Άξιον Εστί 

Άξιον Εστί

Με το στόμα φιλώντας εχάρηκα το παρθένο κορμί.
Με το στόμα φυσώντας χρωμάτισα τη δορά του πελάγους.
Τις ιδέες μου όλες ενησιώτισα.
Στη συνείδηση μου έσταξα λεμόνι.

Ανάγνωσμα Δεύτερο
Οι Ημιονηγοί  (Απόσπασμα)

Τότε ο Λευτέρης, που τύλιγε παρέκει τσιγάρο, καρτερικά, σαν να χε πάρει απάνω του την ανημπόρια ολάκερης της Οικουμένης, γύρισε και «Λοχία» είπε «τι βαρυγκομάς; Αυτοί που 'ναι ταγμένοι για τη ρέγγα και το χαλβά, σ' αυτά πάντοτε θα ξαναγυρίζουν. Και οι άλλοι στα δεφτέρια τους που δεν έχουνε τελειωμό, και οι άλλοι στα κρεβάτια τους τα μαλακά που τα στρώνουν μα δεν τα ορίζουν. Αλλά κάτεχε ότι μονάχα κείνος που παλεύει το σκοτάδι μέσα του θα 'χει μεθαύριο μερτικό δικό του στον ήλιο». Και ο Ζώης: «Τι λοιπόν, θαρρείς ότι δεν έχω κι εγώ γυναίκα και χωράφια και βάσανα της καρδιάς, που κάθομαι και φυλάγω δωνά στις εξορίες;»
Του αποκρίθηκε ο Λευτέρης:
«Αυτά που δεν αγαπά κανείς, αυτά, λοχία μου, να φοβάται, τι τα 'χει από τα πριν χαμένα, κι ας τα σφίγγει όσο θέλει απάνω του. Αλλά τα πράγματα της καρδιάς τρόπος δεν είναι να χαθούν, έννοια σου, και γι' αυτά οι εξορίες δουλεύουν. Αργά - γρήγορα κείνοι που είναι ναν τα 'βρουν, θαν τα 'βρουν». Πάλι ρώτησε ο λοχίας ο Ζώης: «Και ποιος λες τάχα του λόγου σου ότι θαν τα 'βρει;» Τότε ο Λευτέρης, αργά, δείχνοντας με το δάχτυλο: «Εσύ κι εγώ κι ό,τι άλλο δείξει, αδερφέ μου, η ώρα ετούτη που μας ακούει».


Άξιον Εστί  Οδυσσέας Ελύτης

 Προσωπική άποψη; Όταν διαβάζεις το Άξιον Εστί, το οποίο προσωπικά θεωρώ την υψηλότερη ποίηση που έχει γραφτεί σε παγκόσμια κλίμακα, αισθάνεσαι την μοναδικότητά του, την έκπληξη της σύλληψης του. Ο ποιητής αναλαμβάνει στη θέση του Θεού να διορθώσει το "κακό "του κόσμου. Το Άξιον Εστί δεν έχει προγόνους, είναι σαν να προέρχεται από παρθενογένεση ως προς την σύλληψη. Θα στέκεται μοναχικό αλλά συντροφικό, απομυθοποιητικό αλλά στέρεο, πλήρες ελληνικής λαλιάς αλλά και δημιουργίας νέας, ηλιοφόρο αλλά και σκοτεινό, βυζαντινότροπο αλλά αισθησιακό, ανατρεπτικό αλλά αυτάρκες. Φωτισμένο από το δικό του ήλιο της Δικαιοσύνης, νοτισμένο από τα κύματα και την αλμύρα της θάλασσας, κατοικημένο από την ομορφιά των κοριτσιών "των ντυμένων στο λινό του πελάγους" . Είναι αδύνατο να έχει επιγόνους, θα στέκεται ανάδελφο, γιατί είναι  "οριακό" ποίημα. Άξιον Εστί.
Ο Ελύτης οραματίζεται ένα κόσμο δικαιοσύνης, καταδίκης του κακού και επαναστροφής, αθωότητας, ελευθερίας, αγιότητας των αισθήσεων, μιας πάμφωτης συνείδησης, της υπερηφάνειας και της ανταρσίας. Το όραμα του Άξιον Εστί είναι ο ποιητικός μετασχηματισμός της Ελλάδας με κριτήρια τις παραπάνω ιδέες, της Ελλάδας σαν αίσθηση γεωγραφικού χώρου και πνευματικού χώρου, ιστορίας, μνήμης γλώσσας.

Γράφει γενικά για την Ποίηση ο Ελύτης:
Από το Λόγο του στη Σουηδική Ακαδημία
Στοκχόλμη, 8 Δεκεμβρίου 1979
« ότι εντός του κόσμου τούτου εμπεριέχεται και με τα στοιχεία του κόσμου τούτου ανασυντίθεται ο άλλος κόσμος, ο «πέραν», η δεύτερη πραγματικότητα η υπερτοποθετημένη επάνω σ' αυτήν όπου παρά φύσιν ζούμε. Είναι μία πραγματικότητα που τη δικαιούμαστε και που από δική μας ανικανότητα δεν αξιωνόμαστε» .

Στην "ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ 66" από τη συλλογή "Εν λευκῷ":
«Αντιλαμβάνομαι την Ποίηση σαν μια πηγή αθωότητας γεμάτη από επαναστατικές δυνάμεις, που αποστολή μου είναι να τις κατευθύνω επάνω σ' έναν κόσμο απαράδεκτο για τη συνείδησή μου. Ελπίζοντας, μες᾿ από συνεχείς μεταμορφώσεις, να τον κάνω πιο σύμφωνο με τα όνειρά μου.
Μιλώ για μια σύγχρονου τύπου μαγεία, που ο μηχανισμός της τείνει κι εκείνος, στην αποκάλυψη της βαθύτερής μου πραγματικότητας. Πιστεύω γι᾿ αυτό στις αισθήσεις, που τις κινητοποιώ προς μιαν αδοκίμαστη έως σήμερα κατεύθυνση, αποβλέποντας σε μιαν Ελευθερία που να είναι αντίθετη προς όλες τις Εξουσίες και σε μια Δικαιοσύνη που να ταυτίζεται με το απόλυτο φως. Είμαι ένας ειδωλολάτρης που του έτυχε ν' αγγίξει από το άλλο μέρος, άθελά του, τη χριστιανική αγιότητα.»

Και πάλι από το "Εν λευκῷ" ΔΗΛΩΣΗ του 51:
«Δε στηρίζομαι στα σύμβολα των αρχαίων μύθων, αλλά στην εσωτερική λειτουργία που οδήγησε στη γέννηση αυτών. Και ζητώ με τη σειρά μου, να την εφαρμόσω στα σημερινά δεδομένα, υποκαθιστώντας στην ομάδα το άτομο, και στην άνωθεν εντολή τη συνείδηση».

«Από τον βασιλικό κόσμο των αισθήσεων (που τον πήρα αφού πρώτα πέταξα από πάνω μου όλα τα παραδομένα σχήματα) μου έτυχε να βγω πάλι στο σημείον όπου η "μεταφυσική" μού ελέγχεται να είναι "φυσική".

Πιστεύω στην επαναστροφή της Δικαιοσύνης που την ταυτίζω με το φως, επάνω σ᾿ αυτόν τον κόσμο. Και μαζί μ᾿ ένα ένδοξο πρόγονό μου υπερηφανεύομαι να φωνάζω καταπρόσωπο της εποχής μου: όχι δεν αγαπώ τους θεούς που η λατρεία τους τελείται στο σκοτάδι».

Η ίδια αυτή Δήλωση του 51, αρχίζει ως εξής: «Συμβαίνει να είμαι όχι μόνον συμπτωματικά αλλά και οργανικά Έλληνας· από την άποψη ότι κατοικώ το ίδιο ανάλλαχτον ομηρικό τοπίο και ότι έχω στο αίμα μου τον Πλάτωνα. Αυτός είναι ο λόγος που μ᾿ έκανε από μιας αρχής να καταδικάζω μέσα μου ολόκληρο το συγκρότημα των εκφραστικών τρόπων που η Αναγέννηση κληροδότησε στον δυτικό πολιτισμό».

Η πολλές φορές διατυπωμένη δήλωση του Ελύτη εναντίον της Αναγέννησης και του Ορθολογισμού, με έχει κάνει να αμφιβάλλω όχι μια φορά μόνο, εάν προσλαμβάνω "ορθά" την ποίηση του, ή μήπως η αγάπη μου για αυτήν, οφείλεται σε μια παρανόηση σε μια παρεξήγηση. Αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα γενικά όσον αφορά την πρόσληψη του ποιητικού Ελύτη, όπως και αυτό της εκφρασμένης Ελληνικότητάς του. Μερικά ερωτήματα: Τι διέκοψε η Αναγέννηση στην Ελλάδα   ως προς την σύλληψη και την εκφραστικότητα; Tις προσλαμβάνουσες του Μεσαίωνα; Μήπως η Τουρκοκρατία υποχρέωσε την Ελλάδα σε καθυστέρηση, ακριβώς επειδή ήταν η αιτία που οι Ιδέες της Αναγέννησης και στη συνέχεια του Διαφωτισμού, έφθασαν πολύ καθυστερημένα ή ελάχιστα στην Ελλάδα; Κατανοώ, τις επιφυλάξεις του Ελύτη: «Από την άποψη ότι μια εσωτερική αυλή νησιώτικου σπιτιού - κατά την ταπεινή μου γνώμη - ή ένας περίβολος μοναστηριού, είναι - σαν αντίληψη εννοώ - πολύ πιο κοντά στο πνεύμα που έκανε τους Παρθενώνες και τις Θεομήτορες, παρά όλες οι κολώνες και οι μετώπες των ευρωπαϊκών ανακτόρων». Αυτό όμως ήταν μόνο η Ευρώπη οι κολώνες και οι μετώπες, έστω; Μήπως η Ελληνική κοινωνία, έμεινε πολύ καθυστερημένη, και με βρυκολακιασμένες πολιτιστικές αντιλήψεις του μεγαλύτερου κομματιού της, επειδή ο Διαφωτισμός και κατά συνέπεια ο Ορθολογισμός άργησαν τόσο πολύ να ᾿ρθούν; Η αντιδιαστολή Ορθολογισμού και αισθήσεων, στον Ελύτη, είναι μη κατανοήσημη, γιατί τις αισθήσεις μας και το περιεχόμενο τους, μέσα από το οποίο προσλαμβάνουμε τα πράγματα του κόσμου, είναι διαδικασίες του εγκεφάλου δηλαδή του Ορθού λόγου. Οι αισθήσεις δεν είναι στατικές, αλλά διευρύνονται από τη γονιμοποίηση που κάνει στα ερεθίσματα που συλλαμβάνουν ο "ορθός λόγος". Έχω την ταπεινή άποψη ότι αυτές οι διατυπωμένες απόψεις του Ελύτη περί Αναγέννησης και ορθολογισμού, είναι εν τέλει ένα Ιδεολόγημα. Όπως εν μέρει Ιδεολόγημα είναι και ή έννοια της Ελληνικότητας, τόσο αγαπημένη στη γενιά του τριάντα. Πρώτος ο Δημήτρης Καλοκύρης, σε ένα ντοκιμαντέρ του Τάσου Ψαρά για τον Ελύτη, τολμά να διατυπώσει την άποψη, ότι ακόμα και το "πνευματικό¨ Αιγαίο του Ελύτη, σε σχέση πάντα με τις τουριστικές εκλαϊκεύσεις του, είναι ένας «ου τόπος», μια Ουτοπία. Πιστεύω ότι ο Ελύτης θα έγραφε Υψηλή ποίηση, ακόμα και αν δεν είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, με μια επιφύλαξη την διαχρονική Ελληνική λαλιά, γιατί αν ήταν τοπικά μετατοπισμένος, κάπου αλλού στη Μεσόγειο, πάλι θα τον συγκινούσαν η διαφάνεια του φωτός, το γλαυκό του πελάγους και κατά συνέπεια, η καθαρότητα της συνείδησηςκαι των αισθημάτων, η πνευματοποίηση των τοπίων, οι άμβλυνση και αγιότητα των αισθήσεων, οι Κόρες οι λουσμένες σε μια άλλη θάλασσα.

Ας δούμε μερικά από τα δεσπόζοντα στοιχεία του "Άξιον Εστί" και πως υλοποιούνται μέσα στην ποίηση το Ελύτη:
Δημιουργία του κόσμου μέσω της διανοητικής διαδικασίας των αισθήσεων.
Από τη Γένεση
«Με το δάχτυλο έσυρε τις μακρινές γραμμές ανεβαίνοντας κάποτε ψηλά με οξύτητα και φορές πιο χαμηλά οι καμπύλες απαλές μία μέσα στην άλλη. Τόσο ήταν αλήθεια που πιστά μ' ακολούθησε το χώμα έγινε σε μεριές κρυφές πιο κόκκινο και άλλου με πολλές μικρές πευκοβελόνες Ύστερα πιο νωχελικά οι λόφοι οι κατωφέρειες άλλοτε και το χέρι αργό σε ανάπαυση τα λαγκάδια οι κάμποι κι άξαφνα πάλι βράχοι άγριοι και γυμνοί δυνατές πολύ παρορμήσεις. Μια στιγμή που εστάθηκε να στοχαστεί κάτι δύσκολο ή κάτι το υψηλό:
ο Όλυμπος, ο Ταΰγετος».

Αντιστράτευση του κακού-αναζήτηση της αθωότητας:

Από τη Γένεση
«Κι επειδή συλλογίστηκεν ωραία που είναι στην αγκαλιά ο ένας του άλλου γέμισαν έρωτα οι μεγάλες γούρνες. Αγαθά σκύψανε τα ζώα μοσκάρια και αγελάδες σαν να μην ήτανε στον κόσμο πειρασμός κανένας και να μην είχαν γίνει ακόμα τα μαχαίρια.»

«Στις πλαγιές έσχισα σχίνο και πολύ μύρτο μες στη φούχτα μου έδωσα να δαγκάσουνε οι πνοές. "Η αγνότητα" είπε "είναι αυτή στις πλαγιές το ίδιο και στα σπλάχνα σου"».

«Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά. Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά. Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα. Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα. Κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα. Παρά βρύσες κρύες να τρέχουν Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά. Στα στενά τα ρόδια μου θ΄ ανοίξω. Στα στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω. Τα φιλιά τα παλιά θ᾿ απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε. Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά. Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα!»
γ΄
«Ήταν στη δύναμή μου η Νέμεση το ατσάλι και η ατιμία Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό και τ᾿ άρματα. Είπα: με μόνο το σπαθί του κρύου νερού θα παραβγώ Και είπα: με μόνο το άσπιλο του νου μου θα χτυπήσω»
ΙΒ΄
«Στα μάτια ένα δελφίνι σύρετέ μου. Να ᾿ναι ταχύ, κι ελληνικό, και να ᾿ναι η ώρα έντεκα! Να περνά και να σβύνει την πλάκα του βωμού. Και ν΄ αλλάζει το νόημα του μαρτυρίου. Οι αφροί του λευκοί ν᾿ αναπηδούν επάνω τον Ιέρακα και τον Ιερέα να πνίξουν! Να περνά και να λύνει το σχήμα του Σταυρού Και στα δένδρα το ξύλο να επιστρέφει.»

ΙΖ΄ Αντικατάσταση του σταυρού συμβόλου του μαρτυρίου με ένα αρχαιοελληνικό σύμβολο.
«Μεγάλα μυστήρια βλέπω και παράδοξα: Κρήνη την κρύπτη της Ελένης. Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού. Πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα. Όθε με δόξα θα περάσω. Ελαιώνες λοξούς με γαλάζιο ανάμεσα στα δάχτυλα τους χρόνους της οργής πίσω απ' τα σίδερα Και γιαλόν απέραντο, από μαγγανεία ωραίων ματιών βρεμένο τον βυθό της Μαρίνας. Όπου αγνός θα περπατήσω.»

Ανθρωποποίηση των τεράτων:

«καθαρό παλιννοστούσε το αίμα και τα τέρατα έπαιρναν την όψη ανθρώπου».

«Ιδού εγώ καταντικρύ του μελανού φορέματος των αποφασισμένων και της άδειας των ετών, που τα τέκνα της άμβλωσε, γαστέρας το άγγρισμα!»

Επτά Εντολές του Ποιητή
Από τη Γένεση

«Κάθε λέξη κι από 'να χελιδόνι
για να σου φέρνει την άνοιξη μέσα στο θέρος» είπε

Και πολλά τα λιόδενδρα
που να κρησάρουν στα χέρια τους το φως
κι ελαφρό ν' απλώνεται στον ύπνο σου
και πολλά τα τζιτζίκια

που να μην τα νιώθεις

όπως δε νιώθεις το σφυγμό στο χέρι σου

αλλά λίγο το νερό
για να το 'χεις Θεό και να κατέχεις τι σημαίνει ο λόγος του
και το δέντρο μονάχο του
χωρίς κοπάδι
για να το κάνεις φίλο σου

και να γνωρίζεις τ' ακριβό του τ' όνομα

φτενό στα πόδια σου το χώμα

για να μην έχεις που ν' απλώσεις ρίζα

και να τραβάς του βάθους ολοένα

και πλατύς επάνου ο ουρανός
για να διαβάζεις μόνος σου την απεραντοσύνη»


Η διαχρονικότητα της Γλώσσας:
Από τον Όμηρο, στο Βυζάντιο και στη σύγχρονη εποχή με το Σολωμό.

ΠΑΘΗ Β' (Απόσπασμα)
Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική·
το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Όμηρου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Όμηρου.

ψαλμωδίες γλυκές με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα πρώτα Δόξα Σοι!

Αγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.
Μονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα λόγια του Ύμνου!

Ο δρόμος της γνώσης.
Από τη Γένεση
«Η σιγή που εκχέρσωνα για ν' αποθέσω γόνους φθόγγων και χρησμών φύτρα χρυσά»

«"Εύγε" μου είπε "και ανάγνωση γνωρίζεις και πολλά μέλλει να μάθεις αν το Ασήμαντο εμβαθύνεις"»

«Στα χαρτιά σκυφτός και στα βιβλία τ' απύθμενα με σκοινί λιανό κατεβαίνοντας νύχτες και νύχτες, το λευκό αναζήτησα ως την ύστατη ένταση του μαύρου. Την ελπίδα ως τα δάκρυα. Τη χαρά ως την άκρα απόγνωση».

Ο μύστης της Ομορφιάς

Από τη Γένεση:

«Είδα πάνω στο μόλο αραδιασμένα τα κόκκινα σταμνιά και πιο σιμά στο ξύλινο παραθυρόφυλλο κει που κοιμόμουνα με το 'να πλάι λάλησε πιο δυνατά ο βοριάς. Και είδα Κόρες όμορφες και γυμνές και λείες ωσάν το βότσαλο με το λίγο μαύρο στις κόχες των μηρών και το πολύ και πλούσιο ανοιχτό στις ωμοπλάτες να φυσούν όρθιες μέσα στην Κοχύλα και άλλες γράφοντας με κιμωλία λόγια παράξενα, αινιγματικά:
ΡΩΕΣ, ΑΛΑΣΘΑΣ, ΑΡΙΜΝΑ
ΟΛΗΙΣ, ΑΪΑΣΑΝΘΑ, ΥΕΛΤΗΣ
                                         μικρές φωνές πουλιών και υακίνθων

                                         ή άλλα λόγια του Ιουλίου.»

«Δροσερά μαλλιά κοπέλας που είδα και που επόθησα.
Υπαρκτή γυναίκα.
"Η αγνότητα" είπε "είναι αυτή"
και γεμάτος λαχτάρα χάιδεψα το σώμα
φιλιά δόντια με δόντια· ύστερα ένας μες στον άλλο.
Τρικύμισα
όπως κάβος πάτησα βαθιά
που αέρα πήρανε οι σπηλιές»

Από τα Πάθη

ια΄
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΤΗΣ ΑΛΚΗΣ

Θα καρώ* Μοναχός των θαλερών πραγμάτων.
Στον όρθρο της συκιάς από τις νύχτες θα ᾿ρχομαι
κατάδροσος να φέρω στην ποδιά μου
το κυανό το ρόδινο το μωβ.

Εικονίσματα θα ΄χω τ᾿ άχραντα κορίτσια
Ντυμένα στου πελάγους μόνο το λινό.

*(Θα καρώ: Μέλλοντας του κείρομαι-κουρεύομαι)Μοναχός όχι των μοναστηριών αλλά των θαλερών πραγμάτων.
Στον όρθρο, όχι της εκκλησίας αλλά του πρωινού ίσκιου της συκιάς.Εικονίσματα θα ᾿χω τα άχραντα κορίτσια, όχι αυτά της εκκλησίας


ΙΗ΄ Η ΕΠΑΝΑΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΤΗΣ ΟΜΟΡΦΙΑΣ ΜΕ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ

«Στον ασβέστη τώρα τους αληθινούς μου Νόμους
κλείνω και εμπιστεύομαι.

Μακάριοι, λέγω οι δυνατοί που αποκρυπτογραφούνε το Άσπιλο.
Γι᾿ αυτών τα δόντια η ρόγα* που μεθά ,
στων ηφαιστείων το στήθος και στο κλήμα των παρθένων**.

*ρόγα: με τις δύο σημασίες, τη θηλή του στήθους και τη ρόγα του σταφυλιού

**Στην κυριολεξία: Στων ηφαιστείων το κλήμα και στο στήθος των παρθένων

Από το Δοξαστικό
.

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο πέτρινο πεζούλι αντικρύ του πελάγους η Μυρτώ να στέκει
σαν ωραίο οκτώ ή σαν κανάτι με την ψάθα του ήλιου στο ένα χέρι.

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ η πόα της ουτοπίας τα κορίτσια οι παραπλανημένες Πλειάδες τα κορίτσια τ' Αγγεία των Μυστηρίων τα γεμάτα ως πάνω και τ' απύθμενα

Τα στυφά στο σκοτάδι και όμως θαύμα τα γραμμένα στο φως και όμως μαυρίλα τα στραμμένα επάνω τους όπως οι φάροι τα ηλιοβόρα και τα σεληνοβάμονα

Η Έρση, η Μυρτώ, η Μαρίνα
η Ελένη, η Ρωξάνη, η Φωτεινή

η Άννα, η Αλεξάνδρα, η Κύνθια

Τα μεγάλα του νου και της συνείδησης

Από τη Γένεση.
«ΑΛΛΑ ΠΡΩΤΑ θα δεις την ερημιά και θα της δώσεις το δικό σου νόημα» είπε.
Πριν από την καρδιά σου θα 'ναι αυτή
και μετά πάλι αυτή θ' ακολουθήσει
                                     Τούτο μόνο να ξέρεις
                                     Ό,τι σώσεις μες στην αστραπή
                                     καθαρό στον αιώνα θα διαρκέσει»

«Κατά κει που δεν έσωνε κανείς να δει
με τα χέρια εμπρός του
σκύβοντας
τα μεγάλα
ετοίμασε Κενά στη γη
και στο σώμα του ανθρώπου:
το κενό του Θανάτου για το Βρέφος το Ερχόμενο
το κενό του Φονικού για τη Δικαία Κρίση
το κενό της Θυσίας για την Ίση Ανταπόδοση
το κενό της Ψυχής για την Ευθύνη του Άλλου»

Από το Δοξαστικόν

Οι λιθιές και τα κύματα χέρι με χέρι
μια πατούσα που σύναξε σοφία στην άμμο
ένας τζιτζικας που έπεισε χιλιάδες άλλους
η συνείδηση πάμφωτη σαν καλοκαίρι.

Ήταν ή δεν ήταν Χριστιανός ο Ελύτης;
Η Εκκλησία επιλεκτικά πολλές φορές έχει προσπαθήσει να οικειοποιηθεί τον Ελύτη, παρ᾿ όλο που ο ποιητής δεν έχει αποκρύψει ότι είναι: «ένας ειδωλολάτρης που του έτυχε ν᾿ αγγίξει από το άλλο μέρος, άθελά του, την χριστιανικήν αγιότητα»[ΟΔ.ΕΛΥΤΗΣ "Δήλωση του '66", από τη συλλογή "Εν λευκῷ"]

Λέει ο Ελύτης: «Στο πνευματικό κλίμα της εποχής μας με ενοχλεί η απομάκρυνση από τις αισθήσεις. Δυστυχώς η σύγχρονη ποίηση υποδουλώθηκε σε κομπλεξικές καταστάσεις. Και επηρεάστηκε από τις ενοχές, που μας φόρτωσαν τα δόγματα (χριστιανισμοί, ιδεαλισμοί...). Το έργο μου, για να πραγματοποιηθεί, απαιτούσε μια ζωή ερωτικά ελεύθερη. Ήμουν πάντοτε "δοσμένος εις τες ηδονές", που λέει ο Καβάφης. Όλη μου την ζωή είχα σχέσεις με νέα κορίτσια». (Αφιέρωμα στην εφημ. «Τα Νέα» φ. 14-5-2011).



Η Αποκατάσταση της Δικαιοσύνης
Ανάγνωσμα Έκτο  Προφητικόν
.
Χρόνους πολλούςμετάτην Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού, θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.
-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην     πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.
-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.
-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών».
«Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ' ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ' ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.
-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα.


ΑΝΘΟΛΟΓΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ
ΤΑ ΠΑΘΗ
Α' Ο ποιητής και η συνείδηση

Ιδού εγώ λοιπόν
ο πλασμένος για τις μικρές Κόρες και τα νησιά του Αιγαίου·

ο εραστής του σκιρτήματος των ζαρκαδιών
και μύστης των φύλλων της ελιάς·
ο ηλιοπότης και ακριδοκτόνος.
...................................................................................................

Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, πάλι μόνη, να σε, στα Στενά!

Στα Στενά τα χέρια μου άνοιξα

Στα Στενά τα χέρια μου άδειασα

κι άλλα πλούτη δεν είδα, κι άλλα πλούτη δεν άκουσα
παρά βρύσες κρύες να τρέχουν

Ρόδια ή Ζέφυρο ή Φιλιά.

Ο καθείς και τα όπλα του, είπα:
Στα Στενά τα ρόδια μου θ' ανοίξω

Στα Στενά φρουρούς τους ζέφυρους θα στήσω

τα φιλιά τα παλιά θ' απολύσω που η λαχτάρα μου άγιασε!

Λύνει αέρας τα στοιχεία και βροντή προσβάλλει τα βουνά.
Μοίρα των αθώων, είσαι η δική μου η Μοίρα!

Γ' Η λιτότητα

Τον πλούτο δεν έδωκες ποτέ σ' εμένα
τον ολοένα ερημούμενο από τις φυλές των Ηπείρων
και απ' αυτές πάλι αλαζονικά, ολοένα, δοξαζόμενο!
Έλαβε τον Βότρυ ο Βορράς

και τον Στάχυ ο Νότος

τη φορά του ανέμου εξαγοράζοντας
και των δέντρων τον κάματο δύο και τρεις φορές
ανόσια εξαργυρώνοντας.

Άλλο εγώ
πάρεξ το θυμάρι στην καρφίδα του ήλιου δεν εγνώρισα
και πάρεξ

τη σταγόνα του νερού στ' άκοπα γένια μου δεν ένιωσα

μα τραχύ το μάγουλο έθεσα στο τραχύτερο της πέτρας
αιώνες κι αιώνες.
Εκοιμήθηκα πάνω στην έγνοια της αυριανής ημέρας
όπως ο στρατιώτης επάνω στο τουφέκι του.
Και τα ελέη της νύχτας ερεύνησα
όπως ο ασκητής το Θεό του.

Από τον ιδρώτα μου έδεσαν διαμάντι

και στα κρυφά μού αντικαταστήσανε

την παρθένα του βλέμματος.
Εζυγίσανε τη χαρά μου και τη βρήκανε, λέει, μικρή
και την πατήσανε χάμου σαν έντομο.

Τη χαρά μου χάμου πατήσανε και στην πέτρα μέσα την κλείσανε

και στερνά την πέτρα μου αφήσανε

τρομερή ζωγραφιά μου.

Με πελέκι βαρύ τη χτυπούν, με σκαρπέλο σκληρό την τρυπούν

με καλέμι πικρό τη χαράζουν, την πέτρα μου.

Κι όσο τρώει την ύλη ο καιρός τόσο βγαίνει πιο καθαρός
ο χρησμός απ' την όψη μου:

ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ ΝΑ ΦΟΒΑΣΤΕ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΒΡΑΧΩΝ Τ' ΑΓΑΛΜΑΤΑ!


Δ' Υπερηφάνεια και η ανταρσία.

Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα
πουθενά, ποτέ, να μου κρατείς το χέρι

στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!

Πήραν άλλοι τη Γνώση και άλλοι την Ισχύ

το σκοτάδι με κόπο χαράζοντας

και μικρές προσωπίδες, τη χαρά και τη θλίψη

στη φθαρμένη την όψη αρμόζοντας.

Μόνος, όχι εγώ, προσωπίδες δεν άρμοσα

τη χαρά και τη θλίψη πίσω μου έριξα

γενναιόδωρα πίσω μου έριξα
την Ισχύ και τη Γνώση.
Τις ήμερες μου άθροισα κι έμεινα μόνος.

Είπαν άλλοι: γιατί; κι αυτός να κατοικήσει
το σπίτι με τις γλάστρες και τη λευκή μνηστή.
Άλογα τα πυρρά και τα μαύρα μού άναψαν

γινάτι γι' άλλες, πιο λευκές Ελένες!

Γι' άλλη, πιο μυστικήν αντρεία λαχτάρησα

κι από κει που με μπόδισαν, ο αόρατος, κάλπασα

στους αγρούς τις βροχές να γυρίσω
και το αίμα πίσω να πάρω των νεκρών μου των άθαφτων!
Είπαν άλλοι: γιατί; κι εκείνος να γνωρίσει

κι εκείνος τη ζωή μέσα στα μάτια του άλλου.

Άλλου μάτια δεν είδα, δεν αντίκρισα
παρά δάκρυα μέσα στο Κενό που αγκάλιαζα
παρά μπόρες μέσα στη γαλήνη που άντεχα.

Τις ημέρες μου άθροισα και δε σε βρήκα

και τα όπλα ζώστηκα και μόνος βγήκα

στη βοή των γκρεμών και στων άστρων τον κυκεώνα μου!


γ΄ Η Μοναξιά

                     Μόνος κυβέρνησα * τη θλίψη μου

                        Μόνος αποίκησα * τον εγκαταλειμμένο Μάιο

                        Μόνος εκόλπωσα * τις ευωδιές

                       Επάνω στον αγρό * με τις αλκυονίδες

     Τάισα τα λουλούδια κίτρινο * βαυκάλισα τους λόφους

         Επυροβόλησα την ερημιά * με κόκκινο!

       Είπα: δε θα 'ναι η μαχαιριά * βαθύτερη από την κραυγή

    Και είπα: δε θα 'ναι το Άδικο * τιμιότερο απ' το αίμα!

                   Το χέρι των σεισμών * το χέρι των λιμών

                      Το χέρι των έχτρων * το χέρι των δικών

       Μου, εφρένιασαν εχάλασαν * ερήμαξαν αφάνισαν

                                    Μία και δύο * και τρεις φορές

              Προδόθηκα κι απόμεινα * στον κάμπο μόνος

                Πάρθηκα και πατήθηκα * σαν κάστρο μόνος

                Το μήνυμα που σήκωνα * τ᾿ άντεξα μόνος!

                            Μόνος απέλπισα * το θάνατο

                            Μόνος εδάγκωσα * μες στον Καιρό με δόντια πέτρινα

                                Μόνος εκίνησα * για το μακρύ

              Ταξίδι σαν της σάλπιγγας * μες στους αιθέρες!

  Ήταν στη δύναμή μου η Νέμεση * το ατσάλι κι η ατιμία

Να προχωρήσω με τον κορνιαχτό * και τ' άρματα

                   Είπα: με μόνο το σπαθί * του κρύου νερού θα παραβγώ

           Και είπα: με μόνο το Άσπιλο * τον νου μου θα χτυπήσω!

                  Στο πείσμα των σεισμών * στο πείσμα των λιμών

                    Στο πείσμα των εχτρών * στο πείσμα των δικών

               Μου, ανάντισα κρατήθηκα * ψυχώθηκα κραταιώθηκα

                                         Μία και δύο * και τρεις φορές

                 Θεμελίωσα τα σπίτια μου * στη μνήμη μόνος

                     Πήρα και στεφανώθηκα * την άλω μόνος

                   Το στάρι που ευαγγέλισα * το 'δρεψα μόνος!


Ι΄

Καταπρόσωπό μου εχλεύασαν οι νέοι Αλεξανδρείς:
ιδέστε, είπαν, ο αφελής περιηγητής του αιώνος!

Ο αναίσθητος

που όταν όλοι εμείς θρηνούμε αυτός αγαλλιά

και όταν όλοι πάλι αγαλλιούμε

αυτός αναίτια σκυθρωπάζει.

Στις κραυγές μας μπροστά προσπερνά και αδιαφορεί

και τα σ' εμάς αόρατα

με τ' αυτί στην πέτρα

σοβαρός και μόνος προσέχει.

Ο χωρίς φίλον κανένα
μήτε οπαδό
που εμπιστεύεται μόνον το σώμα του

και το μέγα μυστήριο στ' αγκαθόφυλλα μέσα του ήλιου αναζητεί

αυτός είναι
ο απόβλητος από τις αγορές του αιώνος!
Επειδή νου δεν έχει
κι από ξένα δάκρυα κέρδος δε βγάνει
και στο θάμνο που καίει την αγωνία μας
μοναχά καταδέχεται να ουρεί.
Ο αντίχριστος και ανάλγητος δαιμονιστής του αιώνος!
Που όταν όλοι εμείς πενθούμε
αυτός ηλιοφορεί.

Και όταν όλοι σαρκάζουμε

ιδεοφορεί.

Και όταν ειρήνη αγγέλλουμε

μαχαιροφορεί.

Καταπρόσωπό μου οι νέοι Αλεξανδρείς εχλεύασαν!
(Το πιό αυτοβιογραφικό νομίζω ποίημα του Ελύτη, η απομάκρυνση από το κοινότυπο, από το θόρυβο της αγοράς, η πορεία πρός την καθαρότητα αισθημάτων, η πορεία από το μικρό στο Μέγα , από το νυν στο αεί.

ΙΒ' Ο άλλος σταυρός της Τρίαινας και του Δελφινιού.

Και στα βαθιά μεσάνυχτα, στους ορυζώνες του ύπνου
άπνοια που με τυραννά και κακό κουνούπι της Σελήνης!

Τα σεντόνια παλεύω και τα μάτια πηχτά
στο σκοτάδι μάταια δοκιμάζω:
Άνεμοι γέροντες γενειοφόροι

των παλαιών μου θαλασσών φρουροί και κλειδοκράτορες
εσείς που κατέχετε το μυστικό
σύρετέ μου στα μάτια ένα δελφίνι

Στα μάτια ένα δελφίνι σύρετέ μου

να 'ναι ταχύ, κι ελληνικό, και να 'ναι η ώρα έντεκα!

Να περνά και να σβήνει την πλάκα του βωμού

και ν' αλλάζει το νόημα του μαρτυρίου

Οι αφροί του λευκοί ν' αναπηδούν επάνω

τον Ιέρακα και τον Ιερέα να πνίξουν!

Να περνά και να λύνει το σχήμα του Σταυρού

και στα δέντρα το ξύλο να επιστρέφει

Ο βαθύς τριγμός να μου θυμίζει ακόμη

ότι αυτός που είμαι, υπάρχω!

Η ουρά του η πλατιά να μου αυλακώνει

από δρόμο ανεχάραγο τη μνήμη

Και στον ήλιο πάλι να με αφήνει

σαν αρχαίο χαλίκι των Κυκλάδων!

Τα σεντόνια παλεύω και τα χέρια τυφλά

στο σκοτάδι μάταια δοκιμάζω:

Άνεμοι γέροντες γενειοφόροι

των παλαιών μου θαλασσών φρουροί και κλειδοκράτορες
εσείς που κατέχετε το μυστικό
στην καρδιά την Τρίαινα χτυπήσετέ μου
και σταυρώσετέ μου την με το δελφίνι
Το σημείο που είμαι αλήθεια ο ίδιος

με την πρώτη νεότητα ν' ανεβώ

στο γλαυκό τ' ουρανού - κι εκεί να εξουσιάσω!


ΙΓ' Η Αγιοποίηση των αισθήσεων

Ανομίες εμίαναν τα χέρια μου, πώς να τ' ανοίξω;
Κουστωδίες γεμίσανε τα μάτια μου, πού να κοιτάξω;

Γιοι των ανθρώπων, τι να πω;
Τα φριχτά σηκώνει η γης κι η ψυχή τα φριχτότερα!

Εύγε πρώτη νεότης μου και αδάμαστο χείλι
που το βότσαλο δίδαξες της τρικυμίας

και στις μπόρες μέσα, της βροντής αντιμίλησες
Εύγε πρώτη νεότης μου!

Τόσο χώμα στις ρίζες μου έριξες, που κι η σκέψη μου χλόισε!
Τόσο φως μες στο αίμα, που κι η αγάπη μου πήρε

το κράτος και το νόημα τ' ουρανού.
Καθαρός είμαι απ' άκρη σ' άκρη

και στα χέρια του Θανάτου άχρηστο σκεύος
και στα νύχια των αγροίκων, λεία κακή.

Γιοι των ανθρώπων, να φοβούμαι τι;
Πάρετέ μου τα σπλάχνα, τραγούδησα!

Πάρετέ μου τη θάλασσα με τους άσπρους βοριάδες
το πλατύ το παράθυρο γεμάτο λεμονιές

τα πολλά κελαηδίσματα, και το κορίτσι το ένα
που και μόνον αν άγγιξα η χαρά του μού άρκεσε

πάρετέ μου, τραγούδησα!
Πάρετέ μου τα όνειρα, πώς να διαβάσετε;

Πάρετέ μου τη σκέψη, πού να την πείτε;
Καθαρός είμαι απ' άκρη σ' άκρη.

Με το στόμα φιλώντας εχάρηκα το παρθένο κορμί.
Με το στόμα φυσώντας χρωμάτισα τη δορά του πελάγους.

Τις ιδέες μου όλες ενησιώτισα.
Στη συνείδηση μου έσταξα λεμόνι
.


ΙΔ' Η Επαναστροφή των αισθήσεων.

Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού
και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδιάς μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε

ο Ιούλιος με το φωτεινό πουκάμισο

και ο Αύγουστος ο πέτρινος με τα μικρά του ανώμαλα σκαλιά.

Φύγανε

και στα μάτια μέσα των βυθών ανερμήνευτος έμεινε ο αστερίας
και στα βάθη μέσα των ματιών ανεπίδοτο έμεινε το ηλιοβασίλεμα!
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.

Τείχισε τις πλευρές του κόσμου

και από το μέρος τ' ουρανού σήκωσε τις εννέα επάλξεις
και στην πλάκα επάνω του βωμού σφαγίασε το σώμα
τους φρουρούς πολλούς έστησε στις εξόδους.
Και των ανθρώπων η φρόνηση έκλεισε τα σύνορα.
Ναοί στο σχήμα τ' ουρανού

και κορίτσια ωραία
με το σταφύλι στα δόντια που μας πρέπατε!
Πουλιά το βάρος της καρδίας μας ψηλά μηδενίζοντας
και πολύ γαλάζιο που αγαπήσαμε!
Φύγανε φύγανε
ο Μαΐστρος με το μυτερό του σάνταλο
και ο Γραίγος ο ασυλλόγιστος με τα λοξά του κόκκινα πανιά.
Φύγανε

και βαθιά κάτω απ' το χώμα συννέφιασε ανεβάζοντας
χαλίκι μαύρο
και βροντές, η οργή των νεκρών
και αργά στον άνεμο τρίζοντας
εγυρίσανε πάλι με το στήθος μπροστά

φοβερά, των βράχων τ' αγάλματα!


ΙΖ' Ο συμψηφισμός του καλου και του κακού.

Σε χώρα μακρινή και αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.
Τώρα μ' ακολουθούν ανάλαφρα πλάσματα

με τους ιριδισμούς του πόλου στα μαλλιά
και το πράο στο δέρμα χρυσάφισμα.

Μες στα χόρτα προβαίνω, με το γόνατο πλώρη
κι η ανάσα μου διώχνει απ' την όψη της γης

τις στερνές τολύπες του ύπνου.
Και τα δέντρα βαδίζουν στο πλάι μου, εναντίον του ανέμου.

Μεγάλα μυστήρια βλέπω και παράδοξα:
Κρήνη την κρύπτη της Ελένης.

Τρίαινα με δελφίνι το σημάδι του Σταυρού.
Πύλη λευκή το ανόσιο συρματόπλεγμα.

Όθε με δόξα θα περάσω.
Τα λόγια που με πρόδωσαν και τα ραπίσματα έχοντας

γίνει μυρτιές και φοινικόκλαρα:
Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος!

Ηδονή καρπού βλέπω τη στέρηση.
Ελαιώνες λοξούς με γαλάζιο ανάμεσα στα δάχτυλα

τους χρόνους της οργής πίσω απ' τα σίδερα.
Και γιαλόν απέραντο, από μαγγανεία ωραίων ματιών βρεμένο

τον βυθό της Μαρίνας.
Όπου αγνός θα περπατήσω.

Τα δάκρυα που με πρόδωσαν και οι ταπεινώσεις έχοντας
γίνει πνοές και ανέσπερα πουλιά:

Ωσαννά σημαίνοντας ο ερχόμενος!
Σε χώρα μακρινή ακι αναμάρτητη τώρα πορεύομαι.


ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΕΚΤΟ

ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΝ

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Που πρώτα θα κρατήσει τις αχτίδες του, σημάδι ότι καιρός να λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση. Και μετά θα μιλήσει, να πει: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;

-Βλέπω τα έθνη, άλλοτες αλαζονικά, παραδομένα στη σφήκα και στο ξινόχορτο.

-Βλέπω τα πελέκια στον αέρα σκίζοντας προτομές Αυτοκρατόρων και Στρατηγών.

-Βλέπω τους εμπόρους να εισπράττουν σκύβοντας το κέρδος των δικών τους πτωμάτων.
-Βλέπω την αλληλουχία των κρυφών νοημάτων.

Χρόνους πολλούς μετά την Αμαρτία που την είπανε Αρετή μέσα στις εκκλησίες και την ευλόγησαν. Αλλά πριν, ιδού, θα γίνουν οι ωραίοι που ναρκισσεύτηκαν στις τριόδους Φίλιπποι και Ροβέρτοι. Θα φορέσουν ανάποδα το δαχτυλίδι τους, και με καρφί θα χτενίσουνε το μαλλί τους, και με νεκροκεφαλές θα στολίσουνε το στήθος τους, για να δελεάσουν τα γύναια. Και τα γύναια θα καταπλαγούν και θα στέρξουν. Για να έβγει αληθινός ο λόγος, ότι σιμά η μέρα όπου το κάλλος θα παραδοθεί στις μύγες της Αγοράς. Και θα αγαναχτήσει το κορμί της πόρνης μην έχοντας άλλο τι να ζηλέψει. Και θα γίνει κατήγορος η πόρνη σοφών και μεγιστάνων, το σπέρμα που υπηρέτησε πιστά, σε μαρτυρία φέρνοντας. Και θα τινάξει πάνουθέ της την κατάρα, κατά την Ανατολή το χέρι τεντώνοντας και φωνάζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τα χρώματα του Υμηττού στη βάση την ιερή του Νέου Αστικού μας Κώδικα.

-Βλέπω τη μικρή Μυρτώ, την πόρνη από τη Σίκινο, στημένη πέτρινο άγαλμα στην πλατεία της Αγοράς με τις Κρήνες και τα ορθά Λεοντάρια.

-Βλέπω τους έφηβους και βλέπω τα κορίτσια στην ετήσια Κλήρωση των Ζευγαριών.
-Βλέπω ψηλά, μες στους αιθέρες, το Ερεχθείο των Πουλιών.

Λείψανα παλιών άστρων και γωνιές αραχνιασμένες τ' ουρανού σαρώνοντας η καταιγίδα που θα γεννήσει ο νους του ανθρώπου. Αλλά πριν, ιδού, θα περάσουν γενεές το αλέτρι τους πάνω στη στέρφα γης. Και κρυφά θα μετρήσουν την ανθρώπινη πραμάτεια τους οι Κυβερνήτες, κηρύσσοντας πολέμους. Όπου θα χορτασθούνε ο Χωροφύλακας και ο Στρατοδίκης. Αφήνοντας το χρυσάφι στους αφανείς, να εισπράξουν αυτοί τον μιστό της ύβρης και του μαρτυρίου. Και μεγάλα πλοία θ' ανεβάσουν σημαίες, εμβατήρια θα πάρουν τους δρόμους, οι εξώστες να ράνουν με άνθη τον Νικητή. Που θα ζει στην οσμή των πτωμάτων. Και του λάκκου σιμά του το στόμα, το σκοτάδι θ' ανοίγει στα μέτρα του, κράζοντας: εξόριστε Ποιητή, στον αιώνα σου, λέγε, τι βλέπεις;
-Βλέπω τους Στρατοδίκες να καίνε σαν κεριά, στο μεγάλο τραπέζι της Αναστάσεως.

-Βλέπω τους Χωροφυλάκους να προσφέρουν το αίμα τους, θυσία στην καθαρότητα των ουρανών.

-Βλέπω τη διαρκή επανάσταση φυτών και λουλουδιών.
-Βλέπω τις κανονιοφόρους του Έρωτα

Και των αρχαίων Κυβερνητών τα έργα πληρώνοντας η Χτίσις, θα φρίξει. Ταραχή θα πέσει στον Άδη, και το σανίδωμα θα υποχωρήσει από την πίεση τη μεγάλη του ήλιου. Αλλά πριν, ιδού, θα στενάξουν οι νέοι, και το αίμα τους αναίτια θα γεράσει. Κουρεμένοι κατάδικοι θα χτυπήσουν την καραβάνα τους πάνω στα κάγκελα. Και θα αδειάσουν όλα τα εργοστάσια, και μετά πάλι με την επίταξη θα γεμίσουν, για να βγάλουνε όνειρα συντηρημένα σε κουτιά μυριάδες, και χιλιάδων λογιών εμφιαλωμένη φύση. Και θα 'ρθουνε χρόνια χλωμά και αδύναμα μέσα στη γάζα. Και θα 'χει καθένας τα λίγα γραμμάρια της ευτυχίας.
Και θα 'ναι τα πράγματα μέσα του κιόλας ωραία ερείπια. Τότε, μην έχοντας άλλη εξορία, που να θρηνήσει ο Ποιητής, την υγεία της καταιγίδας από τ' ανοιχτά στήθη του αδειάζοντας, θα γυρίσει για να σταθεί στα ωραία μέσα ερείπια. Και τον πρώτο λόγο του ο στερνός των ανθρώπων θα πει, ν' αψηλώσουν τα χόρτα, η γυναίκα στο πλάι του σαν αχτίδα του ήλιου να βγει. Και πάλι θα λατρέψει τη γυναίκα και θα την πλαγιάσει πάνου στα χόρτα καθώς που ετάχθη. Και θα λάβουνε τα όνειρα εκδίκηση, και θα σπείρουνε γενεές στους αιώνες των αιώνων!