Νέοι της Σιδώνας

Νέοι της Σιδώνας

Και στα τρία ποιήματα οι νέοι Σιδώνιοι ή Αλεξανδρείς, τοποθετούνται από τους ποιητές μέσα σε μια τρυφηλή Ζωή. Ο Καβάφης στέκεται έξω από το ποίημα, αφήνει να ανιχνευθεί η θέση του ποιήματος από τά λόγια των νέων.
Ο Αναγνωστάκης είναι ευθύς καταγγελτικός. Μέσα από το δικό του λόγο οικτίρει τους νέους για αδιαφορία και τρυφηλότητα ως προς την επικρατούσα πολιτική κατάσταση.
Ο Ελύτης μέσα από τις κατηγορίες που βάζει στο στόμα  των νέων Αλεξανδρέων κατά του  ποιητή,  δοξάζει τον ποιητή δείχνει πόσο μπροστά βρίσκεται.

Η περιπέτεια του τίτλου  ενός ποιήματος

Κωνσταντίνος Καβάφης:                         Νέοι της Σιδώνος (400  μ.Χ.)
Μανώλης Αναγνωστάκης:                       Νέοι της Σιδώνος, 1970
Οδυσσέας Ελύτης Άξιον Εστί Πάθη Ι΄  Νέοι Αλεξανδρείς

Καβάφης: Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω
κ' είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.
μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει»-
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «αλκήν δ' ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε:

«Α δεν μ' αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λειποψυχίες.

Δόσε -κηρύττω- στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ' τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό-
τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας - και για μνήμη σου να βάλεις
μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη*»
.


*Δάτις και Αρταφέρνις: οι ηγέτες των Περσών στη μάχη του Μαραθώνα (490 π.Χ.) κατά την πρώτη περσική εισβολή στην Ελλάδα. Ο Αισχύλος πολέμησε ηρωικά, τραυματίστηκε βαριά, και κινδύνεψε να πεθάνει. Ο Αισχύλος (525-456 π.χ.) πέθανε στην πόλη Γέλα της Σικελίας.


Μανώλης Αναγνωστάκης Νέοι της Σιδώνος, 1970

Κανονικά δεν πρέπει να ᾿χουμε παράπονο
Καλή κι εγκάρδια η συντροφιά σας, όλο νιάτα,
Κορίτσια δροσερά - αρτιμελή αγόρια
Γεμάτα πάθος κι έρωτα για τη ζωή και για τη δράση.
Καλά, με νόημα και ζουμί και τα τραγούδια σας
Τόσο, μα τόσο ανθρώπινα, συγκινημένα,
Για τα παιδάκια που πεθαίνουν σ᾿ άλλην Ήπειρο
Για ήρωες που σκοτωθήκαν σ᾿ άλλα χρόνια,
Για επαναστάτες Μαύρους, Πράσινους, Κιτρινωπούς,
Για τον καημό του εν γένει πάσχοντος Ανθρώπου.
Ιδιαιτέρως σας τιμά τούτη η συμμετοχή
Στην προβληματική και στους αγώνες του καιρού μας
Δίνετε ένα άμεσο παρόν και δραστικό - κατόπιν τούτου
Νομίζω δικαιούσθε με το παραπάνω
Δυο δυο, τρεις τρεις, να παίξετε, να ερωτευθείτε,
Και να ξεσκάσετε, αδελφέ, μετά από τόση κούραση.

(Μας γέρασαν προώρως Γιώργο, το κατάλαβες;).







Οδυσσέας Ελύτης Άξιον Εστί Πάθη Ι΄

Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς:
ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!
Ο αναίσθητος
που όταν όλοι εμείς θρηνούμε αυτός αγαλλιά
και όταν όλοι πάλι αγαλλιούμε
αυτός αναίτια σκυθρωπάζει.
Στις κραυγές μας μπροστά προσπερνά και αδιαφορεί
και τα σ' εμάς αόρατα
με τ' αυτί στην πέτρα
σοβαρός και μόνος προσέχει.
Ο χωρίς φίλον κανένα
μήτε οπαδό
που εμπιστεύεται μόνον το σώμα του
και το μέγα μυστήριο στ' αγκαθόφυλλα μέσα του ήλιου αναζητεί
αυτός είναι
ο απόβλητος από τις αγορές του αιώνος!
Επειδή νου δεν έχει
κι από ξένα δάκρυα κέρδος δε βγάνει
και στο θάμνο που καίει την αγωνία μας
μοναχά καταδέχεται να ουρεί.
Ο αντίχριστος και ανάλγητος δαιμονιστής του αιώνος!
Που όταν όλοι εμείς πενθούμε
αυτός ηλιοφορεί.
Και όταν όλοι σαρκάζουμε
αυτός ιδεοφορεί.
Και όταν ειρήνη αγγέλλουμε
μαχαιροφορεί.
Καταπρόσωπό μου οι νέοι Αλεξανδρείς εχλεύασαν!









Στο ποίημα του Καβάφη
" Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)"
ένα παιδί " φανατικό για γράμματα" φώναξε:

«Κι όχι απ' τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό -
τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας - και για μνήμη σου να βάλεις
μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη».
Ο ποιητής στέκεται κατά την συνηθισμένη του τακτική έξω από το ποίημα, αφήνοντας τον αναγνώστη υπεύθυνο για την πρόσληψη της θέσης του ποιήματος: η συμμετοχή και ο ηρωισμός στην εθνική μάχη ("στο σωρό") ή η προσωπική στάση της δημιουργίας "Μεγάλου" ποιητικού λόγου. Στο ποίημα βέβαια έχει σημασία και οι προσλαμβάνουσες σχετικά με την χρονική εποχή. Ο Αισχύλος πεθαίνει το 456 π.χ. και ο Καβάφης τοποθετεί το ποίημα στο 400 μ.χ. σε μια εποχή, που έχουν λήξει οι Ελληνοπερσικοί πόλεμοι, έχουν επικρατήσει οι Ρωμαίοι και ο χριστιανισμός . Οι νέοι της Σιδώνας είναι αρωματισμένοι και διαβάζουν ποίηση.

Ο Ελύτης σε μια συνέντευξη του το 1973 στον Γ. Πηλιχό και στην διατύπωση του Πηλιχού:
«συχνά κατηγορούν τους ποιητές ότι κλείνονται στο "γυάλινο πύργο" κι αδιαφορούν για τα μεγάλα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα», ο Ελύτης που είχε πάρει μέρος στον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, και είχε γράψει το
" Άσμα ηρωικό και πένθιμο για το χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας" , απάντησε:
«Έ, δεν είναι κάτι νέο αυτό. Από την εποχή του Σολωμού βαστάει, που του καταμαρτυρούσανε ότι δεν πήγε στο Μεσολόγγι, αλλά καθόταν απ᾿ αντίκρυ κι έγραφε στίχους. Τώρα, τι θα ήταν προτιμότερο, να προστεθεί ένας πολεμιστής στους άλλους ή να γραφτούν οι "Ελεύθεροι πολιορκημένοι; Αυτό είναι το ζήτημα».









Ο Καβάφης τοποθετεί το ποίημα του στα 400 μ.χ. οκτακόσια πενήντα περίπου χρόνια μετά το Επιτάφιο επίγραμμα του Αισχύλου (σε μια περίοδο κάπως "ήρεμη" που οι αρωματισμένοι νέοι της Σιδώνας μπορούν να διασκεδάζουν με ερωτικά μυρωδικά, να διαβάζουν ποίηση), και το ποίημα σώζεται και προβληματίζει.  Η ατμόσφαιρα της ζωής των νέων του ποιήματος του Αναγνωστάκη είναι παρόμοια με αυτή των Σιδωνίων νέων, όμως το ποίημα δεν έχει την ανάσσα του χρόνου, γιατί γράφεται μέσα σε μια κατάσταση η οποία συνεχίζεται και  λόγω της οποίας εγκαλεί τους νέους. Μετά από 2-3 χρόνια πολλοί νέοι τον διαψεύδουν. Ίσως και η Ποίηση όπως και η Ιστορία, για να αναχθούν στο Όλο, χρειάζονται τη χρονική απόσταση, το υλικό να έχει ωριμάσει ώστε κατά την "απόσταξη" να δώσει καθαρότητα.
Ο Αναγνωστάκης είναι θυμωμένος (όπως και σε όλα σχεδόν τα ποιήματα του "Στόχου" και τοποθετεί το δικό του ποίημα στο χρόνο του, γιατί θέλει να είναι καταγγελτικό. Μανώλης Αναγνωστάκης αυτός ο τρυφερός, ο ελεγειακός ποιητής για τους χαμένους φίλους για τη χαμένη ζωή που έχει γράψει:
«Ένας κήπος μ᾿ άδικα κομμένα άγουρα ρόδα
Μια θάλασσα που ταξιδεύουνε τα πλοία χωρίς προορισμούς
Πρόσωπα σπαταλημένα την εποχή που κατόρθωσαν ν᾿ αγγίξουν
ελαφρά μια συνετά φυλαγμένη πτυχή μας
Πρόσωπα που ᾿ταν για μας η στοργή τους πληγή· αυτά θα σου γράψω
».







Οι νέοι Αλεξανδρείς θα μπορούσαν να είναι οι νέοι της Σιδώνας του Καβάφη.

«Εμείς· οι Αλεξανδρείς, οι Αντιοχείς, οι Σελευκείς, κ' οι πολυάριθμοι επίλοιποι Έλληνες Αιγύπτου και Συρίας,.........»
γράφει ο Καβάφης στο ποίημα " Στα 200 π.χ. "
Ο Ελύτης το δηλώνει στο Ερμηνευτικό σχήμα των "Παθών" του "Άξιον Εστί" (ΜARIO VITTI " "OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ" Κριτική μελέτη εκδόσεις Ερμής 1984), ότι οι νέοι Αλεξανδρείς είναι οι νέοι της παρακμής, που μαζί με τους παραπλανημένους αστούς (Ψαλμός Θ΄) είναι "ο από μέσα κίνδυνος".
Είναι οι νέοι της "αγοράς" , οι προσκολλημένοι στο ξεπερασμένο παλιό, στον εύκολο τον συμβατικό τρόπο ζωής, αυτοί που στον Δ΄ Ψαλμό (ο οποίος έχει το ίδιο ποιητικό κλίμα και θέμα,  αυτό της ανταρσίας).
Αυτοί  που με προσωπίδες" στην φθαρμένη την όψη αρμόζοντας" τη χαρά και τη θλίψη, πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ. Ο Ελύτης, ο ποιητής μέσα από τα λόγια κατηγορίας  των νέων Αλεξανδρέων, υψούται.

Οι κατηγορίες των νέων είναι ή δόξα του ποιητή.
Ο ποιητής με ολόκληρο το " Άξιον Εστί", "ξαναφτιάχνει" τον κόσμο από την αρχή, με υλικά την Αθωότητα, την Δικαιοσύνη, την Ομορφιά, το Φως, τον Ήλιο, τις Αισθήσεις την Αγνότητα, ένα κόσμο αθωότητας πριν το κακό, ετοιμάζοντας μια καινούργια πολιτεία με βάση του Δικαίου τα χρώματα του Υμηττού.

Ο ποιητής προπορεύεται:

όταν θρηνούμε                    αυτός αγαλλιά
όταν αγαλλιούμε                 αυτός σκυθρωπάζει.
όταν πενθούμε                    αυτός ηλιοφορεί.
όταν σαρκάζουμε                αυτός ιδεοφορεί.
όταν ειρήνη αγγέλλουμε    μαχαιροφορεί.