Ιουλιανος

Καβάφης Χριστιανοί Εθνικοί Ιουλιανός

Ήταν Χριστιανός ο  Καβάφης;  Ο Καβάφης στα περισσότερα ποιήματα  και τα "θρησκευτικά" στέκεται πίσω από τα περιγραφόμενα και αφίνει τους άλλους (τους ήρωες του ή το λαό) να ομιλεί. Χρησιμοποιεί μια περσόνα και  δεν είναι προφανής η δική του άποψη. Στον κύκλο των ποιημάτων του Ιουλιανού, φάινεται να υιοθετεί την γνώμη των χριστιανών της εποχής του Ιουλιανού, όταν πιά ο χριστιανισμός έχει εδραιωθεί, να επανεφέρει την θρησκεία των Εθνικών, αλλά με πρότυπο την χριστανική οργάνωση της εκκλησίας, το οποίο τον έφερνε σε αντίθεση με την ελευθεριότητα της παλαιάς θρησκείας, ή οποία ελευθεριότητα στους τρόπους  επιβίωνε ακόμα στην ζωή του λαού.  Στό ποίημα "Θέατρον της Σιδώνος 400 μ.χ» εάν η φωνή του ποιητή συμπίπτει με τη σκέψη του "υιού του εντίμου πολίτου" επαινεί αυτήν την ελευθεριότητα και καταφέρεται κατά των «τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες» δηλαδή κατά των χριστανών. 
Έξω από την ποίηση υπάρχουν κάποιες δηλώσεις του όπως «κλίνω υπέρ της συχνοτέρας παρουσίας ιερέων ανάμεσα μας. Σε πολλά ταραγμένα σπίτια η παρουσία των φέρνει κάτι από την παρηγορητικήν εκκλησία» (Καβάφης περ. Γράμματα Δ᾿ 1918).
Ο
Καβάφης συνήθιζε να λέει για το σπίτι που έμενε: Πού θα μπορούσα να ζήσω καλύτερα;  «Κάτω από μένα ο οίκος ανοχής θεραπεύει τις ανάγκες της σάρκας. Κι εκεί είναι η εκκλησία όπου συγχωρούνται οι αμαρτίες. Και παρακάτω το νοσοκομείο, όπου πεθαίνουμε». Επίσης το βάσανο της ενοχής και οι εκφρασμένες πολλές φορές μεταμέλειες στην προσωπική του ερωτική ζωή έχουν κάτι από τη σκουριά του χριστανισμού. Επίσης στο θάνατο του όπως γράφει ο Γ.Π.Σαββίδης στο εισαγωγικό του σημείωμα στην έκδοση των ποιημάτων του Καβάφη από τον Ίκαρο, την παραμονή του θανάτου του, "μετάλαβε".  Αυτός ό άνθρωπος "των ηδονών" Χριστιανός;

Τα ποιήματα του Ιουλιανού

Στο ποιητικό έργο του Καβάφη υπάρχουν 7 ποιήματα (εδώ δημοσιεύονται τα 6)   που αναφέρονται στο  συγκεκριμένο αυτοκράτορα,  (Οὐκ ἔγνως, Εἰς τα περίχωρα τῆς Ἀντιοχείας, Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών, Ὁ Ἰουλιανός ἐν Νικομηδεία, Ὁ Ἰουλιανός και οἱ Ἀντιοχεῖς, Ὁ Ἰουλιανός ὁρῶν ὀλιγωρίαν, Ὁ Ἰουλιανός ἐν τοῖς Μυστηρίοις ).

Η επιλογή, πάντως, του Καβάφη να υιοθετήσει, έστω και φαινομενικά την οπτική των Χριστιανών, ίσως έχει την εξήγησή της και στη συνειδητοποίηση της υπερβολής που χαρακτηρίζει τις πράξεις του αυτοκράτορα. Ο Καβάφης συμφωνεί, βέβαια, με την επιθυμία του Ιουλιανού για  ανεξιθρησκεία  και την ελεύθερη αναβίωση της θρησκείας των Εθνικών, αντιλαμβάνεται, όμως, το άτοπο του εγχειρήματος μια  και  ο  χριστιανισμός  έχει πια εδραιωθεί για τα καλά. Αντικρύζει, έτσι, την προσπάθειά του από την οπτική των Χριστιανών για να υποδηλώσει πως κατανοεί,  το πόσο ανεδαφική θα φάνηκε εκείνα τα χρόνια η προσπάθεια του Ιουλιανού. Η σκέψη του Ιουλιανού να επιβάλει τακτές ώρες προσευχής και κηρύγματα στην αρχαία θρησκεία, μόνο σαν αστείο μπορούσε να φανεί στους Έλληνες, εφόσον ένας τέτοιος προγραμματισμός ήταν αντίθετος με  την κατεξοχήν θρησκεία της ελευθερίας και της ελευθεριότητας των Εθνικών. Οι Έλληνες λάτρευαν τους θεούς τους με πλήρη ελευθερία και εξέφραζαν την πίστη σε αυτούς με γιορτές και μυστήρια - κάποτε, μάλιστα, και με τελετές αφιερωμένες στην ηδονή, κι όχι με προγραμματισμένες προσευχές και κηρύγματα ηθικού περιεχομένου.

Θέατρον της Σιδώνος (400 μ.Χ.)

Πολίτου εντίμου υιός- προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται- θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες-

Ο Ιουλιανός εν Νικομηδείᾳ (1924)

Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη.
Οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.

Η θεουργίες κ' η επισκέψεις στους ναούς
των εθνικών. Οι ενθουσιασμοί για τους αρχαίους θεούς.

Με τον Χρυσάνθιον η συχνές συνομιλίες.
Του φιλοσόφου -του άλλωστε δεινού - Μαξίμου η θεωρίες.

Και να το αποτέλεσμα. Ο Γάλλος δείχνει ανησυχία
μεγάλην.
Ο Κωνστάντιος έχει κάποιαν υποψία.

Α οι συμβουλεύσαντες δεν ήσαν διόλου συνετοί.
Παρέγινε -λέγει ο Μαρδόνιος- η ιστορία αυτή,

και πρέπει εξ άπαντος να παύσει ο θόρυβός της.-
Ο Ιουλιανός πηγαίνει πάλι αναγνώστης

στην εκκλησία της Νικομηδείας,
όπου μεγαλοφώνως και μετ' ευλαβείας

πολλής τες ιερές Γραφές διαβάζει,
και την χριστιανική του ευσέβεια ο λαός θαυμάζει.

Τα Ιστορικά πρόσωπα

Ιουλιανός ο Παραβάτης: Βυζαντινός αυτοκράτορας (361-363) της δυναστείας του Μεγάλου Κωνσταντίνου και συγγραφέας. Ο Ιουλιανός ως αυτοκράτορας προσπάθησε ματαίως, να επαναφέρει τη θρησκεία των Εθνικών στην παλαιότερη δόξα της.
Χρυσάνθιος
: νεοπλατωνικός φιλόσοφος.
Γάλλος
: ο χριστιανός, ετεροθαλής, πρεσβύτερος αδελφός του Ιουλιανού. Ονομάστηκε καίσαρ στα 350 από τον ξάδελφό τους, τον επίσης χριστιανό αυτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄, μα εκτελέστηκε από τον ίδιο στα 354.  Στην θέση του διορίστηκε ο Ιουλιανός, ο οποίος ανέβηκε στον θρόνο το 361.
Μαρδόνιος:
Ομηρολάτρης, παιδαγωγός πρώτα της μητέρας του Ιουλιανού και κατόπι του ίδιου.
Κωνστάντιος:
αυτοκράτορας του Βυζαντίου (337-361), δευτερότοκος γιος του Μεγάλου Κωνσταντίνου από τη δεύτερη σύζυγό του Φαύστα. Ο Φλάβιος Ιούλιος Κωνστάντιος γεννήθηκε το 317. Μετά τον θάνατο του Μεγάλου Κωνσταντίνου (337), ο Κωνστάντιος οργάνωσε τη θανάτωση όλων των άμεσων απογόνων του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με μόνη εξαίρεση τους εξαδέλφους του Γάλλο και Ιουλιανό. Ο Κωνστάντιος, ανέθεσε τη διοίκηση της Δύσεως στον Ιουλιανό (355), γιατί η επιθετική δραστηριότητα των γερμανικών φύλων απαιτούσε συνεχή επαγρύπνηση. Μετά ανέλαβε πόλεμο εναντίον των Περσών. Ωστόσο, η ανάκληση τμήματος του στρατού της Γαλατίας προκάλεσε την εξέγερση και την ανακήρυξη του Ιουλιανού σε αυτοκράτορα (360). Η πληροφορία του ότι ο Ιουλιανός κατευθυνόταν με τον στρατό του προς την Κωνσταντινούπολη τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τον περσικό πόλεμο για να επιστρέψει στην Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, ασθένησε αιφνιδίως και απέθανε το (361) σε ηλικία 44 ετών.

[Γ. Π. Σαββίδης]: Η σκηνή τοποθετείται στη Νικομήδεια στα 351 ή 352 μ.χ. όταν ο Ιουλιανός είναι 20 χρονών και έκανε τα πρώτα του βήματα στον Παγανισμό . Η ανάγνωση των Χριστιανικών κειμένων, θεωρείται υποκριτική, υπό τη πίεση του εξάδελφου του Κωνστάντιου και του αδελφού του Γάλλου.



Μεγάλη συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών
(1926)

Εξ ιερέων και λαϊκών μια συνοδεία,
αντιπροσωπευμένα πάντα τα επαγγέλματα,
διέρχεται οδούς, πλατέες, και πύλες
της περιωνύμου πόλεως Αντιοχείας.
Στης επιβλητικής, μεγάλης συνοδείας την αρχή
ωραίος, λευκοντυμένος έφηβος βαστά
με ανυψωμένα χέρια τον Σταυρόν,
την δύναμιν και την ελπίδα μας, τον άγιον Σταυρόν.
Οι εθνικοί, οι πριν τοσούτον υπερφίαλοι,
συνεσταλμένοι τώρα και δειλοί με βίαν
απομακρύνονται από την συνοδείαν.
Μακράν ημών, μακράν ημών να μένουν πάντα
(όσο την πλάνη τους δεν απαρνούνται). Προχωρεί
ο άγιος Σταυρός. Εις κάθε συνοικίαν
όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί
φέρει παρηγορίαν και χαρά:
βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους
και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν -
την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν.-

Είναι μια ετήσια εορτή Χριστιανική.
Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς.
Λυτρώθηκε το κράτος επί τέλους.
Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος
Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια.
Υπέρ του ευσεβεστάτου Ιοβιανού ευχηθώμεν.

[Γ. Π. Σαββίδης]: Ο Ιουλιανός σκοτώθηκε το 363 π.χ. πολεμώντας τους Πέρσες, και τον διαδέχθηκε ο Ιωβιανός.

φέρει παρηγορίαν και χαρά: «κλίνω υπέρ της συχνοτέρας παρουσίας ιερέων ανάμεσα μας. Σε πολλά ταραγμένα σπίτια η παρουσία των φέρνει κάτι από την παρηγορητικήν εκκλησία» (Καβάφης περ. Γράμματα Δ᾿ 1918)


Ουκ έγνως (1928)

Για τες θρησκευτικές μας δοξασίες -
ο κούφος Ιουλιανός είπεν «Ανέγνων, έγνων,
κατέγνων». Τάχατες μας εκμηδένισε
με το «κατέγνων» του, ο γελοιωδέστατος.

Τέτοιες ξυπνάδες όμως πέρασι δεν έχουνε σ' εμάς
τους Χριστιανούς. «Ανέγνως, αλλ' ουκ έγνως· ει γαρ έγνως,
ουκ αν κατέγνως» απαντήσαμεν αμέσως.

Ο Ιουλιανούς φέρεται να είπε στους χριστιανούς «Διάβασα, κατάλαβα, καταδίκασα», μόνο και μόνο για να λάβει την απάντηση των χριστιανών: «Διάβασες, αλλά δεν κατάλαβες, γιατί αν είχες καταλάβει, δε θα μπορούσες να καταδικάσεις».Ποια είναι η στάση του Καβάφη; Μιλούν οι Χριστιανοί. Ο Καβάφης στέκεται πιο πίσω.


Μύρης· Αλεξάνδρεια του 340 μ.Χ. (1929)

Την συμφορά όταν έμαθα, που ο Μύρης πέθανε,
πήγα στο σπίτι του, μ᾿ όλο που το αποφεύγω
να εισέρχομαι στων Χριστιανών τα σπίτια,
προ πάντων όταν έχουν θλίψεις ή γιορτές.

Στάθηκα σε διάδρομο. Δεν θέλησα
να προχωρήσω πιο εντός, γιατί αντελήφθην
που οι συγγενείς του πεθαμένου μ' έβλεπαν
με προφανή απορίαν και με δυσαρέσκεια.

Τον είχανε σε μια μεγάλη κάμαρη
που από την άκρην όπου στάθηκα
είδα κομμάτι· όλο τάπητες πολύτιμοι,
και σκεύη εξ αργύρου και χρυσού.

Στέκομουν κ' έκλαια σε μια άκρη του διαδρόμου.
Και σκέπτομουν που η συγκεντρώσεις μας κ' η εκδρομές
χωρίς τον Μύρη δεν θ' αξίζουν πια·
και σκέπτομουν που πια δεν θα τον δω
στα ωραία κι άσεμνα ξενύχτια μας
να χαίρεται, και να γελά, και ν' απαγγέλλει στίχους
με την τελεία του αίσθησι του ελληνικού ρυθμού·
και σκέπτομουν που έχασα για πάντα
την εμορφιά του, που έχασα για πάντα
τον νέον που λάτρευα παράφορα.

Κάτι γρηές, κοντά μου, χαμηλά μιλούσαν για
την τελευταία μέρα που έζησε -
στα χείλη του διαρκώς τ' όνομα του Χριστού,
στα χέρια του βαστούσ᾿ έναν σταυρό. -
Μπήκαν κατόπι μες στην κάμαρη
τέσσαρες Χριστιανοί ιερείς, κ᾿ έλεγαν προσευχές
ενθέρμως και δεήσεις στον Ιησούν,
ή στην Μαρίαν (δεν ξέρω την θρησκεία του καλά).

Γνωρίζαμε, βεβαίως, που ο Μύρης ήταν Χριστιανός.
Από την πρώτην ώρα το γνωρίζαμε, όταν
πρόπερσι στην παρέα μας είχε μπει.
Μα ζούσεν απολύτως σαν κ' εμάς.
Απ' όλους μας πιο έκδοτος στες ηδονές·
σκορπώντας αφειδώς το χρήμα του στες διασκεδάσεις.
Για την υπόληψι του κόσμου ξένοιαστος,
ρίχνονταν πρόθυμα σε νύχτιες ρήξεις στες οδούς
όταν ετύχαινε η παρέα μας
να συναντήσει αντίθετη παρέα.
Ποτέ για την θρησκεία του δεν μιλούσε.
Μάλιστα μια φορά τον είπαμε
πως θα τον πάρουμε μαζύ μας στο Σεράπιον.
Όμως σαν να δυσαρεστήθηκε
μ' αυτόν μας τον αστεϊσμό: θυμούμαι τώρα.
Α κι άλλες δυο φορές τώρα στον νου μου έρχονται.
Όταν στον Ποσειδώνα κάμναμε σπονδές,
τραβήχθηκε απ' τον κύκλο μας, κ' έστρεψε αλλού το βλέμμα.
Όταν ενθουσιασμένος ένας μας
είπεν, Η συντροφιά μας νάναι υπό
την εύνοιαν και την προστασίαν του μεγάλου,
του πανωραίου Απόλλωνος - ψιθύρισεν ο Μύρης
(οι άλλοι δεν άκουσαν) «τη εξαιρέσει εμού».

Οι Χριστιανοί ιερείς μεγαλοφώνως
για την ψυχή του νέου δέονταν. -
Παρατηρούσα με πόση επιμέλεια,
και με τι προσοχήν εντατική
στους τύπους της θρησκείας τους, ετοιμάζονταν
όλα για την χριστιανική κηδεία.
Κ' εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη
εντύπωσις. Αόριστα, αισθανόμουν
σαν νάφευγεν από κοντά μου ο Μύρης·
αισθανόμουν που ενώθη, Χριστιανός,
με τους δικούς του, και που γένομουν
ξένος εγώ, ξένος πολύ· ένοιωθα κιόλα
μια αμφιβολία να με σιμώνει: μήπως κ' είχα γελασθεί
από το πάθος μου, και πάντα του ήμουν ξένος. -

Πετάχθηκα έξω απ' το φρικτό τους σπίτι,
έφυγα γρήγορα πριν αρπαχθεί, πριν αλλοιωθεί
απ' την χριστιανοσύνη τους η θύμηση του Μύρη.

[Γ. Π. Σαββίδης]: Σεράπιον: Ο ναός του Σεράπιδος στην Αλεξάνδρεια. Ιδρύθηκε από τον Πτολεμαίο Α´ Σωτήρα γύρω στα 300 π.χ. και καταστράφηκε επί Θεοδοσίου, στα 392 μ.χ.


Ο Ιουλιανός, ορών ολιγωρίαν (1923)

«Ὁρῶν οὖν πολλήν μέν ὀλιγωρίαν οὖσαν
ἡμῖν πρός τούς θεούς» - λέγει με ύφος σοβαρόν.
Ολιγωρίαν. Μα τι περίμενε λοιπόν;
Όσο ήθελεν ας έκαμνεν οργάνωσι θρησκευτική,
όσο ήθελεν ας έγραφε στον αρχιερέα Γαλατίας,
ή εις άλλους τοιούτους, παροτρύνων κι οδηγών.
Οι φίλοι του δεν ήσαν Χριστιανοί·
αυτό ήταν θετικόν. Μα δεν μπορούσαν κιόλας
να παίζουν σαν κι αυτόνα (τον
Χριστιανομαθημένο)
με σύστημα καινούριας εκκλησίας,
αστείον και στην σύλληψι και στην εφαρμογή.
Έλληνες ήσαν επί τέλους. Μηδέν άγαν, Αύγουστε.

[Γ. Π. Σαββίδης]: «Ὁρῶν ........ θεούς» «Βλέποντας λοιπόν να  ᾿χουμε πολλήν αδιαφορίαν για τους θεούς» - φράση μιάς επιστολής του αυτοκράτορα Ιουλιανού πρός τον Θεόδωρο, τον οποίο διορίζει αρχιερέα της Ασίας.
Ο Ιουλιανός μόλις ανέλαβε τα ηνία της αυτοκρατορίας (361) διέταξε να ανοίξουν οι αρχαίοι ναοί και έδωσε το προβάδισμα, στην αναστήλωση των κατεστραμμένων αρχαίων ιερών. Ανέλαβε με τόλμη το ρόλο του ανακαινιστή της αρχαίας θρησκείας . Η προσπάθειά του, ωστόσο, να αναδιοργανώσει την αρχαία θρησκεία, προσδίδοντάς της στοιχεία που αντλούσε από τον χριστιανισμό, δεν βρήκε την απήχηση που πιθανώς προσδοκούσε. Ο Ιουλιανός συνειδητοποιεί πως οι εθνικοί - οι ειδωλολάτρες - αδιαφορούν απέναντι στις γεμάτες ζήλο προσπάθειές του, και την αδιαφορία αυτή τη γενικεύει, σχολιάζοντας με πικρία πως αδιαφορούν ουσιαστικά απέναντι στους αρχαίους θεούς∙ τους θεούς της ίδιας τους της θρησκείας.
Τον Καβάφη παρά το γεγονός ότι ο θαυμασμός του Ιουλιανού για την αρχαία θρησκεία τον βρίσκει σύμφωνο, δεν τον αποτρέπει εντούτοις από το να στηλιτεύσει την υπερβολή που χαρακτήριζε τις επιδιώξεις του αυτοκράτορα, αλλά και τον ασύμβατο με την αρχαία θρησκεία συντηρητισμό του. Ο Ιουλιανός, συνάμα, αδυνατεί να αντιληφθεί τη βαθιά ελευθερία που χαρακτήριζε την αρχαία θρησκεία, κι αυτό έρχεται να επισημάνει ο Καβάφης.
Η σκέψη του Ιουλιανού να επιβάλει τακτές ώρες προσευχής και κηρύγματα στην αρχαία θρησκεία, μόνο σαν αστείο μπορούσε να φανεί στους Έλληνες, εφόσον ένας τέτοιος προγραμματισμός αδικούσε   την κατεξοχήν θρησκεία της ελευθερίας και της ελευθεριότητας. Οι Έλληνες λάτρευαν τους θεούς τους με πλήρη ελευθερία και εξέφραζαν την πίστη σε αυτούς με γιορτές και μυστήρια - κάποτε, μάλιστα, και με τελετές αφιερωμένες στην ηδονή κι όχι με προγραμματισμένες προσευχές και κηρύγματα ηθικού περιεχομένου.

[Μηδέν άγαν: «Τίποτε με υπερβολή».












Εις τα περίχωρα της Αντιοχείας (1933)

Σαστίσαμε στην Αντιόχειαν όταν μάθαμε
τα νέα καμώματα του Ιουλιανού.

Ο Απόλλων εξηγήθηκε με λόγου του, στην Δάφνη!
Χρησμό δεν ήθελε να δώσει (σκοτισθήκαμε!),
σκοπό δεν τόχε να μιλήσει μαντικώς, αν πρώτα
δεν καθαρίζονταν το εν Δάφνη τέμενός του.
Τον ενοχλούσαν, δήλωσεν, οι γειτονεύοντες νεκροί.

Στην Δάφνη βρίσκονταν τάφοι πολλοί.-
Ένας απ' τους εκεί ενταφιασμένους
ήταν ο θαυμαστός, της εκκλησίας μας δόξα,
ο άγιος, ο καλλίνικος μάρτυς Βαβύλας.

Αυτόν αινίττονταν, αυτόν φοβούνταν ο ψευτοθεός.
Όσο τον ένοιωθε κοντά δεν κόταε
να βγάλει τους χρησμούς του· τσιμουδιά.
(Τους τρέμουνε τους μάρτυράς μας οι ψευτοθεοί).

Ανασκουμπώθηκεν ο ανόσιος Ιουλιανός,
νεύριασε και ξεφώνιζε: «Σηκώστε, μεταφέρτε τον,
βγάλτε τον τούτον τον Βαβύλα αμέσως.
Ακούς εκεί; Ο Απόλλων ενοχλείται.
Σηκώστε τον, αρπάξτε τον ευθύς.
Ξεθάψτε τον, πάρτε τον όπου θέτε.
Βγάλτε τον, διώξτε τον. Παίζουμε τώρα;
Ο Απόλλων είπε να καθαρισθεί το τέμενος.»

Το πήραμε, το πήγαμε το άγιο λείψανον αλλού·
το πήραμε, το πήγαμε εν αγάπη κ' εν τιμή.

Κι ωραία τωόντι πρόκοψε το τέμενος.
Δεν άργησε καθόλου, και φωτιά
μεγάλη κόρωσε: μια φοβερή φωτιά:
και κάηκε και το τέμενος κι ο Απόλλων.

Στάχτη το είδωλο· για σάρωμα, με τα σκουπίδια.Έσκασε ο Ιουλιανός και διέδοσε -
τι άλλο θα έκαμνε - πως η φωτιά ήταν βαλτή
από τους Χριστιανούς εμάς. Ας πάει να λέει.
Δεν αποδείχθηκε· ας πάει να λέει.
Το ουσιώδες είναι που έσκασε.

[Γ. Π. Σαββίδης]: Ο επίσκοπος Αντιοχείας και μάρτυς Βαβύλας είχε ταφεί με πρωτοβουλία του αδελφού του Ιουλιανού Γάλλου, στον περίβολο του περίφημου ναού του Απόλλωνος, στο άλσος της Δάφνης. Οι ιερείς του Απόλλωνος εγκατέλειψαν το μιασμένο από την γειτονία των νεκρών τέμενος, και οι χριστιανοί έκτισαν εκκλησία πάνω στον τάφο του Βαβύλα. Όταν ο Ιουλιανός το 362, έφθασε στην Αντιόχεια, διέταξε την κατεδάφιση της εκκλησίας και την μεταφορά του λειψάνου. Όμως ο ναός και το είδωλο του Απόλλωνος καταστράφηκαν τον Οκτώβριο του 362 από μια πυρκαϊά που αποδόθηκε σε εκδίκηση των χριστιανών.



Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς (1926)

Τό Χῖ, φασίν, οὐδέν ἠδίκησε την πόλιν οὐδέ τό Κάππα... Τυχόντες δ' ημείς
ἐξηγητῶν... έδιδάχθημεν ἀρχάς ὀνομάτων
εἶναι τα γράμματα, δηλοῦν δ' ἐθέλειν τὀ μέν Χρι-
στόν, τό δέ Κωνστάντιον.

Ἰουλιανοῦ  Μισοπώγων

Ήτανε δυνατόν ποτέ ν' απαρνηθούν
την έμορφή τους διαβίωσι· την ποικιλία
των καθημερινών τους διασκεδάσεων· το λαμπρό τους
θέατρον όπου μια ένωσις εγένονταν της Τέχνης
με τες ερωτικές της σάρκας τάσεις!

Ανήθικοι μέχρι τινός - και πιθανόν μέχρι πολλού -
ήσαν. Αλλ' είχαν την ικανοποίησι που ο βίος τους
ήταν ο περιλάλητος βίος της Αντιοχείας,
ο ενήδονος, ο απόλυτα καλαίσθητος.

Να τ' αρνηθούν αυτά, για να προσέξουν κιόλας τι;
Τες περί των ψευδών θεών αερολογίες του,
τες ανιαρές περιαυτολογίες·
την παιδαριώδη του θεατροφοβία·
την άχαρι σεμνοτυφία του· τα γελοία του γένεια.

Α βέβαια προτιμούσανε το Χι,
α βέβαια προτιμούσανε το Κάππα· εκατό φορές.

[Γ. Π. Σαββίδης]: «Το Χῖ, φασίν........το δε Κωνστάντιον» Μετάφραση: «Τ Χι , λένε (οι Αντιοχείς), σε τίποτα δεν έβλαψε την πόλη ούτε το Κάππα . Καί όταν βρήκα ερμηνευτές , έμαθα πως τα γράμματα αυτά είναι αρχικά ονομάτων, και ότι το πρώτο σημαίνει Χριστός και το δεύτερο Κωνστάντιος(ο Χριστιανός έξάδελφος του Ιουλιανού και προκάτοχος του θρόνου). 


Στην εκκλησία (1912)

Την εκκλησία αγαπώ - τα εξαπτέρυγά της,
τ' ασήμια των σκευών, τα κηροπήγιά της,
τα φώτα, τες εικόνες της, τον άμβωνά της.

Εκεί σαν μπω, μες σ' εκκλησία των Γραικών·
με των θυμιαμάτων της τες ευωδίες,
με τες λειτουργικές φωνές και συμφωνίες,
τες μεγαλοπρεπείς των ιερέων παρουσίες
και κάθε των κινήσεως τον σοβαρό ρυθμό-
λαμπρότατοι μες στων αμφίων τον στολισμό-
ο νους μου πιαίνει σε τιμές μεγάλες της φυλής μας,
στον ένδοξό μας Βυζαντινισμό.


Μανουήλ Κομνηνός (1915)

Ο βασιλεύς κυρ Μανουήλ ο Κομνηνός
μια μέρα μελαγχολική του Σεπτεμβρίου
αισθάνθηκε τον θάνατο κοντά. Οι αστρολόγοι
(οι πληρωμένοι) της αυλής εφλυαρούσαν
που άλλα πολλά χρόνια θα ζήσει ακόμη.
Ενώ όμως έλεγαν αυτοί, εκείνος
παληές συνήθειες ευλαβείς θυμάται,
κι απ' τα κελλιά των μοναχών προστάζει
ενδύματα εκκλησιαστικά να φέρουν,
και τα φορεί, κ' ευφραίνεται που δείχνει
όψι σεμνήν ιερέως ή καλογήρου.

Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν,
και σαν τον βασιλέα κυρ Μανουήλ τελειώνουν
ντυμένοι μες την πίστι των σεμνότατα.

Κομνηνός Μανουήλ Βυζαντινός αυτοκράτορας (1143-1180 μ.Χ Αναδείχθηκε λαμπρός ηγεμόνας, ικανότατος στρατηγός, και πολιτικός με μεγάλα και τολμηρά οράματα. Παρά τις ικανότητές του, το Βυζάντιο στα χρόνια της βασιλείας του, υπέστη μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην ιστορία του με τη μάχη του Μυριοκεφάλου, στην οποία οι Βυζαντινοί υπέστησαν συντριβή από το στρατό των Τούρκων που μ' αυτό τον τρόπο εξασφάλισαν τη διαρκή παρουσία τους στη Μικρά Ασία.