Μάριος Χάκκας 

Μάριος Χάκκας

Ο αναρχικός της ζωής, ο αναρχικός της γραφής....

Μάριος Χάκκας
Μάριος Χάκκας
 Σαν αύριο 5/7/1972 κλείνουν 45 χρόνια (...πως περνούν έτσι), που έφυγε από τη ζωή ο Μάριος Χάκκας, ένας σπουδαίος συγγραφέας, ένας αναρχικός της Αριστεράς, ένας αναρχικός της ζωής, ένας αναρχικός της γραφής, στα 41 του χρόνια. Δεν πρόλαβε να αφήσει πολύ έργο αλλά οι δυο συλλογές διηγημάτων του, "Ο Μπιντές και άλλες Ιστορίες", και το "Κοινόβιο"  που το γράφει μέσα στο "φλερτ" του με τον πραγματικό θάνατο, και δεν πρόλαβε να το δει τυπωμένο, είναι πολύ μπροστά από τις τυπωμένες ποσότητες.... άλλων συγγραφέων.

Γιά το Μάριο έχω να γράψω πολλά, γιατί  τον γνώρισα στα φοιτητικά μου γρόνια,με εκείνο το φοβερό "Μπιντέ", το αποκαλυπτικό αυτό βιβλίο που πήγαινε χρόνια μπροστά   τη γραφή, πολύ μακριά   το χιούμορ, τον αυτοσαρκασμό, αυτή την ελεγεία για τους χαμένους, για κείνα που χάθηκαν στην Μετεμφυλιακή Ελλάδα. Γελούσαμε τότε με κάποιες ισορίες, αλλα δε μαθαίναμε και όλα που γελούσαμε τα λουστήκαμε στη ζωή. Μάριε στην αρχή της σελίδας θα σε τιμήσω με τη φωτογραφία ενός πανέμορφου κοριτσιού γιατί ξέρω ποσο αγάπησες τισ γυναίκες ή μπλέχτηκες ,γιατί όλα αυτά πάνε μαζί. 


Απόσπασμα από το "Οι εξαιρετικές μου στιγμές" από τη συλλογή διηγημάτων
"Ο Μπιντές και άλλες ιστορίες" του Μάριου Χάκκα.

« Γράφω κάτι, σκέφτομαι κάτι άλλο. Το αριστερό μου πόδι τσινάει μια μύγα, και το δεξί μου ξύνεται από καιρό σε καιρό στης καρέκλας το πόδι. Αυτό είμαι συνήθως. Οι μέρες οι νύχτες γεμάτες νευρικότητα που με κάνει κομμάτια.
Έχω και τις εξαιρετικές μου στιγμές, όταν είσαι συ σπηλιά γλαφυρή κι εγώ σκάζω μέσα σου κύματα - κύματα ή όταν τα σκέλια σου ανοίγονται σαν Κολοσσός της Ρόδου και μπαινοβγαίνω καράβι, τότε έρχονται χιλιάδες στίχοι, διαλέγω απ᾿ αυτούς τους καλύτερους και φτιάχνω το ποίημα.
Όταν προσπαθώ τις συνηθισμένες στιγμές μου να γράψω στίχους, όταν δηλαδή άλλο σκέφτομαι άλλο γράφω, αλλού η γλώσσα μου κι αλλού τα πόδια μου, οι στίχοι είναι κακοί και τους χρησιμοποιώ για φράσεις στην πρόζα. Μοιάζουν με το Γιώργο το λογιστή: Θα ᾿θελε να ήταν οικονομολόγος.
Κι εγώ που θα ᾿θελα να βγαίνουν οι στίχοι όπως αναπνέω, όπως μιλάω, όπως περπατάω, πρέπει να περιμένω τις εξαιρετικές μου στιγμές, γι αυτό κι οι στίχοι μου σπάνιοι.
Να γιατί είσαι η κοιλάδα και εγώ το σύννεφο που σε πλακώνει, χρυσή βροχή και συ το χώμα που με ρουφάς. .........Χωρίς εσένα, είμαι μικρός, το καταλαβαίνω πολλές φορές ένα τίποτα.
Συχνά δε θυμάμαι πώς βρέθηκα από το ένα πεζοδρόμιο στ᾿ άλλο. Ξέρω μόνο πως ενώ πρώτα βρισκόμουν στο αντικρινό, τώρα είμαι εδώ. Γενικά υπάρχουν στη ζωή μερικά γεγονότα, που άθελά τους ξεχνιούνται. Παραδείγματος χάρη, πότε και πόσες φορές έκανα δήλωση, ακόμα και τι έγραφα μέσα. *
Όμως θυμάμαι όλους τους πόρους στο δέρμα σου, ίσως γιατί από κεί αναπνέω, των παρειών σου το πύρωμα, έτσι όπως θα ᾿θελα πάντα να ᾿ναι ζεστή η ζωή, τους κυματισμούς της κοιλιάς σου, μια κίνηση, που αν με συνόδευε στο πέρασμα του δρόμου για το αντικρινό πεζοδρόμιο, δε θα την ξεχνούσα ποτέ, της ραχοκοκαλιάς σου το τόξο ουράνιο, τη μυστική σου σπηλιά καμίνι, που μέσα του λιώνουν όλες οι δεύτερες πράξεις μου, μερικά λυπηρά γεγονότα, που σβήνουν εκεί και ξεχνιούνται ολότελα.
.......................................................................................
Εσύ αφανίζεις στο μαυράδι των ματιών σου τη γελοία καθημερινότητά μου, στα ψιχαλιστά ματάκια σου όλα γίνονται θολός ουρανός και γόνιμη μπόρα.
Θυμάμαι τότε που χάθηκες απ᾿ τη ζωή μου, τότε που έφυγες με την αύρα του Μυρτώου, μ᾿ ένα κοπάδι γύλους που γελούσαν πότε στον αφρό και πότε στο βαθούλωμα των κυμάτων, κι εγώ σ᾿ αναζητούσα αναπλάθοντας το σώμα σου στην άμμο, το πρόσωπο σου συγκολλώντας θρυμματισμένους αμφορείς από τα ερείπια ποντισμένης πόλης. Συνταίριαξα ασθμαίνοντα σπάραχνα τα χείλη σου, της ήβης σου τα πρώτα βρύα και στη σπηλιά σου φρουρό ένα αστερία. Κι όμως πάντα κάτι μου ξέφευγε, ίσως τα μάτια σου που βάψανε τη θάλασσα και προπαντός το δάκρυ σου κλεισμένο σε όστρακο μέσα σ᾿ εκατομμύρια όστρακα χαμένο.
Στην απουσία σου δε συναντάω γοργόνες, μήτε δελφίνια και χελιδονόψαρα. Ένα γαλάζιο σάβανο μόνο και μέδουσες πολλές, σακατεμένα γλαρόνια και άδειες κοχύλες, που όσο κι αν φωνάζω μέσα τους καμιά βοή δε μ᾿ αποκρίνεται. Δεν νιώθω καν δροσιά στα καψαλισμένα μου χέρια, ούτε την αλμύρα στο φαγωμένο μου πρόσωπο.
Μα όταν έρχεσαι, εγκαταλείποντας τους θλιβερούς τουρίστες της ζωής σου, αυτούς που μονάχα το δέρμα σου γνώρισαν, αυτούς που μονάχα το χέρι σου φιλήσαν κι αγόρασαν για σουβενίρ ένα κολιέ κοχύλια να θυμούνται κάτι από τη μεσημεριανή σου λάμψη, όταν ξανάρχεσαι, βουτώ μικρός ιππόκαμπος στα σπλάχνα σου, ατέλειωτα θαλασσινά λιβάδια και πάνω μας τα κύματα σαρώνουν την καθημερινότητά μου, κτίσματα στην άμμο.
* Η παράγραφος αναφέρεται στις περιπέτειες σαν αριστερός, και μέσα στην ίδια την αριστερά.