Καβάφης

Καβάφης Ιστορικά Αντίοχοι Σελευκίδες Πέρσες


Περιεχόμενα:

1.Η Σατραπεία (1910)
2. Οροφέρνης (1915)
3. Προς τον Αντίοχον Επιφανή (1922)
4. Η δυσαρέσκεια του Σελευκίδου(1915)
5. Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα (1921)
6. Εν πορεία προς την Σινώπην (1928)
7. Ο Δαρείος (1920)




Η δυναστεία των Σελευκιδών, μακεδονικής καταγωγής, που κυβέρνησε τη Συρία, καθώς και άλλα μέρη της Ασίας, 305 έως 64 π.Χ..
(Εδώ οι βασιλείς μέχρι τον Αλεξ. Βάλα)
Αντίοχος Στρατηγός του Μ. Αλεξάνδρου
Σέλευκος Α᾿ Νικάτωρ        (305-281) π.χ.
Αντίοχος Α᾿ Σωτήρ            (281-261) π.χ.
Αντίοχος Β᾿ Θεός               (261-246) π.χ.
Σέλευκος Β᾿ Καλλίνικος    (246-225) π.χ.
Σέλευκος Γ᾿ Κεραυνός       (225-222) π.χ
Αντίοχος Γ᾿ Μέγας             (222-187) π.χ.
Σέλευκος Δ᾿ Φιλοπάτωρ   (187-175) π.χ.
Αντίοχος Δ᾿ Επιφανής       (175-164) π.χ.
Αντίοχος Ε᾿ Ευπάτωρ        (164-162) π.χ.
Δημήτριος Α᾿ Σωτήρ          (162-150) π.χ.
Αλέξανδρος Α᾿ Βάλας        (150-146) π.χ.

Καβάφης Ιστορικά Αντίοχοι Σελευκίδες Πέρσες


Μιθριδατισμός

Η πορεία προς τη Σινώπη θα είναι για τον Μιθριδάτη τον Ε΄ η τελευταία επιστροφή στην πρωτεύουσα του βασιλείου του, καθώς εκεί, εν τω μέσω ενός πολυτελούς συμποσίου, θα τον δηλητηριάσουν. Πιθανώς το έγκλημα διεπράχθη  από ανθρώπους  για λογαριασμό της συζύγου του Λαοδίκης. Γεγονός που θα ωθήσει τον γιο και μετέπειτα διάδοχό του, Μιθριδάτη ΣΤ΄, στη για χρόνια λήψη μικρών ποσοτήτων δηλητηρίου, ώστε να συνηθίσει τον οργανισμό του και να καταστήσει αναποτελεσματική μια οποιαδήποτε απόπειρα δολοφονίας του κατ' αυτόν τον τρόπο.

Η Σατραπεία (1910)

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος
για τα ωραία και μεγάλα έργα
η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα
ενθάρρυνσι κ' επιτυχία να σε αρνείται·
να σ' εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,
και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.
Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις
(η μέρα που αφέθηκες κ' ενδίδεις),
και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,
και πιαίνεις στον μονάρχην Αρταξέρξη
που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,
και σε προσφέρει σατραπείες, και τέτοια.
Και συ τα δέχεσαι με απελπισία
αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.
Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι' άλλα κλαίει·
τον έπαινο του Δήμου και των Σοφιστών,
τα δύσκολα και τ' ανεκτίμητα Εύγε·
την Αγορά, το Θέατρο, και τους Στεφάνους.
Αυτά πού θα στα δώσει ο Αρταξέρξης,
αυτά πού θα τα βρεις στη σατραπεία·
και τι ζωή χωρίς αυτά θα κάμεις.


Οροφέρνης (1915)

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μοιάζει σαν να χαμογελά το πρόσωπό του,
το έμορφο, λεπτό του πρόσωπο,
αυτός είν' ο Οροφέρνης Αριαράθου.

Παιδί τον έδιωξαν απ' την Καππαδοκία,
απ' το μεγάλο πατρικό παλάτι,
και τον εστείλανε να μεγαλώσει
στην Ιωνία, και να ξεχασθεί στους ξένους.

Α εξαίσιες της Ιωνίας νύχτες
που άφοβα, κ' ελληνικά όλως διόλου
εγνώρισε πλήρη την ηδονή.
Μες στην καρδιά του, πάντοτε Ασιανός·
αλλά στους τρόπους του και στην λαλιά του Έλλην,
με περουζέδες στολισμένος, ελληνοντυμένος,
το σώμα του με μύρον ιασεμιού ευωδιασμένο,
κι απ' τους ωραίους της Ιωνίας νέους,
ο πιο ωραίος αυτός, ο πιο ιδανικός.

Κατόπι σαν οι Σύροι στην Καππαδοκία
μπήκαν, και τον εκάμαν βασιλέα,
στην βασιλεία χύθηκεν επάνω
για να χαρεί με νέον τρόπο κάθε μέρα,
για να μαζεύει αρπαχτικά χρυσό κι ασήμι,
και για να ευφραίνεται, και να κομπάζει,
βλέποντας πλούτη στοιβαγμένα να γυαλίζουν.
Όσο για μέριμνα του τόπου, για διοίκησι -
ούτ' ήξερε τι γένονταν τριγύρω του.

Οι Καππαδόκες γρήγορα τον βγάλαν·
και στην Συρία ξέπεσε, μες στο παλάτι
του Δημητρίου να διασκεδάζει και να οκνεύει.Μια μέρα ωστόσο την πολλήν αργία του
συλλογισμοί ασυνείθιστοι διεκόψαν·
θυμήθηκε που απ' την μητέρα του Αντιοχίδα,
κι απ' την παληάν εκείνη Στρατονίκη,
κι αυτός βαστούσε απ' την κορώνα της Συρίας,
και Σελευκίδης ήτανε σχεδόν.
Για λίγο βγήκε απ' την λαγνεία κι απ' την μέθη,
κι ανίκανα, και μισοζαλισμένος
κάτι εζήτησε να ραδιουργήσει,
κάτι να κάμει, κάτι να σχεδιάσει,
κι απέτυχεν οικτρά κ' εξουδενόθη.

Το τέλος του κάπου θα γράφηκε κ' εχάθη·
ή ίσως η ιστορία να το πέρασε,
και, με το δίκιο της, τέτοιο ασήμαντο
πράγμα δεν καταδέχθηκε να το σημειώσει.

Αυτός που εις το τετράδραχμον επάνω
μια χάρι αφήκε απ' τα ωραία του νειάτα,
απ' την ποιητική εμορφιά του ένα φως,
μια μνήμη αισθητική αγοριού της Ιωνίας,
αυτός είν' ο Οροφέρνης Αριαράθου.



Προς τον Αντίοχον Επιφανή (1922)

Ο νέος Αντιοχεύς είπε στον βασιλέα,
«Μες την καρδιά μου πάλλει μια προσφιλής ελπίς·
οι Μακεδόνες πάλι, Αντίοχε Επιφανή,
οι Μακεδόνες είναι μες στην μεγάλη πάλη.
Ας ήταν να νικήσουν - και σ' όποιον θέλει δίδω
τον λέοντα και τους ίππους, τον Πάνα από κοράλλι,
και το κομψό παλάτι, και τους εν Τύρω κήπους,
κι όσ᾿ άλλα μ' έχεις δώσει, Αντίοχε Επιφανή.»

Ίσως να συγκινήθη κομμάτι ο βασιλεύς.
Μα πάραυτα θυμήθη πατέρα κι αδελφόν,
και μήτε απεκρίθη. Μπορούσε ωτακουστής
να επαναλάβει κάτι.- Άλλωστε, ως φυσικόν,
ταχέως επήλθε εις Πύδναν η απαισία λήξις.




































































 



Η δυσαρέσκεια του Σελευκίδου (1915)

Δυσαρεστήθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος να μάθει που στην Ιταλία
έφθασεν ένας Πτολεμαίος σε τέτοιο χάλι.
Με τρεις ή τέσσαρες δούλους μονάχα·
πτωχοντυμένος και πεζός. Ετσι μια ειρωνία
θα καταντήσουν πια, και παίγνιο μες στην Ρώμη
τα γένη των. Που κατά βάθος έγιναν
σαν ένα είδος υπηρέται των Ρωμαίων
το ξέρει ο Σελευκίδης, που αυτοί τους δίδουν
κι αυτοί τους παίρνουνε τους θρόνους των
αυθαίρετα, ως επιθυμούν, το ξέρει.
Αλλά τουλάχιστον στο παρουσιαστικό των
ας διατηρούν κάποια μεγαλοπρέπεια·
να μη ξεχνούν που είναι βασιλείς ακόμη,
που λέγονται (αλλοίμονον!) ακόμη βασιλείς.

Γι' αυτό συγχίσθηκεν ο Σελευκίδης
Δημήτριος· κι αμέσως πρόσφερε στον Πτολεμαίο
ενδύματα ολοπόρφυρα, διάδημα λαμπρό,
βαρύτιμα διαμαντικά, πολλούς
θεράποντας και συνοδούς, τα πιο ακριβά του άλογα,
για να παρουσιασθεί στην Ρώμη καθώς πρέπει,
σαν Αλεξανδρινός Γραικός μονάρχης.

Αλλ' ο Λαγίδης, που ήλθε για την επαιτεία,
ήξερε την δουλειά του και τ' αρνήθηκε όλα·
διόλου δεν του χρειάζονταν αυτές η πολυτέλειες.
Παληοντυμένος, ταπεινός μπήκε στην Ρώμη,
και κόνεψε σ' ενός μικρού τεχνίτου σπίτι.
Κ' έπειτα παρουσιάσθηκε σαν κακομοίρης
και σαν πτωχάνθρωπος στην Σύγκλητο,
έτσι με πιο αποτέλεσμα να ζητιανέψει.







































































 

Εύνοια του Αλεξάνδρου Βάλα (1921)

Α δεν συγχίζομαι που έσπασε μια ρόδα
του αμαξιού, και που έχασα μια αστεία νίκη.
Με τα καλά κρασιά, και μες στα ωραία ρόδα
την νύχτα θα περάσω. Η Αντιόχεια με ανήκει.
Είμαι ο νέος ο πιο δοξαστός.
Του Βάλα είμ᾿ εγώ η αδυναμία, ο λατρευτός.
Αύριο, να δεις, θα πουν πως ο αγών δεν έγινε σωστός.
(Μα αν ήμουν ακαλαίσθητος, κι αν μυστικά το είχα προστάξει -
θάβγαζαν πρώτο, οι κόλακες, και το κουτσό μου αμάξι).


Εν πορεία προς την Σινώπην (1928)

Ο Μιθριδάτης, ένδοξος και κραταιός,
μεγάλων πόλεων ο κύριος,
κάτοχος ισχυρών στρατών και στόλων,
πηγαίνοντας προς την Σινώπην πέρασε από δρόμον
εξοχικόν, πολύ απόκεντρον
όπου ένας μάντις είχε κατοικίαν.

Έστειλεν αξιωματικό του ο Μιθριδάτης
τον μάντι να ρωτήσει πόσα θ' αποκτήσει ακόμη
στο μέλλον αγαθά, πόσες δυνάμεις άλλες.

Έστειλεν αξιωματικό του, και μετά
προς την Σινώπην την πορεία του ξακολούθησε.

Ο μάντις αποσύρθηκε σ' ένα δωμάτιο μυστικό.
Μετά περίπου μισήν ώρα βγήκε
περίφροντις, κ' είπε στον αξιωματικό,
«Ικανοποιητικώς δεν μπόρεσα να διευκρινίσω.
Κατάλληλη δεν είν' η μέρα σήμερα.
Κάτι σκιώδη πράγματα είδα. Δεν κατάλαβα καλά.-
Μα ν' αρκεσθεί, φρονώ, με τόσα που έχει ο βασιλεύς.
Τα περισσότερα εις κινδύνους θα τον φέρουν.
Θυμήσου να τον πεις αυτό, αξιωματικέ:
με τόσα που έχει, προς θεού, ν' αρκείται!
Η τύχη ξαφνικές έχει μεταβολές.
Να πεις στον βασιλέα Μιθριδάτη:
λίαν σπανίως βρίσκεται ο εταίρος του προγόνου του
ο ευγενής, που εγκαίρως με την λόγχην γράφει
στο χώμα επάνω το σωτήριον Φεύγε Μιθριδάτα».





























Ο Δαρείος (1920)


Ο ποιητής Φερνάζης το σπουδαίον μέρος
του επικού ποιήματός του κάμνει.
Το πώς την βασιλεία των Περσών
παρέλαβε ο Δαρείος Υστάσπου. (Από αυτόν
κατάγεται ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Ευπάτωρ). Αλλ' εδώ
χρειάζεται φιλοσοφία· πρέπει ν' αναλύσει
τα αισθήματα που θα είχεν ο Δαρείος:
ίσως υπεροψίαν και μέθην· όχι όμως - μάλλον
σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων.
Βαθέως σκέπτεται το πράγμα ο ποιητής.

Αλλά τον διακόπτει ο υπηρέτης του που μπαίνει
τρέχοντας, και την βαρυσήμαντην είδησι αγγέλλει.
Άρχισε ο πόλεμος με τους Ρωμαίους.
Το πλείστον του στρατού μας πέρασε τα σύνορα.

Ο ποιητής μένει ενεός. Τι συμφορά!
Πού τώρα ο ένδοξός μας βασιλεύς,
ο Μιθριδάτης, Διόνυσος κ' Ευπάτωρ,
μ' ελληνικά ποιήματα ν' ασχοληθεί.
Μέσα σε πόλεμο - φαντάσου, ελληνικά ποιήματα.

Αδημονεί ο Φερνάζης. Ατυχία!
Εκεί που το είχε θετικό με τον «Δαρείο»
ν' αναδειχθεί, και τους επικριτάς του,
τους φθονερούς, τελειωτικά ν' αποστομώσει.
Τι αναβολή, τι αναβολή στα σχέδιά του.

Και νάταν μόνο αναβολή, πάλι καλά.
Αλλά να δούμε αν έχουμε κι ασφάλεια
στην Αμισό. Δεν είναι πολιτεία εκτάκτως οχυρή.
Είναι φρικτότατοι εχθροί οι Ρωμαίοι.
Μπορούμε να τα βγάλουμε μ' αυτούς,
οι Καππαδόκες; Γένεται ποτέ;
Είναι να μετρηθούμε τώρα με τες λεγεώνες;
Θεοί μεγάλοι, της Ασίας προστάται, βοηθήστε μας.-

Όμως μες σ' όλη του την ταραχή και το κακό,
επίμονα κ' η ποιητική ιδέα πάει κ' έρχεται -
το πιθανότερο είναι, βέβαια, υπεροψίαν και μέθην·
υπεροψίαν και μέθην θα είχεν ο Δαρείος.



Σχόλια

Αρταξέρξης. Όνομα τεσσάρων βασιλέων της Περσίας. Το συγκεκριμένο ποίημα μάλλον αναφέρεται στον Αρταξέρξη τον Α'. Βασίλευσε 464-424 π.χ. Φιλοξένησε στην αυλή του τον εξόριστο Θεμιστοκλή στον οποίο και αναφέρεται το ποίημα.
Ο Γ.Π. Σαββίδης {από τώρα [Γ. Π. Σαββίδης] στον πρόλογο του, στα Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Εκδόσεις Ίκαρος γράφει: « Ο ποιητής δεν υπονοεί κατ᾿ ανάγκη τον Θεμιστοκλέα ή τον Δημάρατον».










[Γ. Π. Σαββίδης]:
Οροφέρνης, αμφισβητούμενος γιος του Αριαράθου Δ´ της Καππαδοκίας. Η μητέρα του ήταν κόρη του Αντιόχου Γ´ και η γιαγιά του Στρατονίκη, κόρη του Αντιόχου Β´ . Προστατευόμενος του Δημητρίου Σωτήρος, ο οποίος τον βοήθησε ν᾿ ανέβει στο θρόνο της Καππαδοκίας στα 157 π.χ. επιχείρησε αργότερα να σφετεριστεί το θρόνο του προστάτη του.





























Ιστορικό πλαίσιο


Το 175 π.χ. ο βασιλιάς των Σελευκιδών Σέλευκος Δ΄ Φιλοπάτωρ δολοφονείται από τον ανώτερο αξιωματούχο του κράτους Ηλιόδωρο και ανεβαίνει στο θρόνο υπό ανεξακρίβωτες συνθήκες ο αδελφός του Αντίοχος Δ´ Επιφανής. Στην επιβλητική σειρά των μεγαλόσχημων ελληνιστικών βασιλέων ο Αντίοχος παρουσιάζεται από τις πηγές που έχουν σωθεί ως μια ευέλικτη, ευπροσήγορη και, παρ' όλα αυτά, αινιγματική  μορφή.
Στις προσφορές του προς τις ελληνικές πόλεις ξεπέρασε όλους τους συγχρόνους του βασιλείς. Χρηματοδότησε με μεγάλα ποσά την κατασκευή πολλών μεγάλων έργων. Με τις γενναιοδωρίες του αυτές ο Αντίοχος κατόρθωσε να κερδίσει την εύνοια των ελληνικών πόλεων.
Οι ενέργειες αυτές και η εισαγωγή γενικά στο βασίλειό του θεσμών και ηθών από την Αθήνα και τη Ρώμη τοποθετούν τον Αντίοχο Επιφανή στην πρώτη σειρά των φωτισμένων μοναρχών που άντλησαν  από την Αθήνα και τη Ρώμη  πολιτειακά και πολιτισμικά στοιχεία για τα έθνη τους.
Όταν ανέβηκε στο θρόνο ο Αντίοχος Δ΄ δεν είχε εξοφληθεί ακόμη η πολεμική αποζημίωση που είχε επιβληθεί στους Σελευκίδες με την ειρήνη της Απαμείας, μετά την ήττα τους το 190 π.χ. και ο βασιλεύς ως δείγμα καλής θελήσεως έστειλε στη Ρώμη το 173 π.χ. με τον πρέσβη Απολλώνιο όλο το υπόλοιπο ποσό. Ο Αντίοχος είχε καταλάβει ότι η θέση του ήταν στο πλευρό της Ρώμης. Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, καθώς η Ρώμη κρατούσε πάντοτε ως όμηρο τον Δημήτριο Σωτήρα και μπορούσε να τον αποστείλει στη Συρία μόλις θα έβλεπε την παραμικρή κίνηση χειραφετήσης από μέρους του.
Η κατάσταση στο βασίλειο της Μακεδονίας

Το 179 π.χ. μετά το θάνατο του Φιλίππου στο θρόνο του μακεδονικού βασιλείου ανήλθε ο γιος του Περσέας. Ο Περσέας έσπευσε, μόλις ανήλθε στο θρόνο, να στείλει πρεσβεία στη Ρώμη για να επιδιώξει την ανανέωση της συνθήκης συμμαχίας και την αναγνώρισή του ως βασιλέως (φθινόπωρο του 179 π.χ.). Το διάβημα του Περσέως και τη θετική ανταπόκριση της Συγκλήτου σχολιάζουν ποικιλότροπα τόσο οι αρχαίοι όσο και οι νεότεροι ιστορικοί. Έχουν κριθεί και οι δύο ενέργειες, ως εκδηλώσεις αμοιβαίας υποκρισίας. Ο βαρύς χαρακτηρισμός στην προκειμένη περίπτωση προέρχεται από την άποψη, που διαμορφώθηκε μεταγενέστερα, ότι ο Περσέας ως συνεχιστής του Φιλίππου ήδη το 179 π.χ. είχε αποφασίσει τον πόλεμο εναντίον της Ρώμης.
Οι πολεμικές επιχειρήσεις θα ξεκινήσουν τελικά το 171 π.χ.  - Γ΄ Μακεδονικός πόλεμος - και θα τερματιστούν το 168 π.χ. με πλήρη συντριβή των Μακεδόνων στη μάχη της Πύδνας. Μετά από αυτή τη μάχη το βασίλειο της Μακεδονίας θα πάψει να υφίσταται και ο Περσέας θα καταλήξει να είναι ο τελευταίος Μακεδόνας βασιλιάς.
Ανάλυση
Ο νεαρός Αντιοχεύς, ο νεαρός υπήκοος του βασιλείου των Σελευκιδών, παρουσιάζεται να βλέπει με ιδιαίτερα θετικό τρόπο την προσπάθεια των Μακεδόνων απέναντι στους Ρωμαίους. Εκφράζει, μάλιστα, προς τον βασιλιά του, με έμμεσο τρόπο, το αίτημα να υπάρξει βοήθεια προς τους Μακεδόνες.
Ο νεαρός, βέβαια, δεν ζητά ξεκάθαρα από τον Αντίοχο Δ΄ να παρέμβει, αλλά φροντίζει να του καταστήσει σαφές πόσο πολύ θα επιθυμούσε μια θετική έκβαση στον αγώνα των Μακεδόνων, τονίζοντας πως όλα τα δώρα που έχει λάβει μέχρι τώρα από αυτόν δεν μετρούν καν μπροστά στη νέα του αυτή επιθυμία.
Ίσως, σχολιάζει ο ποιητής, να συγκινήθηκε κάπως ο βασιλιάς από αυτή την τόσο έντονη έκφραση ενδιαφέροντος για την τύχη των Μακεδόνων. Ωστόσο φρόντισε να μη δώσει καμία απάντηση, διότι αμέσως έφερε στη σκέψη το, τόσο όσα συνέβησαν στον πατέρα του όσο κι  στον αδελφό του. Ο Αντίοχος Γ΄, ο πατέρας του, είχε υποχρεωθεί μετά την ήττα του από τους Ρωμαίους στη Μαγνησία (190 π.χ.), να υπογράψει την ταπεινωτική συνθήκη της Απαμείας (188 π.χ.), η οποία όχι μόνο περιόριζε τις κτήσεις του βασιλείου των Σελευκιδών αλλά έφερνε το βασίλειό του στα όρια της οικονομικής καταστροφής. Ενώ, ο αδερφός του, Σέλευκος Δ΄ Φιλοπάτωρ, είχε αναγκαστεί να στείλει όμηρο στη Ρώμη τον πρωτότοκο γιο του.
Ο Αντίοχος Δ΄ γνωρίζει καλά κι έχει αποδεχτεί πλήρως πως δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αντίδρασης απέναντι στους Ρωμαίους∙ ίσως, μάλιστα, να πιστεύει κιόλας πως ήταν λάθος του Περσέα να εμπλακεί σε πόλεμο μαζί τους. Άλλωστε, όπως ήταν φυσικό, ήρθε πολύ γρήγορα  η πανωλεθρία των Μακεδόνων στην Πύδνα.



Ιστορικό πλαίσιο
:

Σελευκίδης Δημήτριος Σωτήρ: Πρόκειται για τον γιο του Σελεύκου Δ΄, Δημήτριο και Εγγονό του Αντιόχου Γ' του Μεγάλου που ηττήθηκε από τους Ρωμαίους στη Μαγνησία το 190 π.χ (που με την επωνυμία «Σωτήρ» ανέβηκε αργότερα το 162 π.χ. στον θρόνο της Συρίας), όμηρο στην Ρώμη ως το 162 π.χ.
Ο Δημήτριος είχε βρεθεί στη Ρώμη αντικαθιστώντας στην ομηρεία τον θείο του Αντίοχο Δ΄, ο οποίος είχε παραδοθεί ως όμηρος στους Ρωμαίους το 188 π.χ., με βάση τη Συνθήκη της Απάμειας, που ακολούθησε τη Μάχη της Μαγνησίας και έθεσε τέλος στον πόλεμο του Αντιόχου Γ΄ με τους Ρωμαίους.
Ο Δημήτριος Α΄ διέφυγε από τη Ρώμη ήρθε στην Αντιόχεια συγκέντρωσε στρατό με την επιδοκιμασία του πλήθους φόνευσε τον Αντίοχο Ε΄ (11 ετών) και τον επίτροπό του Λυσία.
Μόλις έγινε βασιλιάς επιδίωξε να ανορθώσει και να αποκαταστήσει το κύρος του κράτους του μεταξύ των συγχρόνων του ελληνιστικών ηγεμόνων. Στο εσωτερικό όμως αντιμετώπιζε οξύτατο αναβρασμό. Οι αντίπαλοι του προέβαλαν κάποιο ασήμαντο πρόσωπο, τον Βάλα, που έμοιαζε στον Αντίοχο τον Δ᾿ και ισχυριζόταν ότι ήταν γιος του, ως νόμιμο διάδοχο του θρόνου. Έπρεπε όμως  να εξασφαλισθεί η έγκριση των Ρωμαίων που είχαν ήδη αναγνωρίσει τον Δημήτριο. Την υπόθεση ανέλαβε ο Ηρακλείδης, ο αδερφός του Τιμάρχου, τον οποίο νίκησε σε μάχη και δολοφόνησε ο Δημήτριος Α΄, λαμβάνοντας έτσι την επωνυμία Σωτήρας από τους Βαβυλωνίους).
Ο Ηρακλείδης πήγε στη Ρώμη έχοντας μαζί του την κόρη του Αντιόχου Δ΄ Λαοδίκη και τον Βάλα (που δεν αποκλείεται να ήταν πραγματικά νόθος γιος του Αντιόχου Δ΄). Με την καθοδήγηση του Ηρακλείδη ο Βάλας ζήτησε από τους Ρωμαίους να θυμηθούν τη φιλία και συμμαχία που είχαν συνάψει με τον πατέρα του Αντίοχο Δ΄ και να τον βοηθήσουν να πάρει τον πατρικό του θρόνο ή τουλάχιστον να μην παρεμβάλουν εμπόδια. Μόλις εξασφάλισε την υποστήριξη της Συγκλήτου ο Ηρακλείδης άρχισε να συγκεντρώνει μισθοφόρους για να θέσει σε εφαρμογή του σχέδιό του. Ο Βάλας, συγκρούσθηκε με τον Δημήτριο και η σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα την ήττα και τον θάνατο του Δημητρίου (χειμώνας του 150 π.χ.)
Πτολεμαίος
: Πρόκειται για τον Πτολεμαίο ΣΤ΄ Φιλομήτορα, που διωγμένος από τον συμβασιλέα αδερφό του Πτολεμαίο Η΄ Ευεργέτη, πήγε, το 164 π.Χ., στην Ιταλία να εκλιπαρήσει (επιτυχώς) την βοήθεια των Ρωμαίων για την παλινόρθωσή του στον θρόνο της Αιγύπτου. [Πρέσβεις από την Αλεξάνδρεια]
Ο Πτολεμαίος ο ΣΤ΄ είχε την εξουσία στην Αίγυπτο από το 180 π.Χ., ενώ από το 169 π.Χ. και για πέντε χρόνια τα δύο αδέρφια μοιράζονται από κοινού την εξουσία.Το 164 π.Χ. ο Πτολεμαίος ΣΤ΄ εκδιώκεται από την εξουσία από τον αδερφό του Πτολεμαίο Η΄ και καταφεύγει στη Ρώμη, όπου παρουσιάζεται ρακένδυτος στη Σύγκλητο. Η Ρώμη αποφασίζει να μοιράσει την εξουσία της Αιγύπτου στα δύο αδέλφια, παραχωρώντας στον Πτολεμαίο ΣΤ΄ την Αλεξάνδρεια και την Κύπρο, ενώ στον μικρότερο, στον Πτολεμαίο Η΄, την Κυρηναϊκή.
Ο Πτολεμαίος ΣΤ΄ ο Φιλομήτωρ
υπήρξε ένας από τους δικαιότερους βασιλιάδες της Αιγύπτου, με μεγάλο σεβασμό για τους πολίτες του. Ακόμη κι όταν, το 154 π.Χ. νικά τον αδερφό του στην Κύπρο, αντί να τον τιμωρήσει για την πολύχρονη αμφισβήτηση της εξουσίας του, τον συγχώρησε και μάλιστα δέχτηκε να συνάψει μαζί του συμφωνία ειρήνης.
Ο Πτολεμαίος Η΄ ο Φύσκων
(ο κοιλαράς) ήταν ένας από τους σκληρότερους βασιλιάδες, έτοιμος πάντοτε να πνίξει στο αίμα το λαό του, στην υποψία και μόνο ότι σχεδιάζουν κάποια αντίδραση εναντίον του. Ο Κακεργέτης, όπως τον ονόμαζαν ειρωνικά, πήρε ολοκληρωτικά την εξουσία της Αιγύπτου το 145 π.Χ. μετά το θάνατο του αδερφού του Πτολεμαίου ΣΤ΄, ενώ, παράλληλα, παντρεύτηκε τη χήρα του Πτολεμαίου ΣΤ΄, και αδερφή τους, Κλεοπάτρα Β΄ και δολοφόνησε τον ανιψιό του. Στη συνέχεια παντρεύτηκε και τη μια από τις δύο κόρες της Κλεοπάτρας Β', την Κλεοπάτρα Γ΄, που ήταν παράλληλα και ανιψιά του. Όταν η Κλεοπάτρα Β΄ το 131 π.Χ. ξεκίνησε επανάσταση εναντίον του συζύγου και αδερφού της, εκείνος σκότωσε το γιό τους Πτολεμαίο Μεμφίτη, που ήταν τότε δεκατεσσάρων ετών, τον τεμάχισε και της έστειλε τα κομμάτια του σα δώρο γενεθλίων. Η Κλεοπάτρα Β΄ παρόλα αυτά το 124 π.Χ. επέστρεψε στον Πτολεμαίο Η΄ κι έμεινε κοντά του μέχρι το θάνατό του το 116 π.Χ.
Ο Πτολεμαίος το μόνο που θέλει είναι να διασφαλίσει την επανόρθωσή του στο θρόνο της Αιγύπτου, και προκειμένου να το πετύχει αυτό είναι πρόθυμος να απολέσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και αυτοσεβασμού.











Μιθριδάτης ο  Ε΄ Ευεργέτης Βασιλιάς του Πόντου (150-120 π.χ.), πατέρας του Μιθριδάτη ΣΤ΄ Ευπάτορος, τον οποίο ο Καβάφης αναφέρει στο ποίημά του Ο Δαρείος.
Ο Μιθριδάτης Ε΄ δολοφονήθηκε, πιθανώς από ανθρώπους που διέπραξαν το έγκλημα για λογαριασμό της συζύγου του Λαοδίκης. Εικάζεται πως η Λαοδίκη διαφωνούσε με την επεκτατική πολιτική που ακολουθούσε ο Μιθριδάτης, καθώς με τη στάση του αυτή θα έφερνε το βασίλειο του Πόντου σε αντιπαράθεση με τους Ρωμαίους.
Ο Μιθριδάτης Ε΄ ήταν τυπικά σύμμαχος των Ρωμαίων και είχε ενισχύσει τις ρωμαϊκές δυνάμεις κατά τον Τρίτο Καρχηδονιακό πόλεμο (149-146 π.χ.),  Ωστόσο, επιθυμούσε να επεκτείνει το βασίλειό του και σε άλλες γειτονικές περιοχές (Καππαδοκία, Παφλαγονία), διεκδικώντας για τον εαυτό του περισσότερη ισχύ απ' όση θα του επέτρεπαν οι Ρωμαίοι, αν η προσπάθειά του δεν είχε διακοπεί απότομα με τη δολοφονία του.
Η πορεία προς τη Σινώπη θα είναι για τον Μιθριδάτη τον Ε΄ η τελευταία επιστροφή στην πρωτεύουσα του βασιλείου του, καθώς εκεί, εν τω μέσω ενός πολυτελούς συμποσίου, θα τον δηλητηριάσουν. Γεγονός που θα ωθήσει τον γιο και μετέπειτα διάδοχό του, Μιθριδάτη ΣΤ΄, στη για χρόνια λήψη μικρών ποσοτήτων δηλητηρίου, ώστε να συνηθίσει τον οργανισμό του και να καταστήσει αναποτελεσματική μια οποιαδήποτε απόπειρα δολοφονίας του κατ' αυτόν τον τρόπο.
Σχόλιο [Κωνσταντίνος Μάντης]
Σχετικά με την ευνοϊκή μοίρα του Μιθριδάτη Α΄ (350-266 π.χ.) και τη σωτήρια παρέμβαση του φίλου του Δημήτριου, γιου του Αντιγόνου Α΄ της Μακεδονίας:
«Ο νεαρός Μιθριδάτης ζούσε στην αυλή του Αντίγονου -του ισχυρότερου απ᾿ τους άμεσους Διαδόχους του Μεγάλου Αλεξάνδρου και είχε στενά δεθεί με το συνομήλικό του γιο του Αντίγονου, το Δημήτριο. Όμως οι ισορροπίες άλλαζαν και σε μια νύχτα μέσα. Τι άλλο άραγε σήμαινε τ' όνειρο πού είδε τάχα ο Αντίγονος, να σπέρνει, λέει, σ' ένα παχύ χωράφι ψήγματα χρυσού και στην αρχή να βλέπει τη γη να γεννοβολάει χρυσάφι, μα ύστερα γυρνώντας, θερισμένα νάναι τα σπαρτά, και να μαθαίνει πως ο Μιθριδάτης έφυγε για τον Πόντο παίρνοντας τη χρυσή σοδειά; Φώναξε το γιο του τότε, κι αφού τον όρκισε σιωπή, του ᾿πε πως θα σκότωνε τον επίφοβο νεαρό. Συντετριμμένος ο Δημήτριος δέχτηκε την απόφαση, μα και να παρακούσει το λατρεμένο του πατέρα βέβαια δεν τόλμαγε. Σα βγήκαν όμως έξω οι δύο νέοι, με την αιχμή της λόγχης -αφού τα λόγια του ήταν απαγορευμένα!- χάραξε στο χώμα, στα μάτια μπρος του φίλου του, το «Φεῦγε Μιθριδάτα», που μόλις το είδε , έφυγε νύχτα για την Καππαδοκία. Έτσι, και τον όρκο τήρησε ο ευγενής Δημήτριος, και τον φίλο έσωσε.»



Ιστορικά στοιχεία

Ο Δαρείος Α΄ καταγόταν από ένα παρακλάδι των Αχαιμενιδών. Οι συνθήκες υπό τις οποίες ανέβηκε στο θρόνο θεωρούνται σκοτεινές και ύποπτες. Όταν το 522 π.χ. ο τότε βασιλιάς των Περσών Καμβύσης, γιος και διάδοχος του Κύρου Β΄, βρισκόταν στην Αίγυπτο (με την κατάκτηση της οποίας επέκτεινε το κράτος των Αχαιμενιδών) ξέσπασε επανάσταση στην περσική αυτοκρατορία. Επιστρέφοντας ο Καμβύσης από την Αίγυπτο για να καταπνίξει την επανάσταση πέθανε, από φυσικά καθώς φαίνεται αίτια. Ο Δαρείος θα επωφεληθεί του γεγονότος και ερχόμενος για ένα περίπου χρόνο σε σύγκρουση με άλλους πιθανούς διεκδικητές του θρόνου, θα εδραιώσει την εξουσία του επιδεικνύοντας άτεγκτη σκληρότητα.
Ο Δαρείος Α΄ είναι πιο γνωστός σε μας από τις επιχειρούμενες εκστρατείες του εναντίον των Ελλήνων και την ήττα του εκστρατευτικού του σώματος στο Μαραθώνα το 490 π.χ.
Ο Μιθριδάτης ΣΤ΄ Ευπάτωρ (132 - 63 π.χ.), γιος του Μιθριδάτη Ε΄ Ευεργέτη, βασιλιά του Πόντου, και της Λαοδίκης, κόρης του Αντιόχου Δ΄ Επιφανούς βασιλιά των Σελευκιδών, ήταν μόλις 12 χρονών όταν πέθανε ο πατέρας του. Η παρουσία του ανήλικου Μιθριδάτη στη βασιλική αυλή θεωρήθηκε ανεπιθύμητη, καθώς η φιλόδοξη μητέρα του Λαοδίκη επιθυμούσε να διατηρήσει την εξουσία για τον εαυτό της και για τον επίσης ανήλικο γιο της. Ο Μιθριδάτης θα περιπλανηθεί για τα επόμενα επτά χρόνια στην ύπαιθρο, όπου θα σκληραγωγηθεί και θα συνηθίσει μάλιστα τον οργανισμό του στη λήψη δηλητηρίων, ώστε να μην είναι δυνατή η με αυτόν τον τρόπο δολοφονία του. Επιστρέφοντας στη Σινώπη θα κατορθώσει να καταλάβει την εξουσία, παραμερίζοντας πλήρως λίγο καιρό αργότερα τη μητέρα του, η οποία και θα πεθάνει στη φυλακή. Παρόμοια τύχη είχε και ο αδερφός του για τον οποίο εικάζεται πως εκτελέστηκε καθ' υπόδειξη του Μιθριδάτη. Ο Μιθριδάτης αντλούσε την καταγωγή του από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών είτε μέσω του Κύρου Β΄ είτε μέσω του Δαρείου Α΄.
Ο Μιθριδάτης θέλοντας να επεκτείνει την κυριαρχία του κράτους του στις γύρω περιοχές θα έρθει σε σύγκρουση με τους Ρωμαίους ξεκινώντας από το 89 π.χ. μια σειρά πολέμων εναντίον τους, οι οποίοι έμειναν γνωστοί ως οι μιθριδατικοί πόλεμοι. Στις συγκρούσεις αυτές ο Μιθριδάτης σημείωσε αρκετές νίκες, τα αποτελέσματα των οποίων υπήρξαν ωστόσο βραχύβια. Το ποίημα τοποθετείται πιθανότατα στο πλαίσιο του τρίτου μιθριδατικού πολέμου (74-67 π.χ.), κατά τη λήξη του οποίου ο Μιθριδάτης, αν και ηττημένος, είχε κατορθώσει να επανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος του κράτους του. Η πλήρης συντριβή και ο θάνατος του Μιθριδάτη θα επέλθουν κατά τη διάρκεια του τέταρτου μιθριδατικού πολέμου (66-63 π.χ.), με το ρωμαϊκό στρατό να βρίσκεται υπό την ηγεσία του Γνάιου Πομπήιου.
Ανάλυση του ποιήματος

Ο επινοημένος ποιητής Φερνάζης συνθέτει ένα επικό ποίημα για τον Δαρείο πρόγονο του Μιθριδάτη ΣΤ΄, στο οποίο επιχειρεί να υμνήσει τη δράση και τη βασιλεία του μεγάλου Πέρση ηγεμόνα.
Ειδικότερα, η αναφορά στο Δαρείο,  φέρνει στο επίκεντρο το θέμα της εξουσίας και της διάθεσης των ανθρώπων που τη διεκδικούν να φτάσουν σε οποιαδήποτε ακρότητα. Η υπεροψία κι η μέθη από τη δύναμη που περιήλθε στα χέρια του, συνιστούν το ένα μέρος του προβληματισμού που τίθεται στο ποίημα.
Με τον προβληματισμό αυτό σχετίζεται και η αναφορά στον Μιθριδάτη (το ιστορικό παρόν του οποίου λειτουργεί και ως παρόν της ποιητικής δράσης), καθώς μερικούς αιώνες μετά τον πρόγονό του, βρίσκεται κι εκείνος υπό την επήρεια της ίδιας αλαζονείας και υπεροψίας που τον ωθούν να θεωρήσει τον εαυτό του ικανό να αντιμετωπίσει την ισχυρότατη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, διεκδικώντας ακόμη μεγαλύτερη εξουσία και δύναμη.
Ο Φερνάζης σκέφτεται πως με το ξέσπασμα του πολέμου δεν υπάρχει πια περίπτωση να ασχοληθεί ο Μιθριδάτης με το επικό ποίημα που συνθέτει για να τον τιμήσει.