Ερωτικός Λόγος

"Ερωτικός Λόγος" Γιώργος Σεφέρης


Ο Γ. Σεφέρης και η Ζακλίν Πουγιουλόν Ιούλιος 1924
Ο Γ. Σεφέρης και η Ζακλίν Πουγιουλόν Ιούλιος 1924

«Ερωτικός λόγος»

Ἔστι δέ φῦλον ἐν ἀνθρώποισι ματαιότατον,
ὅστις αἰσχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,

μεταμώνια θηρεύων ἀκράντοις ἐλπίσιν.

ΠΙΝΔΑΡΟΣ

Κι είναι η πιο κούφια φύτρα ανθρώπινη
εκείνοι που τα ντόπια τους καταφρονώντας
στρέφουν τα μάτια τους στα μακρινά

τον άνεμο με ελπίδες μάταιες κυνηγώντας

Μετάφραση Γρυπάρης

Α᾿

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί

κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ᾿ αγκάθι σου έφευγε τού δρόμου ο στοχασμός

η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ᾿ αποχτήσει

ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

Β᾿

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ᾿ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...

Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν᾿ ακούσεις τ᾿ αλαφρό

ξεκίνημά της... τ᾿ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα

να ᾿ σουν εσύ που θα ᾿φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν᾿ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ᾿ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα

αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να ᾿ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες

και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

Γ᾿

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής

σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα

το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς

και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη

από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.

Λησμονημένο ανάγνωσμα σ᾿ ένα παλιό ευαγγέλιο

το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει

χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ᾿ όνειρο μένει απόντιστο

κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ᾿ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια

με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα

ανθρώπινο άγγιγμα στον κόρφο μου τ᾿ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ᾿σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος

μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος

ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

»Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου

να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση

που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου...»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ᾿ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ᾿ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

Δ᾿

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ᾿ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί

που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.

Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση

μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

Ε᾿

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ᾿ ναι για μας πλωτός;

Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει

για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν᾿ όλα βολετά

προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα

την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ᾿ ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρικύμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Αθήνα, Οχτώβρης ᾿ 29 - Δεκέμβρης ᾿ 30

Η αφορμή του «Ερωτικού Λόγου», και το πνευματικό του υπόβαθρο είναι μια γυναίκα και μια ερωτική περιπέτεια. Μια γυναίκα, που άφησε τ᾿ αχνάρια της άσβυστα στην κατοπινή ύπαρξη του ποιητή. Η απόσταση και το πέρασμα του χρόνου, ο τελειωτικός χωρισμός, που αντιθέτει την τη τωρινή κατάσταση με την επιθυμία, και την απώλεια με το ονειροπόλημα, δίνουν στη γυναίκα αυτή μια γενικότητα, μια καθολικότητα που την υψώνουνε, σαν ένα δραματικό σύμβολο της ζωής και της μοίρας. Η περιπέτεια πέρασε, η γυναίκα εξαφανίστηκε, το γεγονός μετατοπίστηκε στο παρελθόν. Ο ποιητής που κρατά ώριμο μέσα του τον «Ερωτικό Λόγο» στέκεται σε μια κατάσταση μεταιχμίου. Ο στοχασμός του αγκαλιά με τη φαντασία, και κόντρα στην επιθυμία και τη νοσταλγία, παρακολουθεί τις πολύπλοκες γραμμές της ιστορίας αυτής και μέσα στην ψυχή του, ξετυλίγεται σιγά σιγά το ποίημα, και το ποίημα παίρνει την έκταση ενός γενικότερου συμβόλου.

Πριν ο ποιητής γράψει, ο χρόνος χάραξε μέσα του την ιστορία. Από τη θέση πού βρίσκεται τώρα, δοκιμασμένος, συντετριμμένος, μα και σοφότερος, μπορεί νά ξεχωρίσει κάποιες μυστικές γενικές γραμμές τής ζωής του ανθρώπου. Η αισθηματικότητά του παίρνει μια φιλοσοφική χροιά.

Ξεκινώντας από την επιγραφή. Σε τι στοχεύει η επιλογή ενός αποσπάσματος από τον Πίνδαρο, που λαϊκά θα μπορούσαμε να πούμε "παπούτσι από τον τόπο σου...». Είναι μια λογική απόφαση, αφού πολλές φορές στο ποίημα ο Σεφέρης επικαλείται το "λογισμό", στο να δώσει τέλος στην ερωτική σχέση του με τη Ζακλίν;

Το ποίημα αρχίζει:

Α᾿

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ᾿ αγκάθι σου έφευγε τού δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ᾿ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος. Ένας απλός παλμός.

Εδώ μπορούμε να έχομε δυο διαφορετικές ερμηνείες: Η πρώτη ο ποιητής (ή ο ήρωας του ποιήματος), απευθύνεται στη μοίρα την οποία ταυτίζει με ρόδο (με αγκάθια), και της λέει «μοίρα έψαχνες τρόπο να μας πληγώσεις.....» αλλά που έρχεται σε αντιπαράθεση με τη συνέχεια «μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί...» ή

Δεύτερη ερμηνεία ότι ο ήρωας του ποιήματος απευθύνεται στη γυναίκα και της λέει: « έψαχνες ρόδι της μοίρας (αγκάθια) να πληγωθούμε και οι δυο»;

Ο Ρόντρικ Μπήτον στη βιογραφία του, για τον Σεφέρη "Περιμένοντας τον άγγελο", γράφει: «Στο πρώτο, δεύτερο και πέμπτο μέρος το πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται είναι η μοίρα και όχι η αγαπημένη γυναίκα. Η μοίρα έκανε δυνατή την αγάπη και η μοίρα πάλι προκαλεί τώρα την ακούσια μνήμη, να αναδυθεί σαν κοραλλιογενής ύφαλος στην επιφάνεια του νου και να οδηγήσει τον ποιητή πίσω στο ό,τι έχει χάσει από τότε. Μόνον το τρίτο και κεντρικό μέρος του ποιήματος, το οποίο είναι και το εκτενέστερο, απευθύνεται στη γυναίκα».

Ο Καραντώνης που βρέθηκε από νωρίς πιο κοντά στο Σεφέρη, στο βιβλίο του "Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης" γράφει: «Η μοίρα, πιο πρόσωπο άλλο από το πρόσωπο της γυναίκας θα διάλεγε για να μας αποκαλύψει τη δύναμή της; Το παρουσίασμα τούτο της Μοίρας-Γυναίκας, αχώριστα συνταιριασμένων, είναι η πιο ακαταμάχητη έλξη που μεταβάλλει ολοκληρωτικά την ψυχοσύνθεση του ανθρώπου, τον κάνει να βλέπει μέσα στην αλόγιαστη ορμή του, όλη την ερωτική σχέση εύκολη, σαν μια κατάχτηση που θα γίνει δίχως κόπους και θυσίες»

Το ψυχικό του βάθος δεν εξαντλήθηκε από τον πόνο, και αναπλάθοντας στα πρώτα δυο τετράστιχα την αρχή τής ιστορίας, ξαναδίνει στο στίχο του όλη την αισθηματική τρικυμία, πού μόνο ή θύμησή της τον συγκλονίζει ολόκληρο. Και παίρνουν οι πρώτοι στίχοι μια δραματικότερη έκφραση, γιατί υποδηλώνουν τη φιλοσοφική εγκαρτέρηση του ανθρώπου πού με την πείρα τής δικιάς του ιστορίας, είδε πίσω από κάθε άνθρωπο τη μοίρα, σαν ένα ρόδο πού γυρεύει για νά μάς πληγώσει, οπλισμένη με χαμόγελα και με σπαθιά. Πιθανόν ο Σεφέρης σαν ιδεαλιστής πίστευε στη μοίρα στο προδιαγεγραμμένο, σε αντίθεση με την άποψη ότι η προσωπική διαχείριση και η τυχαιότητα, έχουν πιο βαρύνουσα σημασία.

Β᾿

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ᾿ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό.
Λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν᾿ ακούσεις τ᾿ αλαφρό

ξεκίνημά της... τ᾿ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ᾿ σουν εσύ που θα ᾿φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν᾿ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες τ᾿ ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδια αυλού...

Η νύχτα να ᾿ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

Όλα φαίνονται σήμερα σαν επιφανειακά και φευγαλέα, σαν αφροί και σα μυστικά δίχως σημασία. Το παρελθόν εξαφανίζεται, σβήνεται, όπως τα μυστικά τής θάλασσας ξεχάστηκαν στ᾿ ακρογιάλια, κι ή σκοτεινάγρα του βυθού ξεχάστηκε στον αφρό. Η επιφάνεια είναι πυκνή και αδιαπέραστη, πού κάπου κάπου, λάμπουν ξαφνικά τής μνήμης τα κοράλλια .. . Ή σκέψη τού ποιητή, παλεύει ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη μνήμη, παραδέρνει ανάμεσα τους. Το άγγιγμα τού δέντρου με τα μήλα, η εκπλήρωση σαρκικού του πόθου, το σκοτεινό ανατρίχιασμα, ξαναγυρίζουν πίσω από τούς δρόμους τής μνήμης. Όλα ξαναπερνούν μπροστά του, ή στιγμή τού χωρισμού, πού μέσα στην τραγικότητά της, ξαναδίνει πίσω όλη την ψυχικότητα τού έρωτα και ελπίδες για μια αναλαμπή, να ξανανθίσουν τα κρίνα του έρωτα.

Κι αμέσως το βύθισμα. Τίποτε δε μένει από την ιστορία αυτή, παρά ένα τραγικό συναίσθημα απώλειας, μόνο οι στάχτες αυτού που έζησαν, και μια πικρή σύγχυση, αδύνατη για οποιαδήποτε εικασία.

Ο τελευταίος στίχος μεταδίδει την ταραχή του λογισμού πού είχε πιστέψει στα υπέρτατα, πού είχε αρχίσει νά θεμελιώνει γιοφύρια, για να διαβούν οι δυο μοίρες και νά προσεγγίσουν τα όρια τής ευτυχίας. Τώρα όλα τα όνειρα και τα καρδιοχτύπια, καταστάλαξαν σε μια θλιβερή ανάμνηση, κι ο ποιητής με πικρό χαμόγελο ξαναβλέπει μπροστά του το «ρόδο τής μοίρας» σα «ρόδο τού ανέμου πού γνώριζε», πού είχε πλέρια συνείδηση τού μοιραίου, και πού τους πήρε όλους «ανέγνωρος» στην πιο ψευδαισθητική όσο και πιο ευτυχισμένη στιγμή τής ζωής τους.

Γ᾿

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι σου από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ᾿ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

Το σκοτεινό ανατρίχιασμα από τα παλιά κατακλύζει για μια στιγμή ολάκαιρη την ύπαρξη του και ο ποιητής επικαλείται και παρακαλεί αυτό το άγρυπνο που τον κατακαίει να ξανατραγουδήσει το τραγούδι από τα παλιά, να αναστήσει τις χειρονομίες, η πλημμύρα των μαλλιών να γλυκάνει την καρδιά. Με τους τελευταίους στίχους ό ποιητής ντύνει τη αγαπημένη με πνευματικότητά, συμπληρώνοντας την εικόνα της γυναίκας, πού χαράχτηκε τόσο βαθειά μέσα του.

Στους επόμενους τέσσερεις στροφές (φαίνεται και από τις δυο τελείες: και τα αμέσως μετά εισαγωγικά, μιλάει η γυναίκα στην πονεμένη ψυχή τού ποιητή, (πάντα στην φαντασία του), για τη δική της ευτυχία και παίρνει έναν τόνο, πότε τρυφερό και παραπονεμένο, πότε φανταχτά ηδονόχαρο, πότε τραγικό.

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ᾿ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σαν να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ᾿ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στον κόρφο μου τ᾿ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ᾿σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

»Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου...»

Από τους στίχους αυτούς, φανερώνεται η φλόγα τού δικού της πάθους, πού ενώνεται με το Σύμπαν, με ένα «σμάρι περιστέρια», εκεί πού τ᾿ άστρα αγγίζουν τον κόρφο της, ατάραχη και αμόλυντη, πού τίποτα δεν έχει τη δύναμη νά την φοβίσει, πού κι αυτός ακόμα ο «θρήνος τού κόσμου», ο «μακρινός κι αξεδιάλυτος» δε φτάνει στ᾿ αυτιά της, παρά μόνο

κάποιες στιγμές, σαν ακαθόριστη μακρινή βουή, κι ύστερα σβύνει, αφήνοντας νά βασιλεύει «ό δίκλωνος λογισμός του πόθου». Με τη φράση «δίκλωνος λογισμός» ό ποιητής εννοεί τον εαυτό του και το αντικείμενο του πόθου του, συμπλεγμένα σ᾿ ένα ιδανικό ταίριασμα.» (Στο Σεφέρη είναι γνωστό ότι τις εκφράσεις «στον κόρφο μου τα αστέρια», «δίκλωνος λογισμός» ή «έκοψε τον καιρό στα δυο», τις συναντούμε συχνά, και έχουν ερωτικό συμβολισμό ή συνεύρεση:

Η εξιλεωτική ώρα τού δειλινού, δε βαστάει πολύ. Όμως αρκούν κάποιες στιγμές για νά ξαναζήσει κανείς με τη φαντασία του αλλοτινές στιγμές πού θα θέλαμε νά μένουν παντοτινές. Μά ή ανάγκη φωλιάζει στην ψυχή μας, και δεν αφήνει να παρθούμε ολότελα από νοσταλγία. Ό,τι έζησε μια φορά, δεν ξαναζεί πια με τον ίδιο τρόπο.

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ᾿ ουρανού.
Χαμήλωναν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ᾿ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πώς πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πώς η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...

Δ᾿

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ᾿ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους και λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

Σε μια αισθηματική ιστορία, εκείνο πού τής δίνει το δραματικό χαραχτήρα δεν είναι τόσο ή σύγκρουση των προσώπων όσο ή ανεκπλήρωτη τάση μπρός την πλήρωση ,πού πολλές φορές αδυνατεί να βρει το δρόμο τής «μέσα στη νύχτα των δεντρών» όπως γράφει ο ποιητής. Το σημείο αυτό είναι ο χωρισμός, ή στιγμή τής δραματικής σιωπής των ψυχών, πού ποτέ πια δε θα προσεγγίσουν η μια την άλλη. Η φοβερή ελαστικότητα των «φιδιών» μεταβάλλεται σε ακινησία. Ένας αιώνιος Νόμος, μοιραίος δεν αφήνει τίποτα ενωμένο παντοτινά στη ζωή, γιατί και ο θάνατος δεν είναι τίποτ᾿ άλλο παρά ένας χωρισμός δίχως ελπίδα. Οι πρόσκαιροι χωρισμοί στη ζωή, ισοδυναμούν κι αυτοί με μικρούς θανάτους καθημερινούς πού δεν μπορείς νά τούς αποφύγεις, προετοιμάζοντας τον ερχομό του τελευταίου τελικού θανάτου. Όλα είναι προορισμένα νά χωριστούν κάποτε, σβύνοντας «στη θάλασσα, στον άνεμο, στον ήλιο, στη βροχή» όπως περιγράφει στο προτελευταίο τετράστιχο, από τα ωραιότερα του ποιήματος.

« Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει

στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.

Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση

μα ποιος ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή» .

Ε᾿

Πού πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ᾿ ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν᾿ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ᾿ ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρικύμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

Η ελπίδα δε θέλει ν᾿ ακούσει καμιά πείρα, δεν εννοεί νά παραδοθεί σκλάβα σε καμιά σοφή πραγματικότητα, στυλώνει την ψυχή μας, εκεί πού πάει νά πέσει. Ή ανάγκη νά ζήσουμε με όλη την ένταση τής ψυχής και τού κορμιού, πού κάποτε μάς είχε μεταμορφώσει, μάς ξαναδίνει τη δύναμη νά ελπίζουμε . Δεν είναι δυνατό νά μείνουμε παντοτινοί σκλάβοι μιας γοητείας αλλοτινής πού είχε φαντάξει στα μάτια μας σαν υπέρτατος σκοπός. Νοιώθουμε πάλι τη λαχτάρα νά φτάσουμε στο ίδιο τέρμα, από άλλους δρόμους. Όμως ο τόνος του ποιητή πού επικαλείται τα «δώρα τ᾿ ουρανού» είναι τόσο βαρύθυμος, τόσο ποτισμένος από μια διαβρωτική θλίψη, πού φαίνεται σα νά μην πιστεύει στα λόγια του, σα νά επικαλείται δίχως να το θέλει, τα «δώρα του ουρανού», το θαύμα. Έτσι αποχαιρετά την αγαπημένη: «Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας, μόνο στη μνήμη απόμεινες, ένας βαρύς ρυθμός»

Ίσως ή επαναφορά του ίδιου αισθήματος της απώλειας μιας ευτυχίας που φαινόταν να είναι παντοτινή , όπως στην αρχή κάθε έρωτα, και της προσπάθειας και της αδυναμίας να ξανακερδιστεί από τον ήρωα του ποιήματος, και που πλημμυρίζει ολόκληρο το ποίημα και ανακυκλώνεται, διακοπτόμενη μόνο από τα τέσσερα τετράστιχα, της εξομολόγησης της γυναίκας που όμως γίνεται πάλι στην φαντασία του ποιητή, να είναι μια επιδίωξη του Σεφέρη να δώσει μια μουσικότητα, μια κυκλικότητα στο ποίημα , όπως σε πολλά μουσικά έργα μουσικές φράσεις επανέρχονται ξανά και ξανά.
Η γλώσσα του ποιήματος είναι μεστή, συχνά μεταφορική οι πλούσιες παρηχητικές ομοιοκαταληξίες δημιουργούν μιαν ατμόσφαιρα υποβολής, κατά το πρότυπο των Γάλλων συμβολιστών, σε αντίθεση με τα μετέπειτα ποιήματα του σε ελεύθερο στίχο.