Οι περιπέτειες της γραγής... και του αναγνώστη

Ελληνικό Μυθιστόρημα

Πληκτρολογήστε το κείμενό σας εδώ...

ΣΚΟΤΕΙΝΕΣ ΕΠΙΓΡΑΦΕΣ - Αλέξης Πανσέληνος.

Μια γενική παρατήρηση. Ποιος είναι αυτός που έχει να μας πει τόσο σημαντικά, ή που το συγγραφικό του ύφος, που είναι και το ζητούμενο, χρειάζεται για να λάμψει, να απλωθεί σε τόσες σελίδες; (Εξαιρώ αμέσως τον Προυστ και το "ταξίδι στην άκρη της νύχτας" του Σελίν). Ο Καζαντζάκης έλεγε ότι θέλω να βγω έξω και να ζητιανέψω χρόνο. Και Σεφέρης «Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια, γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά» στο "ένας γέροντας στην ακροποταμιά". Στο βιβλίο του "Σκοτεινές επιγραφές" ο Αλέξης Πανσέληνος, ούτε τη ρήση του Καζαντζάκη, ως προς τον χρόνο του πιθανού αναγνώστη σέβεται, ούτε του Σεφέρη σαν συγγραφέας.

Είχα να διαβάσω τόσο κακό Ελληνικό μυθιστόρημα από τότε που είχα διαβάσει τα ανεκδιήγητα, "Σοφό παιδί" του Χωμενίδη, (Ας γράφουν ότι θέλουν οι κριτικές) και "Η ατέλειωτη γραφή του αίματος" του Μπακόλα.

Ένα βιβλίο λοιπόν οι "Σκοτεινές επιγραφές" με θέμα την απώλεια (τον θάνατο), που θα μπορούσε να είναι 100 σελίδες, έφθασε τις 542. Από τους τρεις κύριους ήρωες φίλους, το Γιάννη, το Στάθη και τον Πίπη, κανένας δεν έχει ένα σταθερό περίγραμμα, δεν σηματοδοτεί ένα ήθος, παρά το ότι ηλικιωμένοι πλέον και από τα θραύσματα του παρελθόντος θα μπορούσε να συγκολληθεί το ήθος τους κατά Αριστοτέλη. Παράδειγμα ο Γιάννης και η Χλόη γνωρίζονται μέσω του Προυστ νέοι, που προϋποθέτει καλλιέργεια. Αλλά πουθενά στο βιβλίο δεν υπάρχει στο χαρακτήρα ίχνος από αυτό, που θα σηματοδοτούσε ο Προυστ. Δευτερεύοντες ήρωες τριών γενιών, τόσοι που χάνεις τον λογαριασμό, χωρίς να προσθέτουν τίποτα σημαντικό (εκτός από σελίδες), διαπλεκόμενοι σε κοινότυπες καταστάσεις, κυρίως sex. Το υποτιθέμενο εύρημα μιας σκοτεινής υπογραφής Ο7Α sEFO μένει μετέωρο, άσκοπο, ανεκμετάλλευτο και από τον συγγραφέα που το επινόησε. Τον αναγνώστη δεν νομίζω ότι τον προβληματίζει. Και ξαφνικά "μια ιστορία για αγρίους", μια συνωμοσία αγιορειτών μοναχών, αντικαθεστωτικών κύκλων της FYROM και παρακρατικών στοιχείων με σκοπό την αποσταθεροποίηση στη γειτονική χώρα, που εξελίσσεται παράλληλα με την κύρια ιστορία, που είναι την αποτίμηση της απώλειας, με μόνο συνδετικό, ότι εκών άκων συμμετέχει ο γιος της Πέππης της τελευταίας ερωμένης του Πίπη, ο Χρηστάκης. Ευτυχώς είναι σε απομονωμένα κεφάλαια και με μεγάλη μου ανακούφιση δεν τα διάβασα. Πάλι στο κύριο μυθιστόρημα, ερωτικά μπουρδουκλώματα, αναμεταξύ των φίλων, "να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα", μέχρι τρίο των δύο φίλων του Γιάννη και του Στάθη με την Αριάδνη (παλιά φιλενάδα και των δύο), αλλά σε παρόντα χρόνο. Η "Προυστική" Χλόη προς την οποία και η ανατομία της απουσίας και του πόνου της απώλειας, με παράταιρους εραστές πριν γνωρίσει το Γιάννη: τον Τάκη, τον Μπλου, τον Ιορδάνη, το Δανήλο Νεφελούδη και ένα χασάπη που έμοιαζε στον Παπαμιχαήλ, και στα καλά καθούμενα εν αγνοίᾳ του πάει και τον βρίσκει στη Θεσσαλονίκη. Αλλά και μετά το Γιάννη και ενώ έχει μωρό το γιο της, "κουλτουριάζει" με ένα συνταξιούχο οδοντογιατρό, μέχρι που χωρίς να το καταλάβουν βρίσκονται στο ξενοδοχείο Σουδάν της Μαυρομιχάλη. Και ο φίλος του Γιάννη, ο Στάθης διηγείται στην Αριάδνη ότι «μέσα σε λίγη ώρα είχε εκπορθήσει κάποια μέρα την "αρετή" της φίλης της, τής Χλόης, μετά τη γέννηση του γιου της, και μάλιστα επάνω στο συζυγικό κρεβάτι». Δεν τα γράφω αυτά από άποψη ηθικολογίας αλλά για να περιγράψω το γενικό αλαλούμ, και επειδή το τρις "μη μ᾿ αφήσεις ποτέ" της Χλόης προς τον Γιάννη, δε συνάδει με τα προηγούμενα. Και ο θείος Συμεών στο νησί, χαρίζει το ημερολόγιο του, όπου περιγράφει τους έρωτες του με μια νιόπαντρη την Αργυρώ, στον ψαρά του χωριού, σα να ήθελε να το κάνει βούκινο, και ο ψαράς μετά το παραδίδει στο Γιάννη. Ένα μυθιστόρημα αλαλούμ για να γεμίσουν 542 σελίδες. Κρίμα.