Καβάφης

Καβάφης Φιλοσοφικά Στοχαστικά Διδακτικά

H φθορά του χρόνου, και η βασανιστική μνήμη όσων έχουν περάσει.
Το αξεδίψαστο της ζωής, Οι μεταμέλειες της Ζωής. "Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι χωρίς να πιω ούτε μια στάλα" θά γράψει αργότερα ο Σεφέρης.
Η πικρή ανάμνηση των αγαπημένων από το παρελθόν φωνών.
Οι  απραγματοποίητες επιθυμίες που ζουν και πονούν.
Η νοσταλγία  της νιότης και της ηδονής, αισθήματα που πέρασαν      αγαπημένων χωρίς να τα αγγίξουμε.
Τα κρίσιμα Ναι και τα Όχι της ζωής.
Η αμερημνησία, η τρυφηλότητα, που οδηγούν στο  να μήν αξιοποιούμε τα σημάδια που "δείχνουν"  η να εξηγούμε με λάθος τρόπο, και άλλοτε τα καπρίτσια της τύχης να μας εκπλήσσουν με το απρόσμενο.
Η αναμονή της αλλαγής, του καινούργιου που θα πλουτίσει τη ζωή αλλά μπορεί και να ᾿ναι μια καινούργια τυρρανία.
Το κέντρισμα της ρουτίνας ακόμα και με το κακό  με το βασανιστικό που θα φέρει, και η απογοήτευση από το ξαναγύρισμα στό ίδιο, στο καθημερινό τίποτα, από τη ματαίωσή του.
Οι ματαιωμένες προσπάθειες να ξεφύγουμε από τη μοίρα, σαν μια προσωπική καταδίκη. Η Σισύφεια καταδίκη της ζωής.
Η αδυναμία να αλλάξουμε τη ζωή μας, σαν δική μας ευθύνη ή "μοίρα", σαν καταδίκη να την περιφέρουμε ίδια εδώ και κει.

Το "Ανεπαισθήτως" με το οποίο κλινόμαστε σε  Τείχη που κτίζουμε  ή μας τα κτίζουν άλλοι, περιορίζοντας τη ζωή.
Το Ταξίδι όχι μόνο σαν προορισμός αλλά και σα μιά περιπέτεια που  μας πλουτίζει.
«Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,την καθημερινήν ανοησία».

 Η αγάπη στο αισθητικά ωραίο στο αληθινό, η αποστροφή  στο  "κίτς"  το «κεραμεούν και φαύλον».
Η έγνοια για την Ελληνική λαλιά και την εξάπλωση της στους Ελληνιστικούς χρόνους «Και την Κοινήν Ελληνική Λαλιά ως μέσα στην Βακτριανή την πήγαμεν, ως τους Ινδούς». Η υιοθέτηση των Ελληνικών τρόπων «Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας, έμαθ᾿ επάνω, κάτω, σαν τους Έλληνες να φέρεται»
«Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες».


Από το "Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)" (1920)

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.
μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός, «Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει»-
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον το «αλκήν δ᾿ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε:

«Α δεν μ' αρέσει το τετράστιχον αυτό.

Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λειποψυχίες.
Δόσε -κηρύττω- στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ' τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό -
τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας - και για μνήμη σου να βάλεις
μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη».

Περιεχόμανα σελίδας.

Περιεχόμενα

 1. Κεριά (1899)
 2. Τείχη (1897)
 3. Che fece... il gran rifiuto (1901)
 4. Επιθυμίες (1904)
 5. Τα παράθυρα (1903)
 6. Φωνές (1904)
 7. Τρώες (1905)
 8. Ένας γέρος (1897)
 9. Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.) (1920)
10. Περιμένοντας τους Βαρβάρους (1904)
11. Σοφοί δε προσιόντων (1915)
12.
Τα βήματα (1909)
13. Απολλώνιος ο Τυανεύς εν Ρόδῳ (1925)
14. Η πόλις (1910)
15. Θερμοπύλες (1903)
16. Όσο μπορείς (1913)
18. Η διορία του Νέρωνος (1918)
19. Ιθάκη (1911)
20. Ούτος Εκείνος (1909)
21.
Απ' τες εννιά
(1918)
22. Μάρτιαι Ειδοί (1911)
23. Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης (1928)
24. Τελειωμένα (1911)
25.
Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.χ. (1928)

Κεριά (1899)


Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μια σειρά κεράκια αναμμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διώ και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν


Che fece... il gran rifiuto (1901)

Σε μερικούς ανθρώπους έρχεται μια μέρα
που πρέπει το μεγάλο Ναι ή το μεγάλο το Όχι
να πούνε. Φανερώνεται αμέσως όποιος τόχει
έτοιμο μέσα του το Ναι, και λέγοντάς το πέρα

πηγαίνει στην τιμή και στην πεποίθησί του.
Ο αρνηθείς δεν μετανοιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι,
όχι θα ξαναέλεγε. Κι όμως τον καταβάλλει
εκείνο τ' όχι - το σωστό - εις όλην την ζωή του.


Τα παράθυρα (1903)

Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ
μέρες βαρυές, επάνω κάτω τριγυρνώ
για νάβρω τα παράθυρα. - Όταν ανοίξει
ένα παράθυρο θάναι παρηγορία. -
Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ
να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω.
Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία.
Ποιός ξέρει τι καινούργια πράγματα θα δείξει



Τρώες (1905)

Είν' η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ' επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Αχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μας τρομάζει.-

Είν' η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ' αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ' έξω στεκόμεθα ν' αγωνισθούμε.

Αλλ' όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κ' η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ' τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ' αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ' η Εκάβη κλαίνε.


Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.) (1920)

Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.

Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω
κ' είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.

Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.
μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Αισχύλον Ευφορίωνος Αθηναίον τόδε κεύθει»-
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «αλκήν δ᾿ ευδόκιμον», το «Μαραθώνιον άλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε:

«Α δεν μ' αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λειποψυχίες.

Δόσε -κηρύττω- στο έργον σου όλην την δύναμί σου,

όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ' τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό -
τι Αγαμέμνονα, τι Προμηθέα θαυμαστό,
τι Ορέστου, τι Κασσάνδρας παρουσίες,
τι Επτά επί Θήβας - και για μνήμη σου να βάλεις
μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη».

Σχόλια
[Γ. Π. Σαββίδης]: Σιδών Πλούσια Εξελληνισμένη πόλη στα παράλια της Φοινίκης. Σήμερα ανήκει στο Λίβανο και βρίσκεται σε σχετικά μικρή απόσταση από την Τύρο και τη Βηρυτό.
Μελέαγρος:
Ελληνοσύρος ερωτικός επιγραμματοποιός και ανθολόγος (περίπου 140-70 π.χ.
Κριναγόρας: ασήμαντος ελεγειακός και αυλικός ποιητής του 1ου π.χ. αιώνα.
Ριανός: ποιητής και φιλόλογος έγραψε έπη και ερωτικά επιγράμματα.
Δάτις και Αρταφέρνις: οι ηγέτες των Περσών στη μάχη του Μαραθώνα (490 π.χ.) κατά την πρώτη περσική εισβολή στην Ελλάδα. Ο Αισχύλος πολέμησε ηρωικά, τραυματίστηκε βαριά, και κινδύνεψε να πεθάνει. Ο Αισχύλος (525-456 π.χ.) πέθανε στην πόλη Γέλα της Σικελίας. Του αποδίδεται το επίγραμμα που χαράχτηκε πάνω στον τάφο του.
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας∙
ἀλκήν δ' εὐδόκιμον Μαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καί βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος
».
«Τούτο το μνήμα σκεπάζει τον Αισχύλο, το γιο του Ευφορίωνα, Αθηναίο, που πέθανε στη σιτοφόρα Γέλα∙ για την ευδόκιμη ανδρεία του μπορεί να μιλήσει το άλσος του Μαραθώνα και ο Πέρσης με την πυκνή χαίτη, που τη γνώρισε».


Σοφοί δε προσιόντων (1915)

«Θεοί μεν γαρ μελλόντων, άνθρωποι δε γιγνομένων,
σοφοί δε προσιόντων αισθάνονται.»

Φιλόστρατος. Τα εις τον Τυανέα Απολλώνιον, VIII, Ζ

Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα.
Τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί,
πλήρεις και μόνοι κάτοχοι πάντων των φώτων.
Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα
αντιλαμβάνονται. Η ακοή

αυτών κάποτ' εν ώραις σοβαρών σπουδών
ταράττεται. Η μυστική βοή
τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων.
Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.

[Γ. Π. Σαββίδης]: Ο Απολλώνιος γεννήθηκε στα Τύανα το 4 π.χ. της Καππαδοκίας. Αφού σπούδασε ελληνική φιλοσοφία ταξίδεψε πολύ στην Ανατολή και έγινε διάσημος για τις θαυματουργές δυνάμεις του. Η βιογραφία του γράφτηκε σχεδόν δύο αιώνες αργότερα, από το σοφιστή Φλάβιο Φιλόστρατο «έργον λίαν αξιοπερίεργον και ανταμείβον τον αναγνώστη του..... Η ανάγνωσις του υπήρξεν δι᾿ εμέ αληθής απόλαυσις....... Τα ποιητικά επεισόδια είναι πολλά, καθιστώντα το βιβλίον αποταμίευμα ποιητικής ύλης. (Καβάφης, εφημ. Τηλέγραφος Νοέμβριος 1892. Σύμφωνα μ᾿ ένα μύθο εξαφανίστηκε στο ναό της Αθηνάς στη Λίνδο (της Ρόδου) ενώ σύμφωνα μ᾿ άλλο μύθο, εξαφανίστηκε στο ναό της Δικτύννης (Μινωϊκή θεότητα) στην Κρήτη. Πολλά από τα θαύματά του, που διηγείται ο Φιλόστρατος, έχουν καθαρές ομοιότητες με τα θαύματα του Ιησού Χριστού. Η βιογραφία του Φιλοστράτου θεωρείται ότι βασίστηκε στις αναμνήσεις του Δάμι, μαθητή του Απολλωνίου.





Απολλώνιος ο Τυανεύς εν Ρόδῳ (1925)

Για την αρμόζουσα παίδευσι κι αγωγή
ο Απολλώνιος ομιλούσε μ᾿ έναν
νέον που έκτιζε πολυτελή
οικίαν εν Ρόδω. «Ἐγώ δέ ἐς ἱερόν»
είπεν ο Τυανεύς στο τέλος «παρελθών
πολλῷ ἄν ἥδιον έν αὐτῷ μικρῷ
ὄντι ἄγαλμα ἐλέφαντός τε και χρυσοῦ
ἴδοιμι ἤ ἐν μεγάλῳ κεραμεοῦν τε και φαῦλον.»Το «κεραμεούν» και «φαύλον»· το σιχαμερό:
που κιόλας μερικούς (χωρίς προπόνησι αρκετή)
αγυρτικώς εξαπατά. Το κεραμεούν και φαύλον.

[Γ. Π. Σαββίδης], Το περιστατικό διηγείται ο Φιλόστρατος, ο οποίος χαρακτηρίζει τον νέο «μειράκιον νεόπλουτόν τε και απαίδευτον

«Ἐγώ δέ ἐς ἱερόν παρελθών πολλῷ ἄν ἥδιον έν αὐτῷ μικρῷ ὄντι ἄγαλμα ἐλέφαντός τε και χρυσοῦ ἴδοιμι ἤ ἐν μεγάλῳ κεραμεοῦν τε και φαῦλον».
Μετάφραση
«Εγώ, περνώντας από κάποιον ναό, πολύ πιο ευχαρίστως θα έβλεπα μέσα του -και ας ήταν μικρός- ένα άγαλμα χρυσελεφάντινο, παρά σε μεγάλο ναό ένα πήλινο και ευτελές».



Θερμοπύλες (1903)

Τιμή σ' εκείνους όπου στην ζωή των
ώρισαν και φυλάγουν Θερμοπύλες.
Ποτέ από το χρέος μη κινούντες·
δίκαιοι κ' ίσοι σ' όλες των τες πράξεις,
αλλά με λύπη κιόλας κ' ευσπλαχνία·
γενναίοι οσάκις είναι πλούσιοι, κι όταν
είναι πτωχοί, πάλ' εις μικρόν γενναίοι,
πάλι συντρέχοντες όσο μπορούνε·
πάντοτε την αλήθεια ομιλούντες,
πλην χωρίς μίσος για τους ψευδομένους.

Και περισσότερη τιμή τους πρέπει
όταν προβλέπουν (και πολλοί προβλέπουν)
πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος,
κ' οι Μήδοι επί τέλους θα διαβούνε.


Η διορία του Νέρωνος (1918)

Δεν ανησύχησεν ο Νέρων όταν άκουσε
του Δελφικού Μαντείου τον χρησμό.
«Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται».
Είχε καιρόν ακόμη να χαρεί.
Τριάντα χρονώ είναι. Πολύ αρκετή
είν᾿ η διορία που ο θεός τον δίδει
για να φροντίσει για τους μέλλοντας κινδύνους.

Τώρα στη Ρώμη θα επιστρέψει κουρασμένος λίγο,
αλλά εξαίσια κουρασμένος από το ταξείδι αυτό,
που ήταν όλο μέρες απολαύσεως-
στα θέατρα, στους κήπους, στα γυμνάσια...
Των πόλεων της Αχαΐας εσπέρες...
Α των γυμνών σωμάτων η ηδονή προ πάντων...

Αυτά ο Νέρων. Και στην Ισπανία ο Γάλβας
κρυφά το στράτευμά του συναθροίζει και το ασκεί,
ο γέροντας ο εβδομήντα τριώ χρονώ.

Σχόλια: Ο αυτοκράτορας της Ρώμης Νέρων Κλαύδιος παρέμεινε στην εξουσία από το 54 έως το 68 μ.Χ. Το 67 μ.Χ. σε ηλικία 30 ετών βρίσκεται στην Ελλάδα όπου θα συμμετάσχει σε άφθονους αγώνες και φυσικά θα δοθεί σε ποικίλες απολαύσεις, εκμεταλλευόμενος τη δύναμη που του παρείχε η εξουσία του.

Η επίσκεψή του εκείνη τη χρονιά στο Μαντείο των Δελφών θα του προσφέρει ικανοποίηση μέσω της σχετικής προφητείας: «Τα εβδομήντα τρία χρόνια να φοβάται», την οποία ο νεαρός αυτοκράτορας θα ερμηνεύσει λανθασμένα, θεωρώντας πως θα ζήσει μέχρι τα 73 του χρόνια. Την ώρα που Νέρωνας ελπίζει για ένα ένδοξο μέλλον και χαίρεται για τις απολαύσεις που γεύτηκε, ο Σέρβιος Σουλπίκιος Γάλβας στα 73 του χρόνια προετοιμάζει, με τις ευλογίες της Συγκλήτου, ένα επαναστατικό κίνημα κατά του διεφθαρμένου νεαρού αυτοκράτορα, το οποίο θα οδηγήσει στη δολοφονία ή κατά μία άλλη εκδοχή στην εξαναγκαστική αυτοκτονία του Νέρωνα.

Σχόλιο: Εδώ ο Καβάφης χρησιμοποιεί πολύ εύστοχα τη δραματική ειρωνεία.

Ούτος Εκείνος (1909)

Άγνωστος - ξένος μες στην Αντιόχεια - Εδεσσηνός
γράφει πολλά. Και τέλος πάντων, να, ο λίνος
ο τελευταίος έγινε. Με αυτόν ογδόντα τρία

ποιήματα εν όλω. Πλην τον ποιητή
κούρασε τόσο γράψιμο, τόση στιχοποιία,
και τόση έντασις σ' ελληνική φρασιολογία,
και τώρα τον βαραίνει πια το κάθε τι.-

Μια σκέψις όμως παρευθύς από την αθυμία
τον βγάζει - το εξαίσιον Ούτος Εκείνος,
που άλλοτε στον ύπνο του άκουσε ο Λουκιανός.


 Σχόλιο: Λουκιανός
Από τους μεγαλύτερους αρχαίους, Έλληνες σοφιστές. Έζησε κατά το 2ο π.Χ. αιώνα. Ο Λουκιανός σατύρισε στους διαλόγους του τους Θεούς, τους φιλοσόφους και τις ανθρώπινες αντιλήψεις.
Ο τίτλος του ποιήματος είναι μια φράση από το έργο του Λουκιανού "Το Όνειρο".





Μάρτιαι Ειδοί (1911)

Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Και τες φιλοδοξίες σου να υπερνικήσεις
αν δεν μπορείς, με δισταγμό και προφυλάξεις
να τες ακολουθείς. Και όσο εμπροστά προβαίνεις,
τόσο εξεταστική, προσεκτική να είσαι.

Κι όταν θα φθάσεις στην ακμή σου, Καίσαρ πια·
έτσι περιωνύμου ανθρώπου σχήμα όταν λάβεις,
τότε κυρίως πρόσεξε σα βγεις στον δρόμον έξω,
εξουσιαστής περίβλεπτος με συνοδεία,
αν τύχει και πλησιάσει από τον όχλο
κανένας Αρτεμίδωρος, που φέρνει γράμμα,
και λέγει βιαστικά «Διάβασε αμέσως τούτα,
είναι μεγάλα πράγματα που σ' ενδιαφέρουν»,
μη λείψεις να σταθείς· μη λείψεις ν' αναβάλεις
κάθε ομιλίαν ή δουλειά· μη λείψεις τους διαφόρους
που χαιρετούν και προσκυνούν να τους παραμερίσεις
(τους βλέπεις πιο αργά)· ας περιμένει ακόμη
κ' η Σύγκλητος αυτή, κ' ευθύς να τα γνωρίσεις
τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου.

Σχόλια

Ο Γ.Π. Σαββίδης
  από τώρα [Γ. Π. Σαββίδης]
στον πρόλογο του, στα Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗ ΠΟΙΗΜΑΤΑ Εκδόσεις Ίκαρος γράφει: ΜΑΡΤΙΑΙ ΕΙΔΟΙ: Ένας μάντης είχε προείπει στον Ιούλιο Καίσαρα να φυλάγεται την ημέρα των Μαρτίων Ειδών (15 Μαρτίου). Την ημέρα εκείνη, στα 44 π.χ. ο σοφιστής Αρτεμίδωρος μάταια προσπάθησε να τον ειδοποιήσει για την συνωμοσία του Βρούτου και του Κάσσιου.



Τελειωμένα (1911)

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πως να κάμουμε
για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι όμως λανθάνουμε, δεν είν' αυτός στον δρόμο·
ψεύτικα ήσαν τα μηνύματα
(ή δεν τ' ακούσαμε, ή δεν τα νοιώσαμε καλά).
Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
και ανέτοιμους -πού πιά καιρός- μας συνεπαίρνει

Σχόλιο: Το ποίημα αυτό ανατρέπει το νόημα του Μάρτιαι Ειδοί.






Τείχη (1897)

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη·

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ' έκλεισαν από τον κόσμον έξω.




Επιθυμίες (1904)

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά --
έτσ' οι επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν' αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.



Φωνές (1904)

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας -
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.


Ένας γέρος (1897)

Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος
σκυμένος στο τραπέζι κάθετ' ένας γέρος·
με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.

Και μες στων άθλιων γηρατειών την καταφρόνεια
σκέπτεται πόσο λίγο χάρηκε τα χρόνια
που είχε και δύναμι, και λόγο, κ' εμορφιά.

Ξέρει που γέρασε πολύ· το νοιώθει, το κυττάζει.
Κ' εν τούτοις ο καιρός που ήταν νέος μοιάζει
σαν χθες. Τι διάστημα μικρό, τι διάστημα μικρό.

Και συλλογιέται η Φρόνησις πώς τον εγέλα·
και πώς την εμπιστεύονταν πάντα - τι τρέλλα! -
την ψεύτρα που έλεγε· «Αύριο. Έχεις πολύν καιρό.»

Θυμάται ορμές που βάσταγε· και πόση
χαρά θυσίαζε. Την άμυαλή του γνώσι
κάθ' ευκαιρία χαμένη τώρα την εμπαίζει.

... Μα απ' το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.


Περιμένοντας τους Βαρβάρους (1904)

- Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
  Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

- Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
  Τι κάθοντ' οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

- Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
  Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
  Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

- Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
  και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
  στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την         κορώνα.                         

- Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
  Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
  τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
  για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
  τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

- Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ' οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ' ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

-Γιατί κ' οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ' ευφράδειες και δημηγορίες.

-Γιατί ν' αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ᾿ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ' οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ' οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ' τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.










Τα βήματα (1909)

Σ' εβένινο κρεββάτι στολισμένο
με κοραλλένιους αετούς, βαθυά κοιμάται
ο Νέρων - ασυνείδητος, ήσυχος, κ' ευτυχής·
ακμαίος μες στην ευρωστία της σαρκός,
και στης νεότητος τ' ωραίο σφρίγος.

Αλλά στην αίθουσα την αλαβάστρινη που κλείνει
των Αηνοβάρβων το αρχαίο λαράριο
τι ανήσυχοι που είν' οι Λάρητές του.
Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί,
και προσπαθούν τ' ασήμαντά των σώματα να κρύψουν.
Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,
θανάσιμη βοή την σκάλα ν' ανεβαίνει,
βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά.
Και λιγοθυμισμένοι τώρα οι άθλιοι Λάρητες,
μέσα στο βάθος του λαράριου χώνονται,
ο ένας τον άλλονα σκουντά και σκουντουφλά,
ο ένας μικρός θεός πάνω στον άλλο πέφτει
γιατί κατάλαβαν τι είδος βοή είναι τούτη,
τάνοιωσαν πια τα βήματα των Εριννύων.

Σχόλια:

Νέρων
Αυτοκράτορας της Ρώμης κατά το διάστημα 54-68 μ.Χ. Ο Νέρων ανακηρύχτηκε αυτοκράτορας σε ηλικία 17 ετών μετά τις συνήθεις, στην αρχαία Ρώμη, δολοπλοκίες και δολοφονίες. Κατά τα πρώτα 5 έτη ο Νέρων βασίλευσε με φρόνηση και με επιτυχίες. Στη συνέχεια, όμως, η απίστευτη ματαιοδοξία του και τα ακόλαστα πάθη ταλαιπώρησαν το Ρωμαϊκό λαό με αποκορύφωμα τον εμπρησμό της Ρώμης και τους διωγμούς εναντίον των χριστιανών. Τελικά έμεινε μόνος απέναντι στην οργή του λαού και οδηγήθηκε στην αυτοκτονία...

Αηνοβάρβοι:
Ο Νέρων ανήκε σ' αυτόν τον οίκο.
Λάρητες:
Σπιτικοί θεοί των Ρωμαίων, πιθανώς πνεύματα των προγόνων, που λατρεύονταν σε βωμό πλάι στην εστία του σπιτιού.
Εριννύες:
Στην ελληνική και ρωμαϊκή μυθολογία, οι Εριννύες ήταν τρία φρικιαστικά γυναικεία πνεύματα που κατεδίωκαν ατιμώρητους εγκληματίες.


Η πόλις (1910)

Είπες· «Θα πάγω σ' άλλη γη, θα πάγω σ' άλλη θάλασσα.
Μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλλίτερη απ' αυτή.
Κάθε προσπάθεια μου μια καταδίκη είναι γραφτή·
κ' είν' η καρδιά μου -σαν νεκρός- θαμένη.
Ο νους μου ως πότε μες στον μαρασμόν αυτόν θα μένει.
Όπου το μάτι μου γυρίσω, όπου κι αν δω
ερείπια μαύρα της ζωής μου βλέπω εδώ,
που τόσα χρόνια πέρασα και ρήμαξα και χάλασα.»

Καινούργιους τόπους δεν θα βρεις, δεν θάβρεις άλλες θάλασσες.
Η πόλις θα σε ακολουθεί. Στους δρόμους θα γυρνάς
τους ίδιους. Και στες γειτονιές τες ίδιες θα γερνάς·
και μες στα ίδια σπίτια αυτά θ' ασπρίζεις.
Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό.
'Ετσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ
στην κώχη τούτη την μικρή, σ' όλην την γη την χάλασες.


Όσο μπορείς (1913)

Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον
όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις
μες στην πολλή συνάφεια του κόσμου,
μες στες πολλές κινήσεις κι ομιλίες.

Μην την εξευτελίζεις πιαίνοντάς την,
γυρίζοντας συχνά κ' εκθέτοντάς την,
στων σχέσεων και των συναναστροφών
την καθημερινήν ανοησία,
ως που να γίνει σα μια ξένη φορτική.




Ιθάκη (1911)


Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μεν' η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωϊά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους,
να σταματήσεις σ' εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν' αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ' εβένους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά,
σε πόλεις Αιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ' τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου.
Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει
και γέρος πια ν' αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στο δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ'έδωσε τ' ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δε σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν.




Απ' τες εννιά (1918)

Δώδεκα και μισή. Γρήγορα πέρασεν η ώρα
απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα,
και κάθησα εδώ. Καθόμουν χωρίς να διαβάζω,
και χωρίς να μιλώ. Με ποιόνα να μιλήσω
κατάμονος μέσα στο σπίτι αυτό.

Το είδωλον του νέου σώματός μου,
απ' τες εννιά που άναψα την λάμπα,
ήλθε και με ηύρε και με θύμησε
κλειστές κάμαρες αρωματισμένες,
και περασμένην ηδονή - τι τολμηρή ηδονή!
Κ' επίσης μ' έφερε στα μάτια εμπρός,
δρόμους που τώρα έγιναν αγνώριστοι,
κέντρα γεμάτα κίνησι που τέλεψαν,
και θέατρα και καφενεία που ήσαν μια φορά.

Το είδωλον του νέου σώματός μου
ήλθε και μ' έφερε και τα λυπητερά·
πένθη της οικογένειας, χωρισμοί,
αισθήματα δικών μου, αισθήματα
των πεθαμένων τόσο λίγο εκτιμηθέντα.

Δώδεκα και μισή. Πως πέρασεν η ώρα.
Δώδεκα και μισή. Πως πέρασαν τα χρόνια.


Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης (1928)

Άρεσε γενικώς στην Αλεξάνδρεια,
τες δέκα μέρες που διέμεινεν αυτού,
ο ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης
Αριστομένης, υιός του Μενελάου.
Ως τ' όνομά του, κ' η περιβολή, κοσμίως, ελληνική.
Δέχονταν ευχαρίστως τες τιμές, αλλά
δεν τες επιζητούσεν· ήταν μετριόφρων.
Αγόραζε βιβλία ελληνικά,
ιδίως ιστορικά και φιλοσοφικά.
Προ πάντων δε άνθρωπος λιγομίλητος.
Θάταν βαθύς στες σκέψεις, διεδίδετο,
κ' οι τέτοιοι τόχουν φυσικό να μη μιλούν πολλά.

Μήτε βαθύς στες σκέψεις ήταν, μήτε τίποτε.
Ένας τυχαίος, αστείος άνθρωπος.
Πήρε όνομα ελληνικό, ντύθηκε σαν τους Έλληνας,
έμαθ᾿ επάνω, κάτω σαν τους Έλληνας να φέρεται·
κ' έτρεμεν η ψυχή του μη τυχόν
χαλάσει την καλούτσικην εντύπωσι
μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά,
κ' οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό,
ως είναι το συνήθειο τους, οι απαίσιοι.

Γι' αυτό και περιορίζονταν σε λίγες λέξεις,
προσέχοντας με δέος τες κλίσεις και την προφορά·
κ' έπληττεν ουκ ολίγον έχοντας
κουβέντες στοιβαγμένες μέσα του.





Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.χ. (1928)

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ᾿ ευχήν στην Αποικία
δεν μέν᾿ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ᾿ όλο που οπωσούν τραβούμ᾿ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Αναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ᾿ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη, κάθε πράγμα οι Αναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς). Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ᾿ εξετάζουν,
κ᾿ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν' επισφαλής:
οι τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Αποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τι να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.


Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.-

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν᾿ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ᾿ εμπρός.

Σχόλιο: Ένα προφητικό ποίημα του Καβάφη για την "αποικία" Ελλάδα" .