Γυμνός

Γυμνός Naked (1993)

Γυμνός (1993) του Μάικ Λι (Mike Light)
Πρωταγωνιστούν:      Ντέιβιντ Θιούλις (David Thewlis),
Κάτριν Κάρτλιτζ (Katrin Cartlidge),   Λέζλι Σαρπ (Lesley Sharp),
Γκρεγκ Κρίτγουελ (Greg Ctuttwel) ,   Κλερ Σκίνερ (Claire Skinner) ,
Πίτερ Γουάιτ (Peter Wight),                  Τζίνα ΜακΚι (Gina McKee).




Διάλογος  Τζόννυ, Σόφι:

Και κατ᾿ ευθείαν το μυαλό στο σεξ:

Καταφθάνει από τη δουλειά η Λουίζ.

Ο Τζόννυ φιλοσοφεί:
























Μηδενισμός , αλλά και θεωρίες της Αποκάλυψης (Αποκάλυψη του Ιωάννη,















Ένα φωτισμένο παράθυρο απέναντι , όπου μια Σαλώμη κινείται ηδονικά, σαν το άστρο της Βηθλεέμ οδηγεί τα βήματα του Τζόννυ, κατ᾿ ευθείαν εκεί:


Στο μπαρ περιμένει να τελειώσει τη δουλειά της το κορίτσι του μπαρ, ένα πολύ όμορφο θλιμμένο κορίτσι:


Μέσα στη νύχτα περιφερόμενος, κάνει το "κήρυγμα" του, σε κάποιο αφισοκολλητή.Ο άλλος απηυδισμένος τον ξαπλώνει στο δρὀμο και μια συμμορία αλητών παιδιών συνεχίζει το έργο αφήνοντάς τον μισοπεθαμένο.

Η μόνη τρυφερή σκηνή του Τζόννυ, όταν σακατεμένος από το ξύλο, στο κρεβάτι τραγουδάει μαζί με την Λουΐζ:


Τίτλοι Τέλους

Φεύγει στο πουθενά για να κυνηγίσει τη ζωή του.
Φεύγει στο πουθενά για να κυνηγίσει τη ζωή του.

Τρεις κοπέλες, η Σόφι (Κάτριν Κάρτλιτζ), η Λουίζ (Λέζλι Σαρπ), και η Σάντρα (Κλερ Σκίνερ) συγκατοικούν σε ᾿να μίζερο διαμέρισμα του Λονδίνου. Η Σόφι με αδύναμο χαραχτήρα όλη μέρα στο χασίσι, η Λουίζ συγκρατημένη θλιμμένη, που έχει εγκαταλείψει το Μάντσεστερ εξ αιτίας του χωρισμού της με τον Τζόννυ του οποίου την "πολύπλευρη"  προσωπικότητα θα απολαύσουμε στην συνέχεια, και η Σάντρα μια υστερική με την τάξη και την καθαριότητα νοσοκόμα, η οποία αυτό τον καιρό βρίσκεται διακοπές στην Ζιμπάμπουε.

Στο σπίτι καταφθάνει, διαφεύγοντας από το Μάντσεστερ, ο Τζόννυ ( πρώην φίλος της Λουίζ) γιατί διέπραξε βιασμό και κλοπή. Ο Τζόννυ τον οποίο παίζει εκπληκτικά ο Ντέιβιντ Θιούλις, σε μια ερμηνεία που θα μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου. Είναι ένας χαραχτήρας που δεν μπαίνει σε περιγράμματα, ξεφεύγει από όποια περιγραφή: Μυστηριώδης, περιθωριακός, αλήτης, αμοραλιστής, κυνικός, με σπάνια ευφυΐα, προκλητικός, μηδενιστής, αλλά και με ροπή προς θεωρίες της αποκάλυψης, έχει όλα τα κακά αλλά είναι συμπαθής γοητευτικός, το κακό που κουβαλάει είναι εωσφορικό λάμπει τυφλώνει καθηλώνει. Βέβαια ίσως αυτό να οφείλεται και στον συγκλονιστικό David Thewlis.

Διάλογος Τζόννυ, Σόφι:
«Τζόννυ: Θεωρείς τον εαυτό σου ευτυχισμένο;
Σόφι:       
Ναι, είμαι η χαρά της ζωής.
Τζόννυ:
    Έχεις σκεφτεί ποτέ πως ίσως είχες ήδη   την πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής σου και το  μόνο που σου μένει είναι αρρώστιες και βάσανα;
Σόφι:    
Σκατά! Ζω την στιγμή.
Τζόννυ:
Εγώ παραλείπω καμιά στιγμή, που και που. Κάποτε ήμουν λυκάνθρωπος (Ουρλιάζει) αλλά τώρα είμαι εντάξει.
Σόφι:     
Αυτό είναι ευτυχία, ε; Το μόνο που κάνουν είναι να κάθονται και να γρυλίζουν στο φεγγάρι.
Τζόννυ:
   Καλύτερα από το να κάθεσαι σ' αυτό το σκατότυρο ( σελήνη). Να στέλνεις τόσους δορυφόρους και σαΐτες; Τι νομίζουν ότι θα βρουν εκεί, που δεν υπάρχει εδώ; Νομίζουν ότι, αν πάνε πάνω, θα βρουν τον γέρο πίθηκο και άλλες μαλακίες. Και θα πουν " Γεια σου, μεγάλε". "Μήπως είσαι απασχολημένος, γιατί έχω κάτι θεμελιώδη ερωτήματα να απαντήσεις."
Σόφι:
Ναι, τι είναι οι πύραυλοι; Μεγάλα μεταλλικά καυλιά. Δεν τους φτάνει που κατέστρεψαν τη γη, θέλουν να καταστρέψουν και το διάστημα. »


«Τζόννυ: Πες μου κάτι. Ξέρεις τι επίδραση έχεις στον λάγνο αρσενικό εκπρόσωπο του είδους μας;
Σόφι:
Ναι.
Τζόννυ:
αυτό κατάλαβα κι εγώ».








«Λουΐζ:
Πώς ήρθες;
Τζόννυ:
Βασικά, υπήρχε μια μικρή τελεία. Και εξερράγη. Η έκρηξη εξαπλώθηκε. Η ενέργεια μετετράπη σε ύλη, η ύλη εψύχθη, επιβίωσε, η αμοιβάδα έγινε ψάρι , το ψάρι πτηνό, το πτηνό βάτραχος, ο βάτραχος θηλαστικό, το θηλαστικό πίθηκος και ο πίθηκος άνθρωπος. Πασπάλισε το με τυρί και ας το να ψηθεί μέχρι τη Δευτέρα παρουσία,
Λουΐζ:
Δεν άλλαξες, βλέπω. Θες λίγο τσάι;
Τζόννυ:
Θα ήθελα λίγο. Πολύ γενναιόδωρη η υψηλότητά της, έτσι»;
Τζόννυ:
Πώς είναι η μητέρα σου;
Λουΐζ:     
Μια χαρά. Η δικιά σου;
Τζόννυ:
Πέθανε. Αλλά είναι ακόμα καλή στο πήδημα. Είναι λίγο ακριβή, αλλά μου κάνει έκπτωση, επειδή είμαι γιος της.
Σόφι:
Μη βάζεις στο μουνί σου ό,τι δε θα έβαζες στο στόμα σου».
Τζόννυ: Τα νεκροταφεία έχουν πιο πολύ ζωή από 'δω μέσα...



Τζόννυ:
Πάρε ένα τσιγάρο.
Λουΐζ: Ευχαριστώ, θα πάρω
Λουΐζ:
Τι διαβάζεις;
Τζόννυ:
Σταμάτα να κουνιέσαι σαν νευρόσπαστο, προσπαθώ να συγκεντρωθώ.
Λουΐζ: Έχει πολυ λεπτή μέση η Σόφυ έτσι; Και πολύ μικρό στήθος. Δεν κρυώνεις;
Τζόννυ:
Διαβάζω για το φαινόμενο της πεταλούδας.
Λουΐζ:
Τι είναι αυτό;
Τζόννυ:
Κάθε φορά που μια πεταλούδα ανοιγοκλείνει τα φτερά της στο Τόκιο, μια γριά στο Σάλφορντ παθαίνει κρίση.
Λουΐζ:
Καί τι γίνεται, αν η πεταλούδα ανοιγοκλείνει τα φτερά της στο Τόκιο;
Τζόννυ:
Δεν είναι αυτό το θέμα
Λουΐζ:  Αλήθεια; Τι γυρεύεις στο Λονδίνο, Τζόννυ;
Τζόννυ:
Εσύ;
Λουΐζ:
Σου είπα τι κάνω στο Λονδίνο.
Τζόννυ:
Δε μου 'πες τίποτα.
Λουΐζ:
Την τελευταία φορά που σε είδα...
Τζόννυ:
Γαμώτο. Γεννήθηκες, για να μ' ενοχλείς; Γιατί ήρθες κάτω, λοιπόν;
Λουΐζ:
Κοιμήθηκα με το παράθυρο ανοιχτό. Κρύωσα. Ήρθα κάτω. Πήγα τουαλέτα. Έκανα τσάι.
Τζόννυ:
Τι είναι αυτό; Η ωραιότερη ιστορία του κόσμου;
Λουΐζ:
Εδώ μένω. Τι έγινε; Βαρέθηκες στο Μάντσεστερ;
Τζόννυ:
Αν βαρέθηκα; Όχι, δε βαρέθηκα, γαμώτο. Ποτέ δε βαριέμαι. Αυτό είναι το πρόβλημά σας. Όλο βαριέστε. Σας εξήγησαν τη φύση και μετά την βαρεθήκατε. Σας εξήγησαν πώς λειτουργεί το ανθρώπινο σώμα και μετά το βαρεθήκατε. Σας εξήγησαν το διάστημα και μετά το βαρεθήκατε. Τώρα, λοιπόν γυρεύετε φτηνές συγκινήσεις, ανεξαρτήτως του πόσο ψεύτικες ή κενές είναι αρκεί να είναι καινούργιες. Λοιπόν, πες ό,τι άλλο θες για μένα, αλλά όχι ότι βαριέμαι.
 
Λοιπόν, πώς τα πας;
Λουΐζ:  
Βαριέμαι λίγο, να πω την αλήθεια.
Τζόννυ: Βγαίνεις έξω; Έκανες κανένα φίλο;
Λουΐζ:   
Όχι.
Τζόννυ:
  Έχεις κανένα ποτήρι να μαζέψουμε τα αίματα, γιατί ματώνεις την καρδιά μου;
Λουΐζ:
Πότε θα γυρίσεις στο Μάντσεστερ;
Τζόννυ:
Εσύ;
Λουΐζ:
Δε γυρίζω πίσω.
Τζόννυ:
Γιατί;
Λουΐζ:
Ξέρεις γιατί. Νόμιζα ότι είχες πει πως δεν ήθελες να με ξαναδείς.
Τζόννυ:
Δεν θέλω να σε ξαναδώ· γιατί δεν πας στο δωμάτιό σου;
Λουΐζ:
Γιατί είσαι τόσο μαλάκας, Τζόννυ;
Τζόννυ:
Σε μιμούμαι.
Λουΐζ:
Τι θες να πεις;
Τζόννυ:
Αυτός ο παλιόβηχας...
Λουΐζ: Καμιά πεταλούδα θα ανοιγόκλεισε τα φτερά της...



Ο Τζόννυ πιστός στο να προκαλεί τη μοίρα του εγκαταλείπει το σπίτι και περιφέρεται μέσα στο καταχείμωνο στο σκοτεινό Λονδίνο. Ένας φύλακας πολυτελούς συγκροτήματος ο Μπράιαν (Πίτερ Γουάιτ) τον λυπάται και τον βάζει μέσα. Μέσα στη σιωπή των άδειων χώρων, η μοίρα των απόκληρων τους φέρνει πιο κοντά.

Τζόννυ: Συγχαρητήρια, Μπράιαν. Κατάφερες να με πείσεις ότι έχεις την πιο βαρετή δουλειά σ' ολόκληρη την Αγγλία.
Μπράιαν:
Ναι, είναι πολύ βαρετή δουλειά, γαμώτο.
Τζόννυ: Εντάξει! Εντάξει!
Μπράιαν:
Μα βλέπεις μόνο την κορυφή του παγόβουνου. Το παρόν. Το βαρετό εδώ και τώρα.
Αυτό που δεν βλέπεις είναι το υπόλοιπο, το υπόλοιπο του παγόβουνου. Το παρελθόν και το μέλλον. Το μέλλον μου. Που φαίνεται πολύ ενδιαφέρον. Και το καλό μ' αυτή την δουλειά είναι ότι μου δίνει τον χώρο και τον χρόνο, να ατενίζω το μέλλον με την άνεσή μου. Ενόσω η πόλη κοιμάται. Μακριά από την κακόφωνη περιέργεια του όχλου. Βλέπεις, δεν είναι βαρετή δουλειά. Ούτε εγώ είμαι βαρετός.
Τζόννυ:
Λοιπόν, κάνεις το παρόν υποφερτό, προβάλλοντας το στο μέλλον; Ζεις στο παρελθόν, φίλε μου. Το μέλλον είναι που σε καταστρέφει. Είναι το σκουλήκι στο μήλο. Σε εξοργίζει το παρόν. Αλλά το παρόν δεν έχει τίποτα κακό. Το παρόν είναι μια χαρά. Είναι τέλειο. Είναι υπέροχο. Το μόνο κακό με το παρόν είναι ότι δεν υπάρχει, ρε γαμώτο. Το παρόν είναι το μέλλον και το μέλλον είναι το παρελθόν. Όλα το ίδιο πράγμα είναι. Συνέχεια έρχονται και φεύγουν.
Μπράιαν:
Το μέλλον είναι τώρα. Μα το παρόν υφίσταται. Αυτό ζούμε τώρα.
Τζόννυ:
Ήμασταν στο παρόν, όταν το είπες, αλλά όχι πια. Πάντα το μέλλον μας κλωτσάει από πίσω.
Μπράιαν:
Αυτό εννοώ. Είμαι στο παρόν, αλλά δεν είμαι στο παρόν. Είμαι στο μέλλον. Ακριβώς.
Τζόννυ:
Δε στο 'χε πει κανείς ότι έχεις εμμονή με το μέλλον; Δε θα στο 'λεγα, αλλά δεν έχεις
μέλλον. Ούτε εγώ. Κανείς δεν έχει μέλλον. Τέλειωσε το πανηγύρι. Ρίξε μια ματιά γύρω σου, ρε φίλε. Όλα διαλύονται.



«Τζόννυ: Είπα να έρθω να δω την Ισιδώρα Ντάνκαν. Να σου κάνω παρέα. Το ξέρω ότι είναι λίγο τρελιάρικο, αλλά έτσι είμαι εγώ».
Αλλά μαζί του έχει και το κυνικό εαυτό του:
«Τζόννυ: Πόσων χρονών είσαι, αγάπη μου; Το λέω, γιατί από ᾿κει απέναντι φαινόσουν πολύ νεώτερη. Νομίζω ότι ο φίλος μου σε γουστάρει. Κάθε βράδυ την παίζει μαζί σου.
Δε μπορώ, αγάπη μου. Μοιάζεις στη μητέρα μου. Νομίζεις ότι θα επανακτήσεις τη νιότη σου με ένα πήδημα»;




Τζόννυ: Συγγνώμη, πού νομίζεις ότι πας;
Κορίτσι: Σπίτι μου.
Τζόννυ:
Δηλαδή, μ' εγκαταλείπεις; Έκανα τόσο δρόμο να έρθω εδώ να σε δω κι εσύ φεύγεις.
Κορίτσι:
Να σου φέρω ένα χαρτομάντηλο;
Τζόννυ:
Καλό ακούγεται. Εδώ κοντά μένεις;
Κορίτσι:
Μπορεί.
Τζόννυ:
Εννοώ, πας με τα πόδια; Γιατί, ξέρεις, έχω μια εμμονή με οτιδήποτε έχει σχέση με την περιπατητική. Πολύ τον έξυπνο κάνω, ε;»

Και μετά αφού κάνει μπάνιο στο σπίτι του κοριτσιού, όταν εντελώς απρόσμενα το κορίτσι σε μια κρίση θλίψης, πανικού του ουρλιάζει :
«Άντε γαμήσου. Μπορείς να φύγεις, σε παρακαλώ»;
Του πετάει τα πράγματα στη σκάλα ουρλιάζοντας και ο Τζοννυ, σε μια από τις σπάνιες στιγμές τρυφερότητας, (ίσως σε ένα αυτισχεδιασμό της στιγμής), διασχίζει με το κεφάλι του το κορμί της μέχρι τη γενετήσια περιοχή και το αποχαιρετά με ένα φιλί, γαι να τη βρίσει στη συνέχεια:
«Και άκου, αγάπη μου, εύχομαι, όταν πέσεις για ύπνο απόψε στο ζεστό σου κρεβατάκι και τυλιχτείς με το ωραίο σου σεντονάκι, να σκεφτείς και μένα, που το κεφάλι μου θα κολυμπά στα βρωμόνερα. Και εύχομαι να με ονειρευτείς και να ξυπνήσεις ουρλιάζοντας. Και εύχομαι τα παιδιά σου να γεννηθούν τυφλά, ραχιτικά, στραβοκάνικα και φθισικά».






Να το κήρυγμα του Τζόννυ: «Συγγνώμη, ρε φίλε, απλώς δεν τα πάω καλά με τους τοίχους. Ξέρεις τους έχω μιλήσει, τους έχω σκαρφαλώσει, ο πατέρας μου τράκαρε σε αρκετούς, κατάλαβες; Μα ξέρω το μυστικό. Το μοναδικό, το υπέρτατο μυστικό είναι ότι πρέπει να κοπανήσεις το κεφάλι σου πάνω τους. Να το σπάσεις το παλιόπραμα. Παρακολουθείς; Κατάλαβες; Αυτό είναι το κλειδί για την επιφοίτηση. Γι' αυτό οι τοίχοι είναι τόσο σύνηθες μοτίβο στον σύγχρονο πολιτισμό. Όπως το Σινικό Τείχος και το τείχος της Ιεριχούς και το τείχος του Βερολίνου και το τείχος των Δακρύων. Βλέπεις οι Εβραίοι τα κατάφεραν σχεδόν. Με τον αρχαίο βράχο, έξι ίντσες ακόμα και θα ήταν εκεί, θα είχαν κερδίσει τη μάχη, θα τα είχαν καταφέρει. Τι κάνεις εκεί; Ματαιώνονται όλα; Εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ματαιώθηκε. Σε γεμίζει αυτό; Πιστεύεις ότι συνεισφέρεις; Είσαι κάτι σαν δημόσια διακήρυξη κενότητας. Γαμώτο μου! Έτσι, σβήσ᾿ τα όλα, ώσπου να ατροφήσουμε και να πεθάνουμε από αδιαφορία. Να σου πω κάτι, ρε φίλε; Το βλέπεις αυτό πάνω από τα πόδια σου; Είναι ο κώλος σου κι αυτός ο αγκώνας σου. Θες να το γράψεις κάπου να το θυμάσαι»;





"Πάρε με πίσω στο
Μάντσεστερ, στην βροχή.
Θέλω να βρέξω τα πόδια μου
στο Άλμπερτ Σκουέαρ.
Ανυπομονώ να δω
την καλή πυκνή ομίχλη.
Δε μ' αρέσει ο ήλιος.
Θέλω να ρίχνει καρεκλοπόδαρα!
Θέλω να μυρίσω τις οσμές του Ίργουελ,
να νιώσω την κάπνα στον αέρα.
Δε θέλω να τριγυρνώ.
Θέλω να γυρίσω σπίτι,
στο βροχερό Μάντσεστερ."



Λουΐζ: Πάω.
Τζόννυ:
Πού;
Λουΐζ:
Στη δουλειά. Να υποβάλω την παραίτησή μου. Μετά θα έρθω, θα μαζέψω τα πράγματά μου και θα γυρίσω σπίτι. Έρχεσαι μαζί μου;
Τζόννυ:
Σήμερα; Μιλάς σοβαρά; Πώς;
Λουΐζ:
Με το λεωφορείο.
Τζόννυ:
Έχεις λεφτά;
Τζόννυ:
Γιατί εγώ δεν έχω τίποτα.
Λουΐζ:
Το ξέρω. Μπορείς;
Τζόννυ:
Δεν ξέρω.
Λουΐζ:
Αν δε μπορείς, θα μείνουμε εδώ μέχρι αύριο. Τα λέμε.

Όμως δεν θα τα πουν ποτέ: Ο Τζόννυ ακολουθώντας το μοναχικό δρόμο του πουθενά, τον βλέπουμε να φεύγει στο ένα πόδι σαν πουλί με σπασμένη φτερούγα, σαν τον Μπαρνταμού τον ήρωα του Σελίν, όταν εγκαταλείπει την Αμερική και την αγαπημένη του Μόλλυ με τη σκέψη «Θαρρείς και η ζωή θα ᾿παιρνε μακριά, θα μου ᾿κρυβε όσα ήθελα να μάθω γι᾿ αυτή, για τη ζωή που ᾿ναι στα βάθη του σκότους, η ζωή θα με κορόιδευε όπως όλους τους άλλους, η ζωή η αληθινή ερωμένη των πραγματικών ανδρών».
Ο Τζόννυ είναι ένας τραγικός "αλήτης, τραγικός όχι απόλυτα συνειδητός, μες την παράνοια του, αλλά με την έννοια ότι αναμετριέται κάθε στιγμή με τη μοίρα του, αποφεύχοντας οποιοδήποτε βόλεμα. Τραγικός είναι ό ήρωας που ψάχνει μέχρι τέλους την "Αλήθεια του" κι ας ξέρει πως αυτό μπορεί να τον συντρίψει. Τραγικός είναι ο Οιδίποδας, η αναζήτηση της αλήθειας τον τυφλώνει. Δραματικός είναι ο ήρωας που προσπαθεί να συγκαλύψει τα κακά που του συμβαίνουν, να μην αναμετρηθεί με την αλήθεια. Περίπτωση Νίξον «Γουότεργκεϊτ» (Watergate). Αυτή τη διάκριση τραγικού-δραματικού, την αφιερώνω στη μνήμη του Πέλλου Κατσέλη του σπουδαίου θεατράνθρωπου και δασκάλου, στον οποίο την οφείλω.