γευτείς τον έρωτα σαν τη χρυσήν οπώρα
βαριά απ' το μέλι των χυμών στα ρίγη της βροχής.

Την ίδια δόξα επόθησε τη χινοπωρινή
καθώς με είδεν η ώριμη γυναίκα, κ᾿  η καρδιά της
τα πληγωμένα ετάραξε για μια στιγμή φτερά της
- όμως τα ξαναδίπλωσε στην πρώτη υπομονή.

Και προσπεράσαμε βουβοί, δειλοί κι αγνοημένοι.
Ο λόγος που δεν ήτανε γραφτό μας ν' ακουστεί
καθώς ξερόφυλλο έπεσε λαμπρό στην κοιμισμένη
θάλασσα του ανεκπλήρωτου που τόσα μου κρατεί.

 

Ο παπαγάλος

Σαν έμαθε τη λέξη καλησπέρα
ο παπαγάλος, είπε ξαφνικά:
«Είμαι σοφός, γνωρίζω ελληνικά.
Τι κάθομαι δω πέρα;»

Την πράσινη ζακέτα του φορείκαι στο συνέδριο των πουλιών πηγαίνει,
για να τους πει μια γνώμη φωτισμένη.
Παίρνει μια στάση λίγο σοβαρή, ξεροβήχει, κοιτάζει λίγο πέρα,
και τους λέει: «καλησπέρα»!
Ο λόγος του θαυμάστηκε πολύ.
Τι διαβασμένος, λένε, ο παπαγάλος!
Θα 'ναι σοφός αυτός πολύ μεγάλος,
αφού μπορεί και ανθρώπινα μιλεί.
Απ' τις Ινδίες φερμένος, ποιος το ξέρει
πόσα βιβλία μαζί του να 'χει φέρει,
με τι σοφούς εμίλησε, και πόσα
να ξέρει στων γραμματικών τη γλώσσα!

«Κυρ παπαγάλε, θα 'χομε την τύχη
ν' ακούσωμε τις λες και πάραπέρα;»

Ο παπαγάλος βήχει, ξεροβήχει...
μα τι να πει; Ξανάπε: «καλησπέρα».

Η προσευχή του ταπεινού

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σού λέω την προσευχή μου.
Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ᾿ τη δική μου.
Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι.
Την πίκρα μου τη βάσταξα. Μου δίνεις και την ξένη.

Μ᾿ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.
Προσμένω τα χειρότερα. Είν᾿ αμαρτία να ελπίσω.
Σαν ευτυχία την αγαπώ της νύχτας τη φοβέρα.
Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ᾿ τον αγέρα.

Δεν έχω δόξα. Είν᾿  ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.
Άκουσα τη γλυκιά βροχή. Τη δύση έχω κοιτάξει.
Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι.
Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ.

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω η να κρατήσω.
Δεν περιμένω ανταμοιβή. Πολύ ῾ναι τέτοια ελπίδα.
Ευδόκησε ν᾿ αφανιστώ χωρίς να ξαναζήσω...
Σ᾿ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.



Σερενάδα στὸ παράθυρο τοῦ σοφοῦ.

Σοφέ μου, τὸ τετράσοφο
ποὺ σὲ φωτάει λυχνάρι
νἄτανε, λέει, φεγγάρι
καὶ σὺ εἴκοσι χρονῶ!

Νἄτανε τάχα ἡ γνώση σου
μὲ τὸν ἀγέρα ἀμάχη,
γιὰ δασωμένη ράχη
ξεκίνημα πρωινό...

Νἄτανε τάχα ἡ σκέψη σου
συρτοῦ χοροῦ τραγούδια
μίαν ἀγκαλιὰ λουλούδια
μίαν ἱστορία τρελλή,

τὰ μύρια ποὺ δὲ γνώρισες
νερὸ θἆν τά είχες μάθει
μὲ δάσκαλο τὰ πάθη
μ᾿ ἕνα κλεφτὸ φιλί.

Πολὺ τὴν καταφρόνεσες
τὴ ζωή, πανάθεμά τη...
Καὶ τώρα; Εἶναι φευγάτη
σὰν ὄνειρο πρωινό.

Χειλάκια ἀνθοῦν στὴ γειτονιὰ
γαρούφαλα στὴ γλάστρα,
καὶ σὺ διαβάζεις τ᾿ ἄστρα
καὶ τὸ βαθὺ οὐρανό.


Ο Γεροβοσκός

Πόσα χρόνια πέρασα
κι άσπρισα κι εγέρασα
πάνω στα ψηλώματα
βόσκοντας τα πρόβατα.

Τις κορφές επάτησα
και νυχτοπερπάτησα,
και σε δέντρα γέρικα
είδα κι είδα αγερικά!

Σε ψηλές ανηφοριές
σα κοτσύφι εχύθηκα,
κι έπεσα σε ρεματιές
και αποκοιμήθηκα.

Πάνω στη καπότα μου,
φορεσιά και στρώμα μου,
είδα ονείρατα γυρτός,
ξυπνητός και κοιμιστός.

Σ' αητοράχη εσκάλωσα
με το λύκο εμάλωσα
κι άναψα τρανές φωτιές,
σε τετράψηλες κορφές.

Είδα τ' άστρι στο βουνό,
που το λένε αυγερινό
και στη καθαρή βραδιά
χόρτασα τη ξαστεριά.

Μύρμηγκα δε ζήμιωσα
κι άνθρωπο δε θύμωσα.
Πήρα τα μικρά τ' αρνιά,
σαν παιδιά στην αγκαλιά,

μια ζωήν επέρασα
κι ειπ' ο θεός και γέρασα,
και το χιόνι το πολύ,
μου 'πεσε στη κεφαλή.

Άιντε προβατάκια μου,
περπατάτε, αρνάκια μου,
πάμετε σιγά σιγά
και μας πήρεν η βραδιά.

Ένα σχόλιο στο Γεροβοσκό.

Ο γεροβοσκός ένα ποίημα τρυφερό για το γεροβοσκό και τον καθένα, που "τον παίρνει η βραδυά", που  σε λίγο θα αποχαιρετήσει τη ζωή,  γιατί ο ήλιος βασιλεύει  όπως γράφει ο Καζαντζάκης στην "Αναφορά στο Γκρέκο
«και μαζεύει τα σύνεργα του,  αποχαιρετώντας  τα βουνά, τη θάλασσα, την κληματαριά, την αρετή την αμαρτία, το δροσερό νερό». Ένα ποίημα τρυφερό, που όμως λέει ψέματα!  Πήρε ο γεροβοσκός τα αρνάκια σαν παιδιά στην αγκαλιά; Τότε γιατί ήταν βοσκός; Δεν τα έστελνε στο σφαγείο; Ο ποιητής είναι στο γραφείο. Ο ίδιος  θέλει να είναι τρυφερός με τα ζώα με τους ανθρώπους όπως έχει δείξει και σε άλλα ποιήματα και πεζά . Μέσα σ᾿ αυτή την τρυφεράδα κάτι ξεφεύγει, ο σκεπασμένος θάνατος. Είναι  κάτι αντίστοιχο με τά θαυμασμό και την ηρεμία  και την έκσταση που αισθάνεται  κάποιος αγνατεύοντας ένα δάσος. Είναι αυτό που αισθάνεται ένας ήρωας  του  Κούντερα στην "Αθανασία". « Ένα λιβάδι δεν είναι τίποτ᾿ άλλο από ένα πεδίο οδύνης. Μέσα σ' αυτή την ωραία πρασινάδα, ένα πλάσμα πεθαίνει
κάθε δευτερόλεπτο, τα μυρμήγκια καταβροχθίζουν ζωντανά τα σκουλίκια, τα πουλιά καραδοκούν μεσούρανα, το σαρκοφάγο περιμένει μια ευκαιρία να σκοτώσει. Βρίσκω απωθητικό τον αφελή σεβασμό για τη φύση. Νομίζεις μια ελαφίνα θα είναι λιγώτερο τρομαγμένη από ό,τι θα ήσουν εσύ η ίδια;
» λέει στην Ανιές. «Αν ο  κόσμος υποστηρίζει ότι ένα ζώο δεν μπορεί να υποφέρει όσο ένας άνθρωπος, είναι επειδή οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να υποφέρουν την ιδέα  να ζουν μέσα σε μια φύση που δεν είναι τίποτα άλλο από θηριωδία.» Και ο Παπαντωνίου βλέποντας με τόση τρυφερότητα το γεροβοσκό, είναι σαν να αγναντεύει το λειβάδι!, Αλλά τον αγαπώ για τις προθέσεις του.