"Ερωτικός Λόγος" 

Ο Ερωτικός Σεφέρης

"Ερωτικός Λόγος"

Οι φωτογραφίες είναι από τη Βιογραφία του Σεφέρη

από τον Ρόντρικ Μπήτον εκδόσεις Ωκεανίδα.

Ο Γ. Σεφέρης  και η Ζακλίν Ιούλιος 1924
Ο Γ. Σεφέρης και η Ζακλίν Ιούλιος 1924
Η Μαρί-Λουίζ  Πουγιολόν και η Ζακλίν Πουγιολόν 1924
Η Μαρί-Λουίζ Πουγιολόν και η Ζακλίν Πουγιολόν 1924
Λουκία Φωτοπούλου (Λου), στο υπόγειο διαμέρισμά της τη στέρνα
Λουκία Φωτοπούλου (Λου), στο υπόγειο διαμέρισμά της τη στέρνα
Ο Γ. Σεφέρης με τη Λουκία Φωτοπούλου (Λου) το 1930
Ο Γ. Σεφέρης με τη Λουκία Φωτοπούλου (Λου) το 1930
"Προλεγόμενα" για τον "Ερωτικό λόγο" του Γιώργου Σεφέρη


Είμαστε αμέσως μετά την Μικρασιατική καταστροφή και το προσφυγικό κύμα προς την Ελλάδα. Στην Αθήνα τα πράγματα είναι χειρότερα παρά ποτέ. Το σπίτι των Σεφεριάδη στην οδό Κυβέλης είναι πλέον τόσο γεμάτο με συγγενείς εγκατεστημένους κατάχαμα, μέχρι και στην κουζίνα και στο χολ, ώστε η Ιωάννα θα πάρει τη μητέρα της για να μείνουν με μια φίλη στο κοσμικό προάστιο της Κηφισιάς, στους πρόποδες της Πεντέλης. Σ ᾿ αυτούς τους τρεις μήνες, όταν η μόνιμη απώλεια της πατρίδας του είναι ακόμη γι᾿ αυτόν μια ανοιχτή πληγή, ο Γιώργος θα συναντήσει τον πρώτο μεγάλο έρωτα της ζωής του.

Ο Γιώργος ερωτευμένος.

Ονομάζεται Ζακλίν Πουγιολόν. Όταν τη συνάντησε ο Γιώργος για πρώτη φορά, στις 5 Ιανουάριου του 1923, η Ζακλίν ήταν δεκαοκτώ ετών. Σύμφωνα με την Ιωάννα:

Έτυχε να ξανασυναντήσει ο πατέρας, τότε το χειμώνα του ᾿23, παλιούς του παρισινούς φίλους, τη μητέρα της, τη Marie Louise. Η γνωριμία τους ανανεώθηκε. Μορφωμένη και ανοιχτόκαρδη γυναίκα ζήτησε να γνωρίσει τον Γιώργο και τον Άγγελο. Τους κάλεσε στο σπίτι της.

Αυτά τα γράφει η Ιωάννα το 1973. Στην πραγματικότητα, η ΜαρίΛουίζ η ο σύζυγός της ή και οι δύο, πρέπει να υπήρξαν φίλοι του Στέλιου από τα φοιτητικά του χρόνια στη Γαλλία. Ο κ. Πουγιολόν απουσιάζει από τη σωζόμενη αλληλογραφία και τις φωτογραφίες· αν και μητέρα και κόρη εξαρτώνται οικονομικά απ ᾿ αυτόν, ο πατέρας της Ζακλίν φαίνεται ότι δεν ζούσε με τη σύζυγο και την κόρη του. Ο Γιώργος τον συναντά σπανίως και τον περιγράφει πάντα με σκληρά λόγια.

Η νέα γνωριμία, ωστόσο, με τη μητέρα και την κόρη δεν είναι και τόσο αναπάντεχη. Αν και η περιγραφή της Ιωάννας συγκαλύπτει το γεγονός, η σχέση θα στεριώσει χάρις στην παρουσία της αδελφής της Δέσπως, της καλόκαρδης θείας Άγλας (είναι αδελφή της μητέρας του Γιώργου), η οποία έδινε μαθήματα πιάνου και περιστασιακά εμφανιζόταν σε συναυλίες στο Παρίσι. Δύο σειρές φωτογραφιών στις οποίες απαθανατίζεται η οικογένεια μοιάζουν να έχουν τραβηχτεί στο σπίτι της Άγλας Τενεκίδου στο Λε Βεζινέ, έξω από το Παρίσι. Ένας επιπλέον δεσμός ανάμεσα στις δύο οικογένειες είναι το γεγονός ότι η Ζακλίν ήταν και η ίδια ταλαντούχα πιανίστρια. Δεν περνάει πολύς καιρός και ο Γιώργος στέλνει φωτογραφίες των νέων του φιλενάδων στην αδελφή του, παρακινώντας την Ιωάννα να γράψει στη Ζακλίν, καθώς η Δέσπω αλληλογραφεί ήδη με τη ΜαρίΛουίζ. Στους μήνες που ακολουθούν, τα γράμματα του Γιώργου προς τη Δέσπω παρουσιάζουν τη ΜαρίΛουίζ ως δεύτερη μητέρα για τον Άγγελο και τον ίδιο. Τον Ιούνιο, η Δέσπω εκφράζει την ολόκαρδη ευγνωμοσύνη της: «Η Μαρί Λουίζ την νιώθω πως σας έχει στην καρδιά της».
Όλα αυτά θα ήταν κατανοητά εάν η σχέση ανάμεσα στις δύο οικογένειες στηριζόταν στην προοπτική του γάμου. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, η θεία Άγλα προσφέρθηκε να γίνει ο απαραίτητος σύνδεσμος ανάμεσα στον πατέρα, ο οποίος βρίσκεται μόνος στο Παρίσι, και στην οικογένεια της ανύπαντρης κοπέλας. Τη στιγμή αυτή, όταν η τύχη της οικογένειας του και της χώρας του έχουν αγγίξει το ναδίρ τους μετά τον διωγμό των Ελλήνων από τη Σμύρνη, ο Στέλιος μπορεί να αποφάσισε, με τον συνήθη παρορμητισμό του, ότι η καλύτερη προοπτική για το μέλλον του Γιώργου θα ήταν να φτιάξει τη ζωή του και την καριέρα του στη Γαλλία.

Το προηγούμενο καλοκαίρι κατά τη διάρκεια της σύντομης παραμονής της με τη μητέρα της στο Παρίσι, η Ιωάννα έγινε έξαλλη καθώς ο Στέλιος την πήγε για τσάι στο «Ρίτζ» με τη συνοδεία του αδελφού της, συντροφιά με έναν υποψήφιο μνηστήρα. Αν και η Ιωάννα θα διατηρήσει στενή επαφή με τον Αρώνη, ο Στέλιος εμποδίζει ως φαίνεται τη σχέση αυτή. Όταν ο Νίκος ανακοινώνει στον Γιώργο τον επικείμενο γάμο του με άλλη γυναίκα, θα προσθέσει: «Ανάμεσα σ᾿ αδέρφια συγγνώμες δεν έχουν θέση», αναγνωρίζοντας έτσι σιωπηρά τον άτυπο δεσμό που υπήρξε ανάμεσα στον ίδιο και στην Ιωάννα. Ο Νίκος και η Ανδρονίκη Αρώνη θα παντρευτούν τον Απρίλιο του 1923 και λίγο αργότερα φτάνουν στο Παρίσι, όπου ο Γιώργος τους συστήνει στη Ζακλίν και τη μητέρα της.
Τρεις μήνες μετά την πρώτη γνωριμία του με τη Ζακλίν, ο Γιώργος γράφει στην αδελφή του: «Σου μοιάζει, γι ᾿ αυτό μου είναι συμπαθητική, έχει κι αυτή τις γεννησήμιες της πληγές ...» Στις φωτογραφίες, η ομοιότητα της Ζακλίν με την Ιωάννα είναι όντως έντονη, αν και αυτό οφείλεται εν μέρει στο χτένισμα και στον τρόπο ντυσίματος. Ήταν ψηλή, σχεδόν όσο και ο Γιώργος, με κοντά, πυκνά σκούρα μαλλιά και απαλές μπούκλες. Η ομορφιά της έχει κάτι το αρρενωπό· το χρωστάει στο θεληματικό πιγούνι, στο φαρδύ πρόσωπο και στη φλογερή λάμψη των ματιών της.

Ο Αρώνης, ο οποίος θα τη συναντήσει μάλλον τον Μάιο ή τον Ιούνιο, θα περιγράψει πολλά χρόνια αργότερα τη Ζακλίν ως «μια όμορφη Γαλλιδούλα, ξανθή, γαλανομάτα, πιανίστα, με πολύ λεπτά αισθήματα και βαθειά τρυφερή αγάπη για τον Γιώργο». Σύμφωνα με τον Γιώργο ήταν καστανή· οι φωτογραφίες δεν βοηθούν να διακρίνεις το χρώμα των ματιών της. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία, ως φαίνεται, για το ταλέντο της ή για τα αισθήματά της για τον Γιώργο. Τα δικά του αισθήματα για εκείνην είναι πιο δύσκολο να τα κρίνει κανείς.

Λίγο πριν γράψει εκείνο το γράμμα στην Ιωάννα όπου περιγράφει τη Ζακλίν, θα προσπαθήσει να εκφράσει λογοτεχνικά αυτό που του συμβαίνει. Δύο παραλλαγές ενός ημιτελούς διηγήματος, ή ποιήματος σε πεζό λόγο, που γράφει εκείνο τον Μάρτιο, περιβάλλουν την πρώτη του συνάντηση με τη Ζακλίν με μιαν αχλή συναισθηματικής αγωνίας. Σ ᾿ αυτήν τη δραματοποιημένη εκδοχή, ο Γιώργος υιοθετεί το προσωπείο του «Άλγη Βάγια». Το πρώτο μέρος του ονόματος παραπέμπει στην έννοια του πόνου (άλγος)· το δεύτερο επίσης περιέχει την έννοια του πόνου και της θυσίας, καθώς παραπέμπει ηχητικά στην Κυριακή των Βαΐων. Αυτό το alter ego του, είναι απόγονος μιας ηρωικής, βασανιζόμενης φυλής και ενός πατέρα, ο οποίος διαθέτει το πιο τρομακτικό βλέμμα. Ο Άλγης Βάγιας είναι εραστής της ελευθερίας, ωστόσο «23 χρόνια τον ρήμαξεν η προγονικιά του σκλαβιά». Προφανώς το πρόσφατο τραύμα της Σμύρνης και το κλασικό οιδιπόδειο σύμπλεγμα απέναντι στον πατέρα του έχουν εδώ τον πρώτο λόγο. Στην κοπέλα δίνεται όνομα ελληνικό «Κρινούλα»: την εξιδανικεύει ως σωτήρα, ωστόσο δεν μπορεί να είναι ευτυχισμένος μπροστά της· αναπόσπαστα συνυφασμένος με αυτήν την αγάπη που γεννιέται, είναι ο πόνος του χωρισμού. Η Ιωάννα, η οποία θα υποστηρίξει σθεναρά τη Ζακλίν σε όλα όσα πρόκειται να ακολουθήσουν, παραδέχεται εμμέσως ότι ίσως αυτή ήταν η αλήθεια της σχέσης εξ αρχής:

Αναζητάει τη Ζακλίν και την αποφεύγει. Έτσι η μοναξιά του είναι ακόμα πιο μεγάλη. Έχει ανάγκη από ησυχία. Έχει ανάγκη από τη στέρεη αγάπη που μόνο να δίνει γνωρίζει, χωρίς να ζητάει.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Ζακλίν αρέσει στον Γιώργο· αλλά οι υποχρεώσεις του γάμου φαίνεται ότι του προκαλούν κάτι σαν φρίκη. Η Ιωάννα, επιπλέον, έχει σίγουρα δίκιο ότι ένας γάμος με τη Ζακλίν θα σήμαινε για τον Γιώργο το τέλος μιας πολύ συγκεκριμένης φιλοδοξίας, την οποία είχε προσδιορίσει στο τέλος της διάλεξής του για τον Μορεάς: να γίνει Έλληνας ποιητής. Στα γαλλικά θα γράψει ορισμένους στίχους, τους οποίους στέλνει στην αδελφή του και πριν και κατά τη διάρκεια της σχέσης του με τη Ζακλίν ωστόσο, όσο δελεαστικό κι αν ήταν κάτι τέτοιο στις συνθήκες του 1923, δεν τον απασχόλησε ποτέ η προοπτική να ακολουθήσει τα βήματα του Μορεάς μέχρι τέλους.
Είναι μια ερωτική σχέση η οποία θα τους σημαδέψει και τους δυο για όλη τους τη ζωή· Περιέργως, ελάχιστα στοιχεία διασώζονται από την εποχή που πέρασαν ευτυχισμένοι μαζί.
Μιλούν, ως φαίνεται, για ποίηση και για μουσική.

Ωστόσο, ακόμη και κατά τη διάρκεια των δεκαοκτώ μηνών που ο Γιώργος θα παραμείνει στο Παρίσι μετά τη γνωριμία του με τη Ζακλίν, ο χρόνος που περνούν μαζί πρέπει να ήταν πολύ περιορισμένος. Την άνοιξη του 1923, η ΜαρίΛουίζ παίρνει την κόρη της προκειμένου να πάνε για δύο μήνες στο δεύτερο σπίτι της οικογένειας στη Νίκαια. Ο Γιώργος τότε προετοιμάζεται για τις ενδιάμεσες εξετάσεις του διδακτορικού του και σύμφωνα με την Ιωάννα ήταν απελπιστικά κουρασμένος. Οι εξετάσεις θα αναβληθούν. Όταν τελειώσουν, στις αρχές Ιουλίου, τότε μόνον θα επιτρέψει η Ιωάννα στον εαυτό της να ελπίζει:

«Στις πρώτες συναντήσεις τους μετά τις εξετάσεις, είχα την ελπίδα πως μια ευτυχία θα φώτιζε την ψυχή του»."

Η παραμονή της Ημέρας της Βαστίλης (14 Ιουλίου) φαίνεται πως είναι σημείο καμπής. Ο Γιώργος, ο Άγγελος, το ζεύγος Αρώνη και οι φίλοι τους θα συμμετάσχουν όλοι μαζί στις καθιερωμένες ολονύχτιες γιορτές στη γειτονιά τους. Η ΜαρίΛουίζ και η Ζακλίν θα έρθουν να τους βρουν. Το τραγούδι, το ποτό και ο χορός συνεχίζονται όλη τη νύχτα· ακόμη και ο Γιώργος, ο οποίος δεν χόρευε ποτέ παρά μόνον από καθήκον, για πρώτη φορά «έχει φτερά στα πόδια»
Η εντύπωση ότι όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν ήταν σχεδιασμένα από τους γονείς είναι μάλλον αναπόφευκτη. Σχεδόν αμέσως, η ΜαρίΛουίζ θα πάρει τη Ζακλίν για να πάνε σε μια λουτρόπολη ως τον Οκτώβριο· ο Γιώργος σπάει τη σιωπή του που κράτησε δυο μήνες για να γράψει γράμματα στη Δέσπω και την Ιωάννα, τα οποία ξεχειλίζουν από δυστυχία, χωρίς ωστόσο να φωτίζουν την αιτία της. Ο Στέλιος τώρα θα επέμβει και θα πάρει και τους δύο γιους του στην παραλία της Βρετάνης για δυο εβδομάδες. Είναι η μόνη φορά που γνωρίζουμε ότι ο Στέλιος πηγαίνει διακοπές· η δε εκδοχή της Ιωάννας αποσιωπά το γεγονός ότι πηγαίνει και ο ίδιος μαζί τους. Ό,τι και να συνέβη τη νύχτα της Βαστίλης, δεν θα κάμψει τα αισθήματα της Ζακλίν για τον Γιώργο. Αν και η αλληλογραφία τους δεν έχει ως τώρα τουλάχιστον εντοπιστεί, μια σειρά από φωτογραφίες της ίδιας τραβηγμένες στη λουτρόπολη, και χρονολογημένες εκείνον τον Αύγουστο, τού έχουν δίχως άλλο αποσταλεί
κατά τη διάρκεια του υποχρεωτικού χωρισμού τους.

Το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτεμβρίου, ο Στέλιος εγκαταλείπει το Παρίσι προκειμένου να αναλάβει για άλλη μια φορά τα καθήκοντά του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο Γιώργος και ο Άγγελος θα μείνουν και πάλι μόνοι. Σχεδόν αμέσως, ο Γιώργος προσβάλλεται από παρατυφοειδή πυρετό και θα εισαχθεί στο νοσοκομείο. Θα αποκρύψει το γεγονός από τη μητέρα του και την Ιωάννα έως ότου γίνει καλύτερα. Η Μαρί Λουίζ και η Ζακλίν επιστρέφουν και αυτές τότε στο Παρίσι· παρέα με τον Άγγελο, μητέρα και κόρη βρέθηκαν στο πλευρό του για να τον βοηθήσουν να αναρρώσει. Η ΜαρίΛουίζ, γράφει στη μητέρα του στις 17 Οκτωβρίου, υπήρξε «ιερός φίλος που θάταν μαζί και μητέρα και αδελφή»
Είναι η εποχή που ο Γιώργος ξεκινά τον τελευταίο του χειμώνα στη Σορβόνη. Η σχέση του με τη Ζακλίν έχει περάσει σε νέο στάδιο, και σε νέο αδιέξοδο. Ήθελε γάμο εκείνος όχι. Σύντομα, ο δεσμός τους θα γίνει απείρως οδυνηρότερος και με τον τρόπο του θα αντέξει
ακόμη περισσότερο στον χρόνο. Ο αδελφός του Γιώργου, ο Άγγελος, σπουδάζει εδώ και έναν χρόνο ιατρική στη Σορβόνη.


Στις αρχές του 1924, θεωρείται δεδομένο στην οικογένεια ότι ο Γιώργος θα επιστρέφει, εντέλει, στην Ελλάδα αμέσως μόλις ολοκληρώσει τις σπουδές του. Πριν από τα φοβερά γεγονότα του Σεπτεμβρίου του 1922, ο Στέλιος σχεδίαζε να περάσει ο γιος του τις εισαγωγικές εξετάσεις για το υπουργείο Εξωτερικών στην Αθήνα. Η προοπτική ενός γάμου με τη Ζακλίν, η οποία προέκυψε τον προηγούμενο χρόνο, ίσως να είχε αλλάξει τα σχέδια αυτά. Ο Γιώργος όμως δεν προτίθεται να κάνει ένα τέτοιο βήμα. Αμέσως μετά την Πρωτοχρονιά, γράφει στη μητέρα του ότι σκοπεύει να εγκαταλείψει οριστικά το Παρίσι τον Φεβρουάριο, και εγκαίρως για τα γενέθλιά του· κατόπιν, στα τέλη Φεβρουάριου: «Έχω αποφασίσει οπωσδήποτε να ξεμπερδέψω με τα νομικά αυτό το χρόνο, δηλ. το αργότερο το Μάη».

Στο ημερολόγιό του εκείνο το καλοκαίρι γράφει «Θα περάσω τις δυο μου εξετάσεις τού Doctorat το Νοέμβρη» Τον Νοέμβριο εντούτοις έχει ήδη φύγει από το Παρίσι, προκαλώντας έτσι την ακύρωση της εγγραφής του στη Σορβόνη:
Ο ανώτερος τίτλος ήταν επιθυμητός, όμως δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την είσοδο στο υπουργείο Εξωτερικών. Ωστόσο, η άριστη γνώση μιας δεύτερης ξένης γλώσσας είναι απαραίτητη. Κάποια στιγμή στις αρχές του καλοκαιριού του 1924, ο Στέλιος θεωρεί ότι η καλύτερη λύση είναι η Αγγλία: ο Γιώργος θα περνούσε το καλοκαίρι μαθαίνοντας αγγλικά. Στη μητέρα του εκμυστηρεύεται ότι δεν προσβλέπει με χαρά στη νέα του εμπειρία: «Δεν ξέρω έξω από δυο τρεις λέξεις στη γλώσσα και αυτό με δυσκολεύει πολύ».

Τα αισθήματα του Γιώργου για τη Ζακλίν, καθώς πλησιάζει η στιγμή του χωρισμού τους, είναι τώρα περισσότερο αινιγματικά παρά ποτέ. Σύμφωνα με την Ιωάννα, ο Γιώργος και η Ζακλίν εκείνη την περίοδο «ώρες ολόκληρες χωρίς να μιλούν γυρίζανε στα γεφύρια και στα πάρκα του Παρισιού». Τον Απρίλιο, όταν η Μαρί Λουίζ θα πάρει ξανά τη Ζακλίν για μια παρατεταμένη διαμονή στην εξοχή, ο Γιώργος γράφει στην ατζέντα του: «Ποιος ξέρει; Ποιος ξέρει;» Την ίδια ημέρα, ξεκίνησε ένα ποίημα με τον τίτλο «Ιn Μemorian, Η μπαλλάδα του φευγιού», το οποίο ολοκληρώνει έξι μήνες αργότερα στην Αγγλία. Δεν φαίνεται να έκανε κάποιο θετικό βήμα για να μονιμοποιήσει τη σχέση· ωστόσο, τον βασανίζει ο επιβεβλημένος χωρισμός, τον οποίο ο Στέλιος κρίνει σκόπιμο να παρατείνει ως τα τέλη του έτους.

Στις αρχές Ιουλίου του 1924, γίνεται συνεστίαση στο σπίτι της θείας Άγλας στο Λε Βεζινέ. Ο Στέλιος, ο Γιώργος και ο Άγγελος είναι παρόντες, καθώς επίσης και η Ζακλίν με τη ΜαρίΛουίζ. Βγάζουν φωτογραφίες και τις στέλνουν στη Δέσπω και την Ιωάννα στην Αθήνα. Στα τέλη πλέον του μήνα, τα βιβλία του Γιώργου έχουν μπει σε κιβώτια και βρίσκονται καθ ᾿ οδόν για την Ελλάδα· η Ζακλίν και η μητέρα της έχουν ήδη φύγει για να περάσουν τον Αύγουστο στην εξοχή. Την 1η Αυγούστου ο Γιώργος ξεπροβοδίζει τον Άγγελο και τον Αρώνη, προτού αναχωρήσουν για την Ελλάδα. Την επομένη, ημέρα Σάββατο, από την άλλη άκρη του Παρισιού ο Γιώργος και ο φίλος του Πέτρος Αδάμος θα ξεκινήσουν για τη Διέπη, απ᾿ όπου θα περάσουν με πλοίο στο Νιουχέιβεν.

Η πρώτη γνωριμία του Γιώργου με τη χώρα που επρόκειτο να παίξει τόσο σημαντικό ρόλο στη ζωή του τα επόμενα χρόνια, είναι δυσοίωνη. Στη μητέρα του γράφει: «Ταξίδι απαίσιο. Ο κόσμος ψαθί και το καράβι καρυδότσουφλο».

Στην Αγγλία θα μείνει σε ένα προάστιο του Νοτιοδυτικού Λονδίνου, το Μπάλαμ. Κατά το τέλος του έτους νέα κρίση με τον πατέρα του, μετά την απόφαση του πατέρα του, να μην του επιτρέψει να περάσει τα Χριστούγεννα με τη Ζιλμπέρτ και την Μαρί Λουίζ στο Παρίσι.

Όμως ο Γιώργος με το ξεκίνημα του νέου χρόνου 1925, θα πάει στο Παρίσι, όπου θα μείνει πέντε εβδομάδες. Είναι οι τελευταίες εβδομάδες που περνούν με την Ζακλίν σαν εραστές. Στις 11 Φεβρουαρίου ό Γιώργος βρίσκεται στη Μασσαλία και επιβιβάζεται στο πλοίο με το οποίο επιστρέφει στην Ελλάδα.

Τα πρώτα δύο χρόνια της επιστροφής του στην Ελλάδα, ο Γιώργος μένει πιστός στον κόσμο που έχει αφήσει πίσω του στο Παρίσι και με άλλους τρόπους, πέραν του ισχυρού αυτού λογοτεχνικού δεσμού. Αλληλογραφεί τακτικά με τη Ζακλίν και τη μητέρα της, τη Μαρί Λουίζ, συχνά στέλνοντας η λαμβάνοντας δύο γράμματα την εβδομάδα. Με εξαίρεση δύο καλλιτεχνικές φωτογραφίες της, τις οποίες η Ζακλίν θα στείλει στον Γιώργο τον Ιούλιο του 1925, δεν είναι γνωστό αν έχει επιζήσει κάποιο τμήμα της αλληλογραφίας αυτής, η οποία μάλλον ήταν γραμμένη στα γαλλικά στις λακωνικές σελίδες, ωστόσο, της ατζέντας του για το 1926 και το 1927 βρίσκει κανείς τα ίχνη της συχνότητάς της. Από την ίδια πηγή, υπάρχουν ενδείξεις ότι ένα μέρος της αλληλογραφίας αυτής γινόταν μέσω του Πονηρίδη, του φίλου του στο Παρίσι, πιθανόν για να αποφύγει να προκαλέσει την ανεπιθύμητη προσοχή των δικών του στο σπίτι.

Το γεγονός αυτό αντιφάσκει έντονα με τα ίχνη της Ζακλίν που διασώζονται στις Μέρες Α᾿ και στις Έξι νύχτες στην Ακρόπολη. Στο καθένα, και με την ταυτότητά της μετά βίας καλυμμένη, εμφανίζεται ως ανάμνηση και μόνον, όσο κι αν η ανάμνηση αυτή είναι ιδιαιτέρως τρυφερή· δεν υπάρχει κανένα ίχνος πάλης, και σχεδόν καμία ένδειξη συνεχιζόμενης δέσμευσης έπειτα από την αναχώρηση του Γιώργου από το Παρίσι και την επιστροφή του στην Ελλάδα. Σε μια ημερολογιακή εγγραφή για τον Αύγουστο του 1926, ενάμιση χρόνο μετά την επιστροφή του, διαβάζει κανείς:

«Το πιο δυνατό πάθος που έχω, το πάθος της έκφρασης, στάθηκε μια ανεξάντλητη πηγή δυστυχίας για μένα. Αυτό μ᾿ έκανε να πληγώσω αστόχαστα τη γυναίκα που αγαπούσα».

Δεν πρόκειται απλώς για υποτίμηση της πραγματικής σημασίας των γεγονότων ο αόριστος του τελευταίου ρήματος (στη μορφή με την οποία διατηρείται στις Μέρες Α᾿) διαψεύδεται άμεσα από τις ατζέντες. Ο Γιώργος όχι μόνον συνεχίζει να είναι ερωτευμένος με τη Ζακλίν, αλλά δείχνει να έχει περάσει σε ένα στάδιο ακόμη πιο ειλικρινούς δέσμευσης μαζί της, πολύ πιο προχωρημένης από εκείνη την οποία ήταν διατεθειμένος να αναλάβει όσο ήταν μαζί στο Παρίσι. Αυτό, τουλάχιστον, είναι το πιθανότερο νόημα της εγγραφής στην ατζέντα του για την 5η Μαρτίου 1926: «ML: Αποστολή επιστολής. Τα μετέπειτα γράμματα διατηρούν τα ίχνη της πεισματικής του απόφασης και, όπως αποδεικνύεται εκ των υστέρων, της καταδικασμένης του προσπάθειας να παραμείνει πιστός.

Γράφοντας στην αδελφή του όταν όλα θα έχουν τελειώσει, ο Γιώργος θυμάται την «υπεράνθρωπη εκείνη προσπάθεια» των πρώτων δύο χρόνων πίσω στην Ελλάδα: «Πόσο πρέπει να ξεχαστεί κανείς, ή να μεταβάλει τις φυσικές του συνθήκες για να κρατήσει μια πραγματική επαφή από μακριά». Θα περιγράφει τότε τις συνέπειες της: «Έχω την εντύπωση πως εζούσα μέσα σε μια κρίση μυστικισμού». Στα χρόνια εκείνα, δίχως άλλο, η εικόνα της Ζακλίν αρχίζει πλέον να μεταλλάσσεται στη σκέψη του Γιώργου για να μετατραπεί στην αιθέρια, εξιδανικευμένη, εν μέρει θρησκευτική μορφή η οποία εμφανίζεται στα μετέπειτα ποιήματά του. Εξίσου αναδρομικά, θυμάται την προσπάθειά του να της μείνει πιστός με περισσότερη ευθύτητα: «Χωρίστηκα τραγικά στη ζωή μου, ενώ η προσήλωση έκαιε και ξέρανε κάθε άλλη τρυφερότητα, περαστική, ελεύθερη, μέσα μου».

Ο Γιώργος παρέμεινε πιστός στη Ζακλίν και τη μητέρα της, τη ΜαρίΛουίζ, περισσότερο από δύο χρόνια, όταν ξαφνικά όλα αλλάζουν. Σύμφωνα με την Ιωάννα:

«Μια αληθινή γυναίκα, με μουσική καλλιέργεια, με ευαισθησία, ερωτεύθηκε το Γιώργο. Παντρεμένη, λίγο μεγαλύτερή του, είχε καταλάβει το ερωτικό του δράμα. Τον πλησίασε με προσοχή, χωρίς ζήλεια, με αγάπη, με θηλύτητα και θαυμασμό. Και ό,τι του ᾿λεγε ήταν σοβαρό. Προπάντων δεν του ζητούσε πίστη. Και ο Γιώργος δέχτηκε τον έρωτα της μ. ευγνωμοσύνη».

Πρόκειται για τη Λουκία Φωτοπούλου, το όνομα της οποίας ο Γιώργος σύντομα θα συντμήσει σε «Λου». Αργότερα, η Λου θα αποκτήσει επίσης τα λογοτεχνικά ψευδώνυμα Σαλώμη και Μπίλιω.

Η Λουκία Φωτοπούλου ήταν φαινόμενο πολύ ασυνήθιστο για την Αθήνα της εποχής εκείνης: μια εξαιρετικά μορφωμένη γυναίκα, η οποία ζούσε μακριά από τον άντρα της και αγωνιζόταν να κερδίσει τη ζωή της γράφοντας κριτικές και άρθρα γύρω από την κλασική μουσική. Βρισκόταν στο Παρίσι την ίδια περίοδο με τον Γιώργο σπουδάζοντας μουσική, ωστόσο οι δρόμοι τους δεν φαίνεται να διασταυρώθηκαν τότε. Οι μουσικές της προτιμήσεις (βαθιά αγάπη για τον Ντεμπισί, τον Ραβέλ και τον Στραβίνσκι, απέχθεια για τον Βάγκνερ) επηρέασαν τα γούστα του Γιώργου. Στις λιγοστές φωτογραφίες, οι οποίες δείχνουν μια μάλλον αρρενωπή γυναίκα με φαρδείς ώμους, δεν φαίνεται εύθραυστη, αν και στα γράμματα του Γιώργου προς εκείνη υπάρχουν ενδείξεις ότι η υγεία της δεν ήταν καλή.

Τα στοιχεία αυτά αντιστοιχούν στον χαρακτήρα της Σαλώμης (γνωστής και ως Μπίλιω) στο μυθιστόρημα Έξι νύχτες στην Ακρόπολη. Κι εκείνη είναι μικρού αναστήματος. Έχει καστανοκόκκινα μαλλιά και βραχνή φωνή, οι κουβέντες της είναι απροσδόκητες· έχει πάθος, με «πικρή ηδονή». Σαν το αντίστοιχό της στην πραγματική ζωή, η πλασματική Σαλώμη έχει παντρευτεί και έχει χωρίσει από τον σύζυγό της. Έχει σχέσεις με γυναίκες όπως και με άντρες, προστατεύει με σθένος την ερωτική της ελευθερία, και σε μια σημαντική καμπή της πλοκής του μυθιστορήματος προμηθεύει μία από τις φιλενάδες της στον ήρωα. Ίσως οι λεπτομέρειες αυτές να μοιάζουν περισσότερο ταιριαστές στον κόσμο του μύθου παρά της πραγματικότητας· σίγουρα, ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσονται στο μυθιστόρημα είναι σε μεγάλο βαθμό λογοτεχνικός και μόνον. Ο Γιώργος ωστόσο θα παραδεχτεί ότι η πραγματική Λου είχε επίσης ομοφυλοφιλικές σχέσεις. Και το καλοκαίρι του 1927, αναπληρώνει, ως φαίνεται, τα δυο χρόνια της αφοσίωσής του στην αγαμία με ένα ξέσπασμα ελευθεριότητας· πρόχειρες σημειώσεις στην ατζέντα του την περίοδο αυτή αφήνουν να εννοηθεί ότι τουλάχιστον μία από αυτές τις περιστασιακές φιλενάδες τού την προμήθευσε πιθανόν η Λου.

Ο Γιώργος γοητεύθηκε για πρώτη φορά από τη Λου μάλλον το καλοκαίρι του 1926, τον καιρό που η μητέρα του ήταν ετοιμοθάνατη στην Κηφισιά. Μια τυχαία συνάντηση στο λεωφορείο για την Αθήνα, ένα ζεστό απόγευμα του Ιουλίου, διαθλάται με διαφορετικούς τρόπους στις Μέρες Α᾿ , στις Έξι νύχτες και στο πρώτο προσχέδιο του ποιήματος «Αυτοκίνητο», το πρώτο χρονολογικά από τα ποιήματα της Στροφής τα οποία θα γραφούν μετά την επιστροφή του Γιώργου στην Ελλάδα. Αυτό το σύντομο, πικρό ποίημα αναπτύσσει μια εκτενή φαντασίωση σύγχρονου, ανέραστου σαρκικού έρωτα, στην οποία μόνον τα κορμιά συγκρούονται μεταξύ τους κατά τη φανταστική πορεία του αυτοκινήτου, ενώ οι καρδιές των εραστών σκορπίζονται δεξιά και αριστερά, χωρίς ποτέ να συναντιόνται. Στην πλήρη μορφή της ημερολογιακής εγγραφής, όπως τουλάχιστον διασώζεται στο μυθιστόρημα, η σκηνή αυτή αποτελεί το πλαίσιο για την πρώτη συνάντηση ανάμεσα στον Στράτη και στη Σαλώμη.

Η συνέχεια έρχεται δέκα μήνες αργότερα, την επόμενη άνοιξη. Στο μυθιστόρημα, ο Στράτης και η Σαλώμη γίνονται εραστές ξαφνικά, το βράδυ της Μεγάλης Παρασκευής τον επόμενο Απρίλιο, στο υπόγειο διαμέρισμά της. Στην ατζέντα του Γιώργου για το 1927, στις σελίδες που καλύπτουν τις πρώτες πέντε ημέρες του Απριλίου υπάρχει μια σειρά πρόχειρων σημειώσεων οι οποίες είναι μόλις αναγνώσιμες, κατά συνέπεια μαρτυρούν βιασύνη ή ταραχή, και εντελώς διαφορετικές από κάθε άλλη εγγραφή στις ατζέντες αυτές. Ορισμένες μοιάζουν με στίχους από σατιρικά στιχάρια. Στην Ελλάδα είναι Πάσχα, η ατζέντα ωστόσο είναι γαλλική: δίπλα στην ημερομηνία Κυριακή 3 Απριλίου υπάρχει η ένδειξη «La Passion». Η λέξη έχει την ίδια διπλή σημασία στα γαλλικά όπως και στα ελληνικά, και πιθανόν αρκεί για να δώσει στον Γιώργο την ιδέα της συμβολικής αντιπαράθέσης της ιεροτελεστίας της Ορθόδοξης Μεγάλης Παρασκευής με το πάθος των εραστών που βρίσκονται κρυμμένοι στο υπόγειο διαμέρισμα της Σαλώμης. Στο μυθιστόρημα δίνονται μεγάλες διαστάσεις στο επεισόδιο αυτό· ο ίδιος συμβολισμός θα αποτελέσει τη βάση της Στέρνας, του ποιήματος που θα γράψει ο Γιώργος λίγα χρόνια αργότερα για τη Λου. Μια απομονωμένη εγγραφή στις Μέρες Α᾿ , για το Σάββατο 2 Απριλίου του 1927, αποτελείται από τέσσερις στίχους των οποίων οι εικόνες προμηνύουν πιστά το ποίημα αυτό. Στην πραγματική ζωή, η Λου ζει όντως σε υπόγειο διαμέρισμα στο άλλο άκρο της Λεωφόρου Πατησίων, σχετικά κοντά στην οικογενειακή κατοικία των Σεφεριάδηδων· από τη στιγμή εκείνη και μετά, η λέξη «στέρνα» γίνεται ο προσωπικός κωδικός του Γιώργου για τους τόπους της ερωτικής συνεύρεσης.

Κατόπιν, ξεκινώντας από την 5η Απριλίου, οι αριθμοί που δηλώνουν στην ατζέντα του τα γράμματα προς ή από τη Ζακλίν και τη ΜαρίΛουίζ έχουν έντονα διαγραφεί. Το τελευταίο γράμμα από τη Ζακλίν που καταγράφεται κατ᾿ αυτόν τον τρόπο αποστέλλεται στις 16 Απριλίου και ο Γιώργος το λαμβάνει στις 22 (την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής στην Ελλάδα). Η εγγραφή για την επόμενη μέρα επισημαίνει το τελευταίο γράμμα της παράλληλης επιστολογραφίας με τη ΜαρίΛουίζ. Από τη στιγμή αυτή και ύστερα, το όνομα «Λου» αρχίζει να εμφανίζεται στην ατζέντα. Προφανώς, αμέσως μετά τα γεγονότα εκείνων των πρώτων ημερών του Απριλίου, ο Γιώργος έγραψε στη Ζακλίν και τη μητέρα της και διέκοψε τη σχέση.

Το ίδιο καλοκαίρι η Ιωάννα βρίσκεται στο Παρίσι όπου συναντάει για πρώτη φορά τη Ζακλίν. Η εικόνα του πόνου την οποία σκιαγραφεί, γίνεται πλήρως κατανοητή μόνον υπό το φως αυτών των εξελίξεων:

«[...] την Jacqueline όταν την είδα την πόνεσα. Ίσως γιατί γνώριζα, ό,τι γνώριζα. Ίσως γιατί στα μεγάλα της μάτια είχε μαζέψει όλη τη θλίψη. Λιγομίλητη, χωρίς παράπονο, σαν πρόφερε τ᾿ όνομά του, μια ερωτική ζέστα πλημμυρούσε την κάμαρα. Δε θυμάμαι τα λόγια της, μα η μνήμη του καημού εκείνου δεν έσβησε ποτέ».

Η περιγραφή της Ιωάννας ωστόσο αποσιωπά τον χωρισμό που είχε οριστικοποιηθεί μόλις δύο μήνες νωρίτερα. Σύμφωνα με την Ιωάννα, η Ζακλίν συνεχίζει να απασχολεί συναισθηματικά τον Γιώργο, «παρ᾿ όλους τους χωρισμούς και τις σχέσεις του με άλλες γυναίκες», έως και την παραμονή του γάμου της αρκετά χρόνια αργότερα. Στην πραγματικότητα, η Ιωάννα είναι αυτή που θα παραμείνει πιστή, από τη στιγμή εκείνη και έπειτα, στην κοπέλα που είχε εγκαταλείψει ο αδελφός της. Ο ίδιος ο Γιώργος όμως, όταν θα έρθει η στιγμή της κρίσης, συμπεριφέρεται πολύ πιο έντιμα απ᾿ ό,τι του αναγνωρίζει η αδελφή του.

Οι Έξι νύχτες στην Ακρόπολη συμπτύσσουν σε χρονικό διάστημα που διαρκεί λίγο λιγότερο από έξι μήνες το συναισθηματικό εκκρεμές των πρώτων τριών χρόνων της σχέσης του Γιώργου με τη Λου. Η Σαλώμη είναι ο πιο ολοκληρωμένος χαρακτήρας του μυθιστορήματος, ωστόσο η σχέση της με τον Στράτη είναι διφορούμενη από την αρχή έως το τέλος. Από την οπτική γωνία του Στράτη, η κύρια αξία της σχέσης αυτής είναι ότι λύνει τα μάγια της ναρκισσιστικής εσωστρέφειας στην οποία είχε παγιδευτεί. Άλλες πτυχές της πλασματικής αυτής σχέσης είναι λιγότερο ευνοϊκές για τον ήρωα. Η Σαλώμη παραμένει σχεδόν πάντοτε ο κυρίαρχος στη σχέση· συχνά, ο Στράτης νιώθει φόβο απέναντι της. Ένα άλλο πρόσωπο του μυθιστορήματος την περιγράφει ως «επικίνδυνη γυναίκα· δεν εννοεί να παραδεχτεί κανένα φραγμό: amorale». Ο ερωτισμός της έχει κάτι το επιθετικό, ίσως και το αρπακτικό. ο παραλληλισμός εδώ είναι ρητός: πρόκειται για τη βιβλική ιστορία της κόρης του Ηρώδη η οποία χορεύει γυμνή και απαιτεί το κεφάλι του Ιωάννη, όπως τη διασκεύασε ο Όσκαρ Ουάιλντ στο γαλλικό θεατρικό του έργο «Salome».

Αλλού, το ημερολόγιο αποδίδει μαγικές δυνάμεις μιας άλλης μορφής στη Λου, η οποία μετά βίας συγκαλύπτεται. Τη φορά αυτή εμφανίζεται ως «η πριγκίπισσα Λου». Εδώ, όπως και στη μετέπειτα αλληλογραφία τους, ο Γιώργος παίζει με την κινέζικη παρήχηση του χαϊδευτικού που χρησιμοποιεί για τη Λου. Η περιγραφή μιας εκδρομής με την «πριγκίπισσα Λου» στα πευκοδάση πάνω από την Κηφισιά αποκτά υπερφυσικές και μυστηριώδεις διαστάσεις, όταν η μικρή πριγκίπισσα ανεβαίνει στις κορυφές των δέντρων, αιωρούμενη σε όλο και ψηλότερα κλαδιά, έως ότου δεν έχει πλέον πού αλλού να πάει και, προς μεγάλη φρίκη του παρατηρητή, πέφτει ξανά στο έδαφος. Η πρώτη του ενστικτώδης αντίδραση είναι ταπεινή. Παίρνει κατευθείαν το τρένο της επιστροφής. Όταν αντίθετα πείσει τον εαυτό του να αναζητήσει το κορμί της χαμένης του συντρόφου, βρίσκει μονάχα ένα νεκρό σπουργίτι, το οποίο πρέπει να βρισκόταν εκεί από το ίδιο πρωί.

Το πρώτο ποίημα που θα απευθύνει ο Γιώργος στη Λου (η οποία κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο Μπίλιω) συλλαμβάνει και την ένταση του σωματικού πάθους και την αίσθηση της απόγνωσης η οποία ακολουθεί την αναπόφευκτα φευγαλέα στιγμή. Το χειρόγραφο έχει ημερομηνία πρώτης γραφής 14 Φεβρουάριου 1928, κάτι που αφήνει να εννοηθεί ότι προοριζόταν αρχικά για κάρτα του Αγίου Βαλεντίνου. Έχει επίσης μία κεφαλίδα, η οποία αργότερα αφαιρείται, από την Οδύσσεια: τέσσερις στίχοι αφιερωμένοι στην παρατεταμένη συμβίωση του ήρωα με τη νύμφη Καλυψώ. Στη διήγηση που Ομήρου, η γοητεία της Καλυψούς είναι ταυτόχρονα ερωτική και υπερφυσική· είναι επίσης αρκετή για να ωθήσει τον Οδυσσέα να ξεχάσει την πιστή σύζυγό του, την Πηνελόπη, και να αναβάλει το επικό του ταξίδι στην Ιθάκη για επτά ολόκληρα χρόνια.

Η στάση του Γιώργου, εντέλει, απέναντι στη νέα δύναμη που έχει εισβάλει στη ζωή του φαίνεται πως είναι τη στιγμή εκείνη ιδιαίτερα αμφιλεγόμενη: καταπραΰνει την ερωτική δίψα που είχε συσσωρευθεί όσα χρόνια παρέμεινε με συνειδητό αυθορμητισμό πιστός στη Ζακλίν, ωστόσο αισθάνεται ταυτόχρονα ζήλια ή και φόβο απέναντι στη δύναμη που εξασκεί τώρα επάνω του η μεγαλύτερή του γυναίκα.

Υπάρχει μια ακόμη πτυχή της σχέσης, η οποία δεν εμφανίζεται στο μυθιστόρημα αλλά δεσπόζει εξ αρχής και θα γίνει έμμονο θέμα της μετέπειτα σωζόμενης αλληλογραφίας του Γιώργου με τη Λου. Πρόκειται για την εχεμύθεια. Η Λουκία Φωτοπούλου, αν και ζει χωριστά από τον σύζυγό της, παραμένει στα μάτια του κόσμου παντρεμένη γυναίκα. Στους κοινωνικούς κύκλους στους οποίους κινείται ο Γιώργος, και ιδιαίτερα για έναν νεαρό διπλωμάτη καριέρας, τα ήθη της εποχής ήταν αυστηρά. Μια μακροχρόνια σχέση, η οποία συνεπάγεται δέσμευση, είναι αποδεκτή μόνον εάν έχει ως κατάληξη τον γάμο. Και η ηλικία της και το γεγονός ότι ήταν ήδη παντρεμένη καθιστούν τη Λου ακατάλληλη σύζυγο για τον Γιώργο.

Για όλους αυτούς τους λόγους, η σχέση πρέπει να κρατηθεί κρυφή. Την αγνοούν, απ᾿ ό,τι φαίνεται, ακόμη και οι στενότεροι φίλοι του Γιώργου. Θα αφήνει ελεύθερο το πάθος του μόνον κρυμμένος στη «μονιά κρυφού νερού», στη «στέρνα» όπου

[...] η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή, μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη.

Αναπολώντας τα τρία χρόνια αυτής της σχέσης όταν πια προσπαθεί να τη διακόψει, ο Γιώργος θα προσφέρει στη Λου μια σύνοψη των απολαύσεων που είχαν μοιραστεί:

«Βλεπόμασταν σπάνια, μια φορά την εβδομάδα, μια φορά στις δέκα μέρες, γιατί τέτοια ήταν η τάξη της κοινωνίας. Δυο ή τρεις ώρες, και τότε ξεχνούσαμε. [...] Θυμάσαι πόσο φοβούμασταν τα λόγια. Δεν ξέραμε πού θα μας βγάλουν. Μια δυο φορές στην αρχή μιλούσαμε [...] Από τότε καμιά εξομολόγηση, κανένα παράπονο δεν τάραξε τις ώρες που ήταν δοσμένο να ζήσουμε. Περάσαμε δυο ή τρία χρόνια μιας αγάπης μυστικής και σιωπηλής, κι όμως, πραγματικά, δεν ξέρω να πω πόσο βάσταξε εκείνο το μαγικό.

Στροφή

Το καλοκαίρι του 1928 ο Σεφέρης είναι άρρωστος με πυρετό. Το φθινόπωρο, μόλις αναρρώσει από τον πυρετό, ο Γιώργος παίρνει έναν μήνα άδεια από το υπουργείο. Παρακινημένος ίσως από την Ιωάννα, η οποία είχε γνωρίσει κι εκείνη πρόσφατα την ερωτική απογοήτευση, οι σκέψεις του αρχίζουν να στρέφονται πάλι προς τη Ζακλίν:

Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε ξένο τόπο

ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου

η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο·

ένα τέλος απαρηγόρητο, μαρμαρωμένο βασίλεμα κάποιου Σεπτεμβρίου.

Έτσι ξεκινά το ποίημα που είναι σήμερα γνωστό ως «Το ύφος μιας μέρας». Ο αρχικός του τίτλος ήταν «Ξεκίνημα». Ο Γιώργος αναλογίζεται τον καιρό στο Παρίσι όταν είχε κατ᾿ αρχάς ομολογήσει και έπειτα αναγκαστεί να καταπνίξει την κλίση του ως ποιητής. Η γυναίκα ωστόσο πρέπει να είναι η Ζακλίν και στη συνέχεια στο ποίημα υπάρχει το ξέσπασμα:

«Πού ᾿ναι η αγάπη που κόβει τον καιρό μονοκόμματα στα δυο και τον αποσβολώνει;»

Ως απάντηση, το ποίημα αντιπαραθέτει μια παγερή εικόνα από την Ιστορία του Αρθούρου Γκόρντον Πιμ του Έντγκαρ Άλαν Πόε, η οποία δίνει επίσης στο ποίημα την κεφαλίδα του.

«είδαμε ξεκάθαρα ότι δεν ζούσε καμιά ψυχή μέσα στο πλοίο»

Για τους εφησυχασμένους εξερευνητές του συγκεκριμένου έργου, η απεγνωσμένη ελπίδα διάσωσης μετατρέπεται σε φρίκη όταν συνειδητοποιούν ότι ολόκληρο το πλήρωμα του πλοίου που κατευθύνεται προς το μέρος τους είναι νεκρό, έχουν απατηθεί από την εξωτερική επίφαση, και μόνον, της ζωής. Στο ποίημα, ο Γιώργος εστιάζει την έμφαση στη σκηνή αυτή ως μια εικόνα της κενής παράτασης της ζωής, όταν έχει χαθεί πλέον η ζωτική φλόγα. Η αντίθεση ανάμεσα στη ζωντανή παρουσία και στο νεκρή ζώνη που αφήνει πίσω της καταλαμβάνει κεντρική θέση στην ποίηση του Γιώργου και σε μεγάλο μέρος της σκέψης του. Διατυπώνεται για πρώτη φορά σ᾿ αυτό το ποίημα, το πρώτο από μια ομάδα ποιημάτων όπου εκφωνείται ο επιτάφιος της σχέσης του με τη Ζακλίν.

Το φθινόπωρο του 1928, αν και ο Γιώργος έχει πείσει τον εαυτό του «με τόση φρόνηση και με τόσο κόπο» να ξεχάσει τη Ζακλίν, η ίδια η Ζακλίν δεν είναι ακόμη έτοιμη να τον ξεχάσει. Το επόμενο καλοκαίρι, η Ιωάννα συνόδευσε τον Στέλιο στην Αγγλία και την Αμερική. Καθ᾿ οδόν, σταμάτησε στο Παρίσι και επισκέφθηκε τη Ζακλίν:

«Η κατάστασή της τόσο θλιβερή, μ᾿ ανησύχησε. Ήθελε ναρθεί στην Ελλάδα, να τον ξαναϊδεί».

Αυτό ανησύχησε δίχως άλλο τον Γιώργο. Η απάντησή του, όπως την παραθέτει η Ιωάννα σε διασκευασμένη μορφή, μοιάζει άβολη και αμυντική:

«Δε φαντάζεσαι πόσο οδυνηρά μου είναι αυτά που μου γράφεις για τη J. Δηλαδή στρέφω τη προσοχή μου προς τα οδυνηρά σημεία μέσα μου, που δεν έπαψαν ποτές να πονούν... Τέλος αυτό είναι το ανθρώπινο επάγγελμα... »

Παρακαλεί πιθανόν την Ιωάννα να μεσολαβήσει για να μεταπείσει τη Ζακλίν.

Στους μήνες που ακολουθούν, το φθινόπωρο του 1929, σύμφωνα με την Ιωάννα, «η σκέψη της Jacqueline τον βασάνιζε». Αυτό το επιβεβαιώνει και η αρχή του ποιήματος «Ερωτικός Λόγος», την οποία αργότερα εγκατέλειψε. Το ποίημα αυτό σύντομα θα αποτελέσει το κεντρικό σημείο του τόμου της Στροφής. Έχουν περάσει πέντε χρόνια από τότε που χώρισε με τη Ζακλίν, πριν φύγει για την Αγγλία:

Είναι, παράξενο να λες πως πήγαν πέντε χρόνοι μες στο βυθό του χωρισμού, πώς να το βάλει ο νους πως άνθισαν πέντε φορές του περβολιού σου οι κλώνοι και ρίξανε πέντε φορές στο χώμα τους καρπούς.

Λίγες ημέρες προτού γραφτούν αυτοί οι στίχοι ως ένα είδος προοιμίου στη συλλογή, ο Γιώργος συνέθεσε το ποίημα που έγινε πολλά χρόνια αργότερα, και χάρις στη μουσική επένδυση του Μίκη Θεοδωράκη, το πλέον γνωστό του και το οποίο σήμερα πια θεωρείται κάτι σαν ανεπίσημος εθνικός ύμνος των Ελλήνων, χωρίς να φαντάζονται ότι ο πικρός πυρήνας του ποιήματος είναι ερωτικός : την «Άρνηση».

Το ακρογιάλι όπου βρίσκονται ξαπλωμένοι οι εραστές (όπως η «στέρνα») είναι «κρυφό», ωστόσο το νερό εκεί είναι «γλυφό»· το «όνομά της», γραμμένο στην άμμο, το φυσά και το σβήνει ο «μπάτης», το «πάθος» της δέσμευσης σ᾿ έναν ολόκληρο τρόπο ζωής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα «λάθος». Το ποίημα καταλήγει:

«Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας λάθος! κι αλλάξαμε ζωή».

Το Χειμώνα του 1930, παρ᾿ όλη τη σιγουριά του τελευταίου στίχου της "Άρνησης", ο Σεφέρης δεν είναι έτοιμος να απαρνηθεί είτε τη ζωή είτε την τέχνη.

Τον Ιούνιο του 1930, παντρεύεται η Ιωάννα τον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Το ζευγάρι έφυγε για παρατεταμένο μήνα του "μέλιτος" στη Σκιάθο· ένα μήνα αργότερα, ο Σεφέρης πήγε και τους συνάντησε εκεί.

Οι δυο βδομάδες που θα περάσει στη Σκιάθο παρέα με την αδελφή του και το γαμπρό του είναι από τα πιο ευτυχισμένα διαλείμματα της ζωής του. Εκείνες τις μέρες ξαναδιαβάζει την "Οδύσσεια" και ετέθησαν οι βάσεις για τα ποιήματα τα οποία εκδόθηκαν πέντε χρόνια αργότερα με τον τίτλο "Μυθιστόρημα."

Σ᾿ αυτήν την ειδυλλιακή ατμόσφαιρα, ο Γιώργος θα κάνει επίσης τον απολογισμό της συναισθηματικής του ζωής. Μία εβδομάδα μετά την άφιξή του στη Σκιάθο, θα γράψει ένα μακροσκελές, προσεκτικά διατυπωμένο γράμμα στη Λου. Ήταν το πρώτο από τα τρία τέτοια «μάταια γράμματα» που της απευθύνει κατά τη διάρκεια των επόμενων μηνών. Αυτό, όπως φαίνεται, δεν της το έστειλε· η σχέση, σύμφωνα με το γράμμα, είχε ήδη λήξει προτού αναχωρήσει από την Αθήνα.

Ο χωρισμός ωστόσο από τη Λου αποδεικνύεται προσωρινός. Επιπλέον, αντιμέτωπος καθώς είναι με το «αίσιο τέλος» της αισθηματικής περιπέτειας της αδελφής του και, δίχως άλλο, ταυτόχρονα με τις συνεχείς πιέσεις της Ιωάννας η οποία υπερασπίζεται τη Ζακλίν, είναι η καταλληλότερη στιγμή για τον Γιώργο να αμφιταλαντευθεί. Όπως διηγείται την ιστορία η Ιωάννα, της είπε, μόνον μια φορά, κάποια στιγμή που βρέθηκαν μόνοι: «Να ήταν εδώ η Ζακλίν».

Στο υπουργείο, ο Γιώργος έχει αποσπαστεί από τον προηγούμενο Δεκέμβριο στο Γραφείο της Κοινωνίας των Εθνών. Στα μέσα Αυγούστου έγραψε στην Ιωάννα από την Αθήνα, αμέσως μετά την επιστροφή του από τη Σκιάθο, προκειμένου να της ανακοινώσει ότι η επίσκεψη στη Γενεύη είχε οριστεί για τον επόμενο μήνα. Από τη Γενεύη, μπορεί να πάρει το τρένο για το Παρίσι και να δει τη Ζακλίν. Αυτό ακριβώς και έκανε, ίσως ακολουθώντας τη συμβουλή της Ιωάννας, ίσως ακόμη από δική του πρωτοβουλία.

Ήδη ωστόσο, όταν συναντά ξανά τη Ζακλίν στα τέλη Σεπτεμβρίου, το διάλειμμα της Σκιάθου έχει παρέλθει και ο Γιώργος αμφιταλαντεύεται και πάλι συναισθηματικά όσο ποτέ άλλοτε. Μια κωδικοποιημένη εγγραφή στο ημερολόγιό του αποκαλύπτει ότι δύο εβδομάδες μετά την επιστροφή του από τη Σκιάθο, και ενώ υποτίθεται, πως έχει οριστικοποιήσει το τέλος της σχέσης του με τη Λου, απήλαυσε ξανά τη φιλοξενία του υπογείου διαμερίσματος της: «Αύγουστος. Η στέρνα: απροσδόκητη και απίστευτη μέρα».

Στις 5 Σεπτεμβρίου αναχωρεί από την Αθήνα για τη Γενεύη και την Ενδεκάτη Συνέλευση της Κοινωνίας των Εθνών. Σύντομα, μετά την άφιξή του στη Γενεύη, έγραψε άλλο ένα «μάταιο γράμμα» στη Λου, πιθανόν για να επισφραγίσει για μιαν ακόμη φορά το τέλος της σχέσης τους.

 Στο τέλος Σεπτεμβρίου θα περάσει ένα Σαββατοκύριακο με τη Ζακλίν και τη μητέρα της στο Παρίσι. Αμέσως μετά έγραψε στην Ιωάννα:

«Αδερφούλα, τι να σου πω και τι να σου ανιστορήσω. [...] Θάθελα νάσουνα κοντά μου, να σηκώσεις λιγάκι το βάρος από πάνω μου. Επί 48 ώρες εκεί πέρα, έβγαλα όλα τα δάκρυα του κορμιού μου. Θάταν σαν νάφυγε μια σκέπη από τα μάτια μου, και μούδειξε ένα σωρό όντα που κοιμούνται και δυναμώνουν τόσα χρόνια τώρα. Είμαι κομματιασμένος. Θα προσπαθήσω να ξαναπάω στο Παρίσι έστω και για μια μέρα...»

Το επόμενο Σαββατοκύριακο ήταν το τελευταίο πριν από την προγραμματισμένη επιστροφή της αντιπροσωπείας στην Ελλάδα. Και πάλι, το περνά στο Παρίσι. Δεν υπάρχουν μαρτυρίες για το τι ειπώθηκε. Διακρίνει κανείς όμως κάποια από τα συναισθήματα του Γιώργου σε ένα γράμμα όπου θυμάται τον καιρό που περνά στη Γενεύη:

«Το κλίμα με είχε αρρωστήσει. Είχα καταντήσει να θεωρώ προσωπικούς μου εχθρούς τους κύκνους και τα ποδήλατα».

Από τη στιγμή εκείνη οι κύκνοι στην ποίηση του Σεφέρη «μου έγιναν το σύμβολο των όσων αποστρέφομαι». Πολλά χρόνια αργότερα τους περιγράφει: «Οι κύκνοι, που τους μεταχειρίστηκα πάντα σαν όντα πολύ σκληρά ...»

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, αμέσως μόλις του δώσουν πάλι άδεια από το υπουργείο, ο Γιώργος στρώνεται να τελειώσει τον «Ερωτικό Λόγο», το ποίημα που είχε αφήσει ατελείωτο τον προηγούμενο χρόνο. Το ποίημα συλλαμβάνει με ιδιαίτερη συναισθηματική δύναμη την πιθανότητα μιας αδύνατης ευτυχίας. Στο ευρύτερο πλαίσιο των είκοσι τεσσάρων στροφών του, χωρισμένων σε πέντε ενότητες, το ποίημα επικυρώνει την πράξη απάρνησης που είχε δηλώσει στο τέλος της «Άρνησης».

Οι περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από την Βιογραφία του Σεφέρη από τον Ρόντρικ Μπήτον Εκδόσεις Ωκεανίδα.