Αδελφοί Καραμαζώφ 

Αδελφοί Καραμαζώφ

Η περιπέτεια της εξέγερσης μέσα από τους αδελφούς Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκι. Ή μάλλον η εξέγερση που πάει μέχρι εκεί που βολεύει, τον χριστανισμό του Ντοστογιέφσκι.

Με το Ντοστογιέφσκι η εξέγερση κάνει ένα βήμα μπροστά ένα βήμα πίσω. Ο Ιβάν παίρνει το μέρος των ανθρώπων και τονίζει την αθωότητά τους. Βεβαιώνει ότι η θανατική καταδίκη που βαραίνει πάνω τους είναι άδικη. Υπερασπίζεται την δικαιοσύνη την οποία τοποθετεί πάνω από τη θεότητα. Δεν αρνιέται απόλυτα την ύπαρξη του θεού. Τον αμφισβητεί στο όνομα μιας ηθικής αξίας. Αφού το κακό υπάρχει στη θεϊκή δημιουργία, αυτή η δημιουργία είναι απαράδεχτη. Ο Ιβάν εγκαινιάζει την αντικατάσταση του βασιλείου της θείας χάρης, με το βασίλειο της δικαιοσύνης. «Αν ο πόνος των παιδιών» λέει ο Ιβάν, «χρησιμεύει για την συμπλήρωση του συνολικού πόνου που χρειάζεται για την απόχτηση της αλήθειας, αυτή η αλήθεια δεν αξίζει τι τίμημα». Και αλλού: «Θέλω να δω με τα ίδια μου τα μάτια πως η ελαφίνα θα ξαπλώσει δίπλα στο λιοντάρι και πως ο σφαγμένος θα σηκωθεί και θα αγκαλιαστεί με το δολοφόνο του. Θέλω να είμαι εκεί όταν αίφνης όλοι μάθουν γιατί έγιναν όλα αυτά» λέει στον αδερφό του, τον Αλιόσα. Ο Ιβάν αρνιέται την βαθιά εξάρτηση που έθεσε ο Χριστιανισμός ανάμεσα στον πόνο και την αλήθεια. Η βαθύτερη κραυγή του Ιβάν, εκείνη που ανοίγει το φοβερό βάραθρο κάτω από τα βήματα του επαναστάτη, είναι το ακόμα κι αν. «Η αγανάχτησή μου θα συνέχιζε ακόμα κι αν είχα άδικο» Αυτό σημαίνει ότι ακόμα κι αν ο θεός υπήρχε, ο Ιβάν δεν θα δεχόταν να πληρώνεται τούτη η αλήθεια με τον πόνο, τη δυστυχία και το θάνατο ενός αθώου. Ο Ιβάν ενσαρκώνει την άρνηση της σωτηρίας. Η πίστη οδηγεί στην αθάνατη ζωή. Αλλά η πίστη προϋποθέτει την παραδοχή του μυστηρίου και του κακού, την καρτερική υποταγή στην αδικία. Δεν μπορεί λοιπόν να δεχτεί την αθάνατη ζωή αυτός που ο παιδικός πόνος, τον εμποδίζει να φτάσει στην πίστη.Ο Ιβάν ενσαρκώνει και την άρνηση να σωθεί μόνος του. Νιώθει αλληλεγγύη για τους κολασμένους και για χάρις τους αρνιέται την προσωπική σωτηρία. Αν πίστευε πραγματικά θα μπορούσε να σωθεί ενώ οι άλλοι θα κολάζονταν. Ο πόνος θα συνεχιζόταν. Ο Ιβάν θα συνεχίσει να δείχνει το σφάλμα του θεού με την διπλή άρνηση της πίστης σαν αδικία και σαν προνόμιο. Όλοι ή κανένας. Εδώ ο Ντοστογιέφσκι σαν Χριστιανός πολύ πιο κοντά στον Αλιόσα και τον Πάτερ Ζωσιμά, επεκτείνει την λογική του ήρωα του με προφάνεια, σε αδιέξοδο, και μαζί και την εξεγερμένη σκέψη. Ιβάν: «Πιστεύω πως δεν υπάρχει αρετή χωρίς την αθανασία. Αλλά αφού δεν υπάρχει αρετή, δεν υπάρχει πια νόμος. Όλα επιτρέπονται». Ή διαφορετικά αν δεν υπάρχει θεός όλα επιτρέπονται. Ένα αυθαίρετο συμπέρασμα, το οποίο εξυπηρετεί την μυθιστορηματική εξέλιξη, αλλά όχι την λογική και την φιλοσοφική σκέψη. Την έξέγερση του Ιβάν ενάντια στο θεό και τη δημιουργία την ευτελίζει για να υπηρετήσει την θρησκευτική ιδεολογία. Η εξέγερση εξατμίζεται, και μάλιστα με σκοπιμότητα που αγγίζει τα όρια της ανηθικότητας.  
Το αίτημα σήμερα είναι «Για μια ηθική χωρίς Θεό». Αφού δεν υπάρχει δικαιοσύνη με Θεό, οι άνθρωποι θα αναλάβουν να την αποκαταστήσουν πάνω στη Γη. Το "όλα επιτρέπονται¨ στο μυθιστόρημα, οδηγεί τον νόθο αδελφό του Ιβάν τον Σμερντιακόβ, ένα λακέ να σκοτώσει τον πατέρα τους ένα έκλυτο, "παραλυμένο" αμοραλιστή. Και ο Ντοστογιέφσκι κατά την μαρτυρία του Ιβάν ενώπιον του δικαστηρίου, το οποίο δικάζει σαν δολοφόνο, όχι τον Σμερντιακόβ, αλλά τον άλλο αδελφό τον Μίτια, εμφανίζει τον Ιβάν παραλογισμένο να επικαλείται τον διάβολο, να λέει « Ο Σμερντιακόβ σκότωσε τον πατέρα κι όχι ο αδελφός μου ο Μίτια. Αυτός τον σκότωσε και ᾿γω τον δίδαξα να σκοτώσει... Ποιος δεν επιθυμεί τον θάνατο του πατέρα του;». Αναγόρευση από τον Ντοστογιέφσκι του Οιδιπόδειου, σε καθολική διεκδίκηση. Ο Ιβάν από εξεγερμένος εμφανίζεται από τον  Ντοστογιέφσκι  παραλογισμένος, ριγμένος μέσα στα μεταφυσικά σκοτάδια, να επικαλείται το διάβολο. Η εξέγερση του Ιβάν  ενάντια στη δημιουργία ήταν ένα μπαλόνι που έσκασε. Ο Καμύ εξετάζοντας την περιπέτεια της εξεγερμένης σκέψης, μέσα από τον ήρωα του Ντοστογιέφσκι και επομένως μέσα από τον ίδιο το Ντοστογιέφσκι, μένει συνεπής προς τον συγγραφέα, ίσως και από σκοπιμότητα, για να καταδικάσει τον "μηδενισμό" και τον ιστορικό φόνο,  με τα εγκλήματα του ναζισμού και του Σταλινικού κομμουνισμού.