Επίκουρος  Λουκρήτιος

Επίκουρος  

Ο Επίκουρος ήταν ένας Αθηναίος φιλόσοφος, που έζησε στην αρχή της Ελληνιστικής εποχής (341-270 πΧ) και ίδρυσε την φιλοσοφική σχολή των Επικουρείων, τον «Κήπο». Η διδασκαλία του Επίκουρου αποτελεί πηγή διαχρονικής έμπνευσης, επειδή ο φιλόσοφος κατανόησε την φύση του ανθρώπου και του σύμπαντος και έδειξε τον δρόμο προς την ευδαιμονική ζωή.Υπήρξε κατά τον διάσημο ψυχίατρο Ίρβιν Γιάλομ ο πρώτος υπαρξιακός ψυχοθεραπευτής επειδή ενδιαφέρθηκε να καταπραΰνει την ψυχική ταραχή, που οφείλεται στον υποσυνείδητο φόβο του θανάτου.

Επίκουρος

Η φοβερή θλίψη του Επίκουρου γεννιέται αναμφίβολα από το άγχος του θανάτου. «Μπορούμε να εξασφαλιστούμε ενάντια σε όλων των λογιών τα πράγματα. Αλλά όσο για το θάνατο μένουμε όλοι σαν τους κατοίκους μια κυριευμένης ακρόπολης. Από προσμονή σε προσμονή ξοδεύουμε τη ζωή μας και πεθαίνουμε με τον πόνο. Ο θάνατος δεν είναι τίποτα σε σχέση με εμάς, γιατί αυτό που είναι διαλυμένο είναι ανίκανο να αισθανθεί». Η παράξενη ηδονή που γι αυτή μιλάει ο Επίκουρος υπάρχει κυρίως στη απουσία πόνου: είναι η ευτυχία της πέτρας. Για να "ξεφύγει από το πεπρωμένο" ο Επίκουρος σκοτώνει την ελπίδα. «Όλη η δυστυχία των ανθρώπων έρχεται από την ελπίδα που τους βγάζει από τη σιωπή της ακρόπολης και τους στήνει στις επάλξεις να προσμείνουν τη σωτηρία». Ας ξεχάσουμε λοιπόν τους θεούς, ας μην τους σκεφτούμε ποτέ πια και «ούτε οι σκέψεις μας της μέρας ούτε τα όνειρα μας της νύχτας θα φέρουν στενοχώρια. Η επίμονη προσπάθεια τούτου του περίεργου πνεύματος εξαντλείται στο να υψώσει τύχη γύρω από τον άνθρωπο, να ξανακλείσει την πύλη της ακρόπολης και να πνίξει την ανθρώπινη ελπίδα. Τότε ο Επίκουρος θα τραγουδήσει τη νίκη σ᾿ ένα ύμνο που δείχνει καθαρά τον αμυντικό χαρακτήρα της επανάστασής του. «Όταν η ώρα της αναπόφευκτης αναχώρησης θα σημάνει, η περιφρόνηση μας για κείνους που αγκιστρώνονται μάταια στη ύπαρξη θα ξεσπάσει στο ωραίο τραγούδι: Ω! πόσα άξια ζήσαμε!»


Τίτος Λουκρήτιος

Ο Λουκρήτιος γεννήθηκε περίπου στα 98-94 π.Χ. και πέθανε γύρω στα 55-53 π.Χ. Ήταν Ρωμαίος ποιητής και φιλόσοφος. Το μόνο γνωστό του έργο είναι το εκτενές φιλοσοφικό ποίημα De rerum natura" ,("Περί της φύσεως των πραγμάτων"), με επικούρεια θεματολογία.


Το μνημειώδες έπος του Λουκρήτιου "Για την Φύση των Πραγμάτων", προάγγελος και μοναδικός αρχαίος πρόγονος της σύγχρονης επιστήμης και φιλοσοφίας, είναι η ποιητική εκδοχή του χαμένου ελληνικού έργου Περί Φύσεως του Επίκουρου, της λαμπρότερης έκφανσης της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας.
Είναι ένας αριστουργηματικός ύμνος στην ελευθερία από τα δεσμά της θρησκείας, του φόβου, των παθών, της άγνοιας. Η ταύτηση νου (εγκέφαλου) και ψυχής είναι μια πολύ προχωρημένη άποψη για την εποχή του. Είναι γραμμένο υπό μορφή οδηγιών προς τον μαθητή του Μέμμιο.
Στο έπος του Λουκρήτιου ο Επίκουρος γίνεται εκπληκτικός επαναστάτης που δεν ήταν στην πραγματικότητα. Ο άνθρωπος του Λουκρήτιου, αντίθετα βγαίνει από το οχυρωμένο στρατόπεδο και αρχίζει τις πρώτες επιθέσεις ενάντια στην θεότητα, εν ονόματι του ανθρώπινου πόνου.

από το πρώτο βιβλίο:
Χάμω σερνόταν κάτω ατιμασμένη στα μάτια όλων των ανθρώπων η ανθρώπινη ζωή, πλακωμένη οπό το βάρος της θρησκείας πού απ᾿ τα ουράνια πρόβαλλε την τρομερή της όψη και απειλούσε τούς θνητούς. Τότε πρώτος ένας Έλληνας τόλμησε να υψώσει το θνητό του το βλέμμα καταπάνω της και να της αντισταθεί. Αυτόν δεν τον σταμάτησαν μήτε οι θρύλοι των θεών, μήτε οι κεραυνοί τους. Ίσα ίσα πού δυνάμωσαν το θάρρος της ψυχής του και τη θέληση να αποτινάξει, πρώτος αυτός, τις κλειδωνιές πού σφράγιζαν τα μυστικά της φύσης.

  • Η ίδια η θρησκεία είναι πού τόσες και τόσες φορές έγινε αιτία για εγκληματικές και ανόσιες πράξεις. Όπως τότε στην Αυλίδα, πού οι διαλεχτοί στρατάρχες των Δαναών κηλίδωσαν το βωμό με το αίμα τής Ιφιγένειας. Σαν λύθηκε κι έπεσε στα δυο της μάγουλα η κορδέλα πού έδενε τούς παρθενικούς της βοστρύχους, κι αντίκρισε τον πατέρα της περίλυπο να στέκει πλάι στο βωμό κι από δίπλα τούς ιερείς να κρύβουν το μαχαίρι, και το λαό να χύνει δάκρυα βλέποντάς την, άφωνη έπεσε στα γόνατα και σωριάστηκε καταγής. Χέρια αντικριστά την άρπαξαν κι την έσυραν στο βωμό. Θύμα έγινε θλιβερό, σφαγιασμένη από τον πατέρα της για να σαλπάρει με άνεμο ευνοϊκό και με καλούς οιωνούς ο στόλος. Σε τέτοιες πράξεις φριχτές σπρώχνει η θρησκεία.
  • Ἡ αρχή πού θα χρησιμεύσει από δω και πέρα για ξεκίνημα, είναι ότι τίποτα δεν δημιουργείται από το τίποτα με θεϊκή βούληση. Πραγματικά, φόβος κυριεύει τούς θνητούς, επειδή βλέπουν να συμβαίνουν πολλά, πού δεν μπορούν με τη λογική να διακρίνουν τις αιτίες τους, και βάζουν με το νου τους ότι γίνονται με θεϊκή δύναμη. Γι αυτό, ξέροντας πώς τίποτα δεν μπορεί να δημιουργηθεί από το τίποτα, είμαστε ήδη στο σωστό δρόμο γι᾿ αυτό πού αναζητούμε: από ποιά στοιχεία γεννιέται το καθετί; και πώς μπορεί όλα να γίνονται, χωρίς θεϊκή δράση.
  • Αν μπορούσε το καθετί να γεννηθεί από το τίποτε, θα ήταν τότε δυνατό ένα οποιοδήποτε είδος να γεννηθεί απ᾿ τ᾿ οτιδήποτε και δεν θα υπήρχε ανάγκη σπέρματος. Επειδή όμως το καθετί γεννιέται και έρχεται στο φώς από εκεί πού ενυπάρχει η ύλη και τα πρωταρχικά στοιχεία της ουσίας του, δεν μπορεί τα πάντα να γεννιούνται από τα πάντα.

Ἀπό το Δεύτερο βιβλίο:
Κι όμως υπάρχουν κάποιοι, και χωρίς να ᾿χουν ιδέα τί πράγμα είναι η ύλη, πιστεύουν πώς δίχως καθοδήγηση των θεών, η φύση δεν θα μπορούσε να εναλλάσσει τις εποχές του χρόνου, ούτε να παράγει τούς καρπούς κι όλα τα δώρα που ζυγώνουν οι θνητοί παρακινημένοι από τη ξεμυαλίστρα Ηδονή, πού με τα θέλγητρα της Αφροδίτης τούς παρακινεί να διαιωνίζουν το είδος, για να μη σβήσει η γενιά των ανθρώπων. Εγώ ακόμα κι αν αγνοούσα τί πράγμα είναι τα αρχικά στοιχεία, από τα ίδια τα ουράνια σώματα και από πολλά άλλα γεγονότα θα τολμούσα να βεβαιώσω και να αποδείξω πώς είναι αδύνατον ο κόσμος να έχει πλαστεί για μας από θεούς: με τόσες ατέλειες φορτωμένος!

Ἀπό το Τρίτο βιβλίο:

15. Εμπρός τώρα· για να μπορέσεις να μάθεις ότι ο νους κι οι ψυχές όλων των πλασμάτων γεννιούνται και πεθαίνουν, πρόσεξε στο εξής να εννοείς με την ίδια ονομασία και τα δύο· κι όταν σου μιλάω για την ψυχή και δείχνω πώς είναι θνητή, να καταλαβαίνεις πώς εννοώ και το νου, αφού είναι αξεδιάλυτα σε μια φύση ενιαία.... Και πραγματικά, όταν το ίδιο το σώμα, σα να λέμε το δοχείο της ψυχής, δεν μπορεί να την κροτήσει αν για κάποια αιτία κλονιστεί και χάσει τη συνοχή του, γιατί άδειασαν από αίμα οι φλέβες, πώς φαντάζεσαι πώς θα μπορούσε ο αέρας να την κρατήσει, πού είναι πολύ πιο αραιός από το σώμα μας;